
Οι Ελληνικές δυνάμεις που βρίσκονταν στη Μακεδονία συγκροτήθηκαν σε τρεις ομάδες, την Αριστερή, Τμήμα Στρατιάς Κοζάνης (V Μεραρχία, Απόσπασμα Ευζώνων Γεννάδη και διάφορα άλλες μονάδες) με αποστολή την ανασύνταξη και αναδιοργάνωσή της V Μεραρχίας στην Κοζάνη, την Ομάδα του Κέντρου, με τις I, III, IV και VI Μεραρχίες και την Ταξιαρχία Ιππικού (-), με αποστολή τη συντριβή των Τουρκικών δυνάμεων που βρίσκονταν στο υψίπεδο της Φλώρινας και στην περιοχή του Μοναστηρίου, και τη Δεξιά (ΙΙ και VII Μεραρχίες, το Απόσπασμα Ευζώνων Κωνσταντινοπούλου και το 3ο Σύνταγμα Ιππικού) με αποστολή την απελευθέρωση της ευρύτερης περιοχής της Θεσσαλονίκης...
Η Απελευθέρωση της Δεσκάτης και των Γρεβενών
Ο διοικητής του Στρατού Θεσσαλίας Αρχιστράτηγος Διάδοχος Κωνσταντίνος, έχοντας την εξουσιοδότηση του πρωθυπουργού και υπουργού Στρατιωτικών Ελευθερίου Βενιζέλου, εξέδωσε στις 4 Οκτωβρίου 1912 γενική διαταγή επιχειρήσεων, η οποία καθόριζε ότι από το πρωί της 5ης Οκτωβρίου θα άρχιζε η προέλαση των στρατιωτικών τμημάτων από την περιοχή Ελασσόνας - Δεσκάτης.
Έτσι, οι μεραρχίες και τα ανεξάρτητα αποσπάσματα άρχισαν από το πρώτο φως της 5ης Οκτωβρίου να προελαύνουν πέρα από τα σύνορα. Εξουδετέρωσαν αρχικά τα Τουρκικά φυλάκια της Ελληνο-Τουρκικής μεθορίου και απώθησαν τις προφυλακές του εχθρού. Μέχρι τις 6 Οκτωβρίου είχαν απελευθερωθεί η Ελασσόνα και η Δεσκάτη.
Ο επόμενος σοβαρός αντικειμενικός σκοπός του Γενικού Στρατηγείου ήταν η εκπόρθηση των στενών του Σαρανταπόρου με κατά μέτωπο επίθεση και ταυτόχρονη υπερκερωτική ενέργεια, από τα δύο πλευρά. Τη «φύσει» οχυρή τοποθεσία του Σαρανταπόρου οι Τούρκοι την είχαν ενισχύσει με σειρά ορυγμάτων μάχης και είχαν αποφασίσει να αντιτάξουν εκεί σθεναρή άμυνα.
Η επίθεση του Ελληνικού στρατού άρχισε το πρωί της 9ης Οκτωβρίου, με την ισχυρή υποστήριξη του πυροβολικού. Ακολούθησε σκληρός και αιματηρός αγώνας που διήρκεσε όλη την ημέρα. Οι Τούρκοι, απειλούμενοι να κυκλωθούν, υποχρεώθηκαν τη νύχτα 9/10 Οκτωβρίου να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους και να συμπτυχθούν προς Σέρβια – Κοζάνη. Ο Ελληνικός στρατός συνέχισε την καταδίωξη και την επομένη απελευθέρωσε τα Σέρβια.
Η νίκη από τη μάχη του Σαρανταπόρου υπήρξε μεγάλης σπουδαιότητας για την αναπτέρωση του ηθικού του Ελληνικού στρατού μετά την ηττοπάθεια που είχε επικρατήσει εξαιτίας του πολέμου του 1897. Απέδειξε ότι ο εχθρός δεν ήταν σε θέση να αμυνθεί αποτελεσματικά και να αντισταθεί στην ορμητικότητα των Ελλήνων. Το επιθετικό πνεύμα και η πίστη για τη νίκη κυριάρχησαν από την αρχή μέχρι το τέλος της μάχης. Για την εκπόρθηση των στενών του Σαρανταπόρου χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια και αρκετές θυσίες, όπως απέδειξαν οι απώλειες σε αξιωματικούς και οπλίτες.
Απελευθέρωση Δεσκάτης (6 Οκτωβρίου 1912)
Τη Δεσκάτη και τα Γρεβενά απελευθέρωσε το ανεξάρτητο Απόσπασμα Ευζώνων Γεννάδη (1ο και 4ο Τάγματα Ευζώνων), το οποίο είχε αποστολή να δράσει στο άκρο αριστερό της διάταξης της Στρατιάς Θεσσαλίας.
Η σύνθεση του Αποσπάσματος ήταν η ακόλουθη:
- Διοίκηση-Επιτελείο
- Διοικητής: Συνταγματάρχης μηχανικού Στέφανος Γεννάδης
- Επιτελείο: Δύο αξιωματικοί του μηχανικού, ο αντισυνταγματάρχης Ιωάννης Γεωργιάδης και ο υπολοχαγός Γεώργιος Αφθονίδης.
Μονάδες
- 1ο Τάγμα Ευζώνων (4 λόχοι). Διοικητής αντισυνταγματάρχης πεζικού Ιωάννης Καμπούρης.
- 4ο Τάγμα Ευζώνων (4 λόχοι). Διοικητής ταγματάρχης πεζικού Βασίλειος Βέλλος.
- Διμοιρία Πολυβόλων
- Ομάδα ιππικού (10 ιππείς) με επικεφαλής υπαξιωματικό.
Η δράση του εξελίχθηκε ως εξής:
Στις 5 Οκτωβρίου προήλασε από το χωριό Κονισκός προς το χωριό Τσούκα (Φωτεινό) Καλαμπάκας και μετά από ανταλλαγή πυροβολισμών εξεδίωξε τις απογευματινές ώρες την Τουρκική φρουρά από τον μεθοριακό σταθμό και κατέλαβε τον αυχένα στα βόρεια του χωριού, διατηρώντας ανοιχτό το δρομολόγιο από Τσούκα προς Δεσκάτη.
Το Γενικό Στρατηγείο το μεσημέρι της 5ης Οκτωβρίου έδωσε διαταγή στο Απόσπασμα να κινηθεί από Τσούκα προς Δεσκάτη και να καταλάβει μεταξύ του χωριού Παρασκευής και Δεσκάτης αυχένα, διευκολύνοντας την κίνηση της Ταξιαρχίας Ιππικού.
Επίσης έδωσε διαταγή στην Ταξιαρχία Ιππικού να ξεκινήσει την 0700 ώρα από το Πραιτώρι και να κατευθυνθεί δια μέσου Συκιάς - Κεφαλόβρυσου – υψώματος 853 προς Δεσκάτη υποστηρίζοντας την ενέργεια του Αποσπάσματος. Η Ταξιαρχία όμως, βρίσκοντας διάφορες δικαιολογίες (στενό δρομολόγιο επί μήκους πέντε χιλιομέτρων κλπ.), δεν έφθασε στον προορισμό της την καθορισθείσα ώρα, οπότε την ευθύνη για την απελευθέρωση της Δεσκάτης την επωμίσθηκε εξ ολοκλήρου το Απόσπασμα Γεννάδη.
Στις 6 Οκτωβρίου και ώρα 0700 το Απόσπασμα Γεννάδη άρχισε να κινείται από το χωριό Τσούκα (Φωτεινό) προς τη Δεσκάτη. Η ορατότητα ήταν πολύ περιορισμένη, γιατί τα υψώματα κοντά στη Δεσκάτη καλύπτονταν από πυκνή ομίχλη.
- Το 4ο Τάγμα Ευζώνων στη δεξιά κατεύθυνση, με τη μια διλοχία προς το ύψωμα Τρέτιμος και την άλλη προς τον αυχένα ανατολικά του υψώματος.
- Το 1ο Τάγμα Ευζώνων στην αριστερή κατεύθυνση, με μια διλοχία προς τον αυχένα δυτικά του υψώματος Τρέτιμος και το χωριό Παρασκευή, ενώ διέθεσε ένα λόχο στο αριστερό της διλοχίας με αποστολή να υπερκεράσει τον εχθρό από αριστερά. Ένας λόχος κρατήθηκε πίσω από τα μαχόμενα τμήματα ως εφεδρεία του Αποσπάσματος.
Τα κινούμενα κατά μέτωπο τμήματα στις 0900 δέχτηκαν πυρά από μεγάλη απόσταση, αλλά δεν ανέκοψαν την κίνησή τους και συνέχισαν με κανονικό ρυθμό την επιθετική τους ενέργεια. Τα Τουρκικά τμήματα, δεχόμενα ισχυρή πίεση κατά μέτωπο και από τα πλευρά αναγκάστηκαν μετά από μάχη τεσσάρων ωρών να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους και να συμπτυχθούν προς Λαζαράδες και Σέρβια. Επί του πεδίου της μάχης έπεσαν νεκροί ο λοχαγός Δημοσθένης Μανουσάκης και ο στρατιώτης Κωνσταντίνος Βεργίνης.
Το Απόσπασμα Γεννάδη, αφού κατέλαβε το ύψωμα Τρέτιμος και το χωριό Παρασκευή, κινήθηκε ταχύτατα προς Δεσκάτη, όπου έγινε με ενθουσιασμό δεκτό από τους κατοίκους. Τις δύο επόμενες ημέρες (7 και 8 Οκτωβρίου) παρέμεινε στον ίδιο χώρο (Δεσκάτη - Παρασκευή), αναμένοντας διαταγές για την περαιτέρω δράση του. Στις 9 Οκτωβρίου διέσχισε το βουνό Βουνάσα και κινήθηκε προς Λουζιανή (Ελάτη) και πόρο Ζάβορδας με σκοπό να εξασφαλίσει το πέρασμα από εκεί της V Μεραρχίας, η οποία ενεργούσε κυκλωτική ενέργεια στο αριστερό της διάταξης της Στρατιάς Θεσσαλίας.
Η V Μεραρχία κινούμενη στις 9 Οκτωβρίου από το χωριό Λουτρός προς τον Αλιάκμονα συνάντησε σοβαρή εχθρική αντίσταση στο χωριό Λαζαράδες και συνεπλάκη με τον εχθρό. Το Απόσπασμα, όταν άκουσε τους πυροβολισμούς κινήθηκε προς Λαζαράδες, για να ενισχύσει τη Μεραρχία. Ο αγώνας διεξήχθη με σκληρότητα και πείσμα και από τις δύο πλευρές. Οι Τούρκοι κατά τη διάρκεια της νύχτας επωφελούμενοι του σκότους και της ραγδαίας βροχής εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και υποχώρησαν ανενόχλητοι προς Κοζάνη.
Οι απώλειες του Αποσπάσματος ήταν νεκροί αξιωματικοί 3, οπλίτες 22. Μεταξύ των νεκρών αξιωματικών ήταν και ο λοχαγός του 1ου Τάγματος Ευζώνων Ευστάθιος Κατσιώτης.
Απελευθέρωση Γρεβενών (15 Οκτωβρίου 1912)
Στις 10 Οκτωβρίου ο διοικητής του Αποσπάσματος κινήθηκε από Λαζαράδες προς τη Μονή Ζιδανίου (ΒΔ του χωριού Μικρόβαλτου), όπου παρέμεινε επί διήμερο (11 και 12 Οκτωβρίου), αναμένοντας διαταγές. Το βράδυ της 12ης Οκτωβρίου έλαβε από τα Σέρβια τη διαταγή του διαδόχου Κωνσταντίνου για κατάληψη της πόλης των Γρεβενών. Η διαταγή αυτή περιείχε τα παρακάτω πληροφοριακά στοιχεία:
Μετά την ήττα στα Στενά του Σαρανταπόρου ο εχθρός υποχώρησε προς διάφορες κατευθύνσεις.
- Η Ταξιαρχία Ιππικού κατέλαβε στις 11 Οκτωβρίου χωρίς αντίσταση την Κοζάνη.
- Η Στρατιά θα διερχόταν στις 13 Οκτωβρίου τον Αλιάκμονα και θα προήλαυνε προς Βορρά.
- Το Απόσπασμα (Γεννάδη) με τμήμα της τηλεγραφικής υπηρεσίας να προελάσει προς Γρεβενά και αρχικά μέχρι τη Σιάτιστα, για να καθαρίσει την περιοχή από τα υπάρχοντα εγκατεσπαρμένα μικρά εχθρικά τμήματα και να εξασφαλίσει τις συγκοινωνίες και τα νώτα της Στρατιάς.
1) Να συνδεθεί τηλεγραφικά με το Στρατηγείο, για να υπάρχει συνεχής επαφή.
2) Οι μονάδες του να τρέφονται από τους επιτόπιους πόρους επιτάσσοντας τα αναγκαία εφόδια και μεταγωγικά μέσα.
3) Ο ανεφοδιασμός σε πυρομαχικά και υγειονομικό υλικό θα γινόταν από Καλαμπάκα – Βελεμίστι (Αγιόφυλλο).
4) Στις καταλαμβανόμενες από το Απόσπασμα πόλεις θα εγκαθιστούσε την ανάλογη φρουρά ασφάλειας. Για το σκοπό αυτό υπήρχαν στη διάθεσή του τα ευρισκόμενα στο Βελεμίστι τμήματα στρατού του εσωτερικού, τα οποία μπορούσε από τη στιγμή εκείνη να τα δίνει απευθείας διαταγές.
5) Ως διοικητής του Αποσπάσματος ήταν εξουσιοδοτημένος να διορίζει τις πολιτικές αρχές των απελευθερωμένων εδαφών, οι οποίες θα διοικούσαν την περιοχή ευθύνης τους σύμφωνα με τα ισχύοντα μέχρι τώρα.
Προώθηση Ίλης Ιππικού για συλλογή πληροφοριών σχετικά με την κατάσταση που επικρατούσε στην πόλη των Γρεβενών
Στο μεταξύ η Ταξιαρχία Ιππικού είχε διατάξει στις 9 Οκτωβρίου μία ίλη της, δυνάμεως 137 ανδρών, να ενεργήσει αναγνώριση προς τα Γρεβενά. Η ίλη αυτή αφού ανέτρεψε τις μικροαντιστάσεις που συνάντησε από μεμονωμένες ομάδες Τούρκων στο Καρπερό και στο Φελί έφθασε στις νότιες παρυφές της πόλης (υψώματα Αγίας Παρασκευής) τις πρώτες βραδινές ώρες της ίδιας ημέρας.
Ένας διοικητής ουλαμού με τέσσερις ιππείς διατάχθηκε να πλησιάσει την πόλη και να αναφέρει για την επικρατούσα κατάσταση. Η πόλη ήταν θεοσκότεινη. Τα μόνα κτίρια που είχαν φως ήταν το Στρατιωτικό Νοσοκομείο (στη θέση που είναι σήμερα η Σχολή Αστυφυλάκων), ο στρατώνας και ένα μόνο «λουξ» έφεγγε στην πλατεία.
Η ίλη διανυκτέρευσε στο Καλαμίτσι κάτω από δυσμενείς καιρικές συνθήκες (χιονόνερο και δριμύ ψύχος). Το ίδιο βράδυ ο διοικητής της ίλης έστειλε επιστολή με τον ιερέα του χωριού στις Τουρκικές αρχές Γρεβενών και ζητούσε να του παραδώσουν την πόλη. Οι Τούρκοι όχι μόνο αρνήθηκαν αλλά το πρωί της επομένης (10 Οκτωβρίου) με επικεφαλής τον Μπεκήρ αγά και 600 περίπου οπλισμένους Οθωμανούς, επιτέθηκαν στην ίλη και την ανάγκασαν να συμπτυχθεί προς τον Αλιάκμονα.
Ο διοικητής της ίλης, επιστρέφοντας στην έδρα της Ταξιαρχίας Ιππικού (περιοχή Σερβίων), πέρασε από τη Μονή Ζιδανίου και ενημέρωσε το συνταγματάρχη Γεννάδη για την κατάσταση που επικρατούσε στην πόλη.
Το ξημέρωμα της 13ης Οκτωβρίου το Απόσπασμα Γεννάδη ξεκίνησε από τη Μονή Ζιδανίου και το βράδυ έφθασε στο Ζημνιάτσι (Παλιουριά) Γρεβενών, όπου διανυκτέρευσε. Το επόμενο βράδυ διανυκτέρευσε στο Φελί. Εκεί έφθασαν τη νύχτα απεσταλμένοι του μητροπολίτη Γρεβενών Αιμιλιανού Δάγγουλα και διαφόρων προυχόντων της πόλης, οι οποίοι ανέφεραν στο διοικητή του Αποσπάσματος ότι Τουρκικός στρατός εγκατέλειψε την πόλη και ότι αυτή ήταν έτοιμη να παραδοθεί στον Ελληνικό στρατό.
Περίπου 15 εθελοντικά σώματα (προσκόπων) Κρητών, με δύναμη από 20-50 άνδρες το καθένα, έφθασαν από την έναρξη του πολέμου και μέχρι 15 Οκτωβρίου στο Αγιόφυλλο Καλαμπάκας (ελληνοτουρκικά σύνορα), για να συμμετάσχουν στις επιχειρήσεις της Δυτικής Μακεδονίας. Αρχηγός όλων αυτών ήταν ο λοχαγός Γεώργιος Κατεχάκης.
Από το Αγιόφυλλο τα σώματα προήλασαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Μερικά από αυτά έφθασαν στις 12 Οκτωβρίου στη Σιάτιστα, την οποία είχαν εγκαταλείψει οι Τούρκοι και την απελευθέρωσαν.
Τρία σώματα, με αρχηγούς τους Μιχαήλ Τσόντο, Μανώλη Νικολούδη και Ιωάννη Μαυρογένη, κατευθύνθηκαν προς το Κηπουριό, για να επιτεθούν εναντίον του ευρισκόμενου εκεί Τουρκικού σταθμού. Τον βρήκαν όμως άδειο, καθώς οι Τούρκοι είχαν πληροφορηθεί για την επικείμενη επίθεση και τον εγκατέλειψαν έγκαιρα.. Από εκεί κατευθύνθηκαν προς το Τουρκοχώρι Πηγαδίτσα και αφόπλισαν τους κατοίκους.
Στις 14 Οκτωβρίου ο μητροπολίτης Γρεβενών Αιμιλιανός Δάγγουλας ενημέρωσε εγγράφως τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές Τρικάλων ότι οι Τούρκοι στρατιώτες εγκατέλειψαν τα Γρεβενά και ζητούσε την επέμβαση του Ελληνικού στρατού για κατάληψη της πόλης.
Η Απελευθέρωση της Φλώρινας
Όπως αφηγείται ο Τέγος Σαπουντζής, η Φλώρινα και τα περίχωρά της ήταν τότε ανάστατα. Ο Χριστιανικός πληθυσμός διέτρεχε κινδύνους να υποστεί βιαιοπραγίες όχι μόνο από τις ορδές των Γκέγκηδων Τουρκαλβανών, που είχαν κάνει την επικίνδυνη εμφάνισή τους, αλλά και από τους υποχωρούντας Τούρκους στρατιώτες.
Ευτυχώς, όμως, δεν σημειώθηκαν αξιόλογα επεισόδια, χάρις στους νουνεχείς Τούρκους άρχοντες της Φλώρινας.Εν όψει όλων αυτών των γεγονότων είχε γίνει πια σε όλους αντιληπτό ότι το τέλος της τουρκικής κυριαρχίας είχε φθάσει. Φυσικά αυτό δεν διέφυγε από την προσοχή των Τούρκων αρχόντων της Φλώρινας. Οι οποίοι για να προλάβουν δυσάρεστα ενδεχόμενα σε βάρος τους και των πολυπληθών Τούρκων της πόλης - υπολογίζονταν τότε σε 6.500, έναντι 3.000 Ελλήνων - αλλά και γιατί ήθελαν να παραδοθεί η Φλώρινα στους προελαύνοντες Έλληνες, από τους οποίους, όπως έλεγαν, την είχαν πάρει.
Έτσι στις 6 Νοεμβρίου 1912 το πρωί, οι Μωαμεθανοί προεστοί της πόλης, συνήλθαν σε κοινή σύσκεψη στον Τεκέ, που βρίσκονταν, όπου είναι σήμερα το κτίριο της Τραπέζης της Ελλάδος, για να συζητήσουν και αποφασίσουν τι θα πράξουν, εν όψει των επερχόμενων ραγδαίων πολεμικών γεγονότων. Τα γεγονότα τους επίεζαν. Έτσι δεν άργησαν να συμφωνήσουν ότι πρέπει να καλέσουν στην σύσκεψη τον Μητροπολίτη Πολύκαρπο και μερικούς Έλληνες προκρίτους. Έστειλαν, λοιπόν, αντιπροσωπεία από τους Χατζή Τζοφέρ Χαφίζ και Κιουτσούφ Αμέτ Αγά στον Μητροπολίτη.
Μέσα σε τέτοια ατμόσφαιρα ο Μουφτής Μεχμέτ Χουλουσή εφέντης, ενημέρωσε αμέσως τον Μητροπολίτη γιατί τον ήθελαν. Του είπε ξεκάθαρα ότι ήθελαν να παραδώσουν την Φλώρινα στους Έλληνες και να γίνουν για τον σκοπό αυτό οι σχετικές ενέργειες.
Χωρίς καμμιά χρονοτριβή αποφασίστηκε η αποστολή επιτροπής στον στρατηγό Γεννάδη, που βρίσκονταν στο Αμύνταιο. Την επιτροπή απετέλεσαν ο Έλληνας αρχιμανδρίτης Παπαθανάσης, ο σχισματικός παπάς Παπαναστάσης, ο γιατρός Μενέλαος Βαλάσης και ο Τούρκος εμπορευόμενος Μεχμέτ Ζαϊνέλ. Η συμμετοχή του σχισματικού παπά στην επιτροπή είχε την έννοια, κατά τον Μητροπολίτη Πολύκαρπο, της αποδοχής και εκ μέρους των σχισματικών, της καταλήψεως της Φλώρινας από τον Ελληνικό Στρατό.
Χωρίς να εξετάσουμε εδώ ποιος έχει δίκαιο και ποιος όχι, γεγονός είναι, που δεν αμφισβητήθηκε από κανένα, ότι στις 7 Νοεμβρίου 1912, γύρω στο μεσημέρι, ο επίλαρχος Ιωάννης Άρτης με τους ιππείς του, έφθασε προ των πυλών της πόλης. Από εκεί έστειλε τρεις ιππείς, οι οποίοι με γυμνά τα ξίφη τους και εν μέσω Τούρκων στρατιωτών και όχλου, πήγαν στην Μητρόπολη και μετέδωσαν στον Μητροπολίτη Πολύκαρπο το μήνυμα του διοικητού τους, να προσέλθουν οι αρχές στην είσοδο της πόλης για να την παραδώσουν.
Είναι, όμως, γεγονός ότι, λόγω λιποθυμίας του Μουφτή, μόλις άκουσε την άφιξη Ελλήνων στρατιωτών, ο Μητροπολίτης, ο Μουφτής και ο Ραββίνος, ως και άλλοι Έλληνες και Τούρκοι πρόκριτοι, κρατούντες λευκό παραπέτασμα, μετέβησαν στην είσοδο της πόλεως, όπου συνάντησαν τον Άρτη και σε σύντομη τελετή προσφωνήσεων και αντιφωνήσεων, παρέδωσαν την πόλη.
Ο σχισματικός παπάς δεν παραβρέθηκε στην παράδοση της πόλεως, γιατί, πιθανότατα, να μην είχε επιστρέψει ακόμα η παραπάνω επιτροπή, στην οποία συμμετείχε, που πήγε το μήνυμα του Μητροπολίτη στον στρατηγό Γεννάδη στο Αμύνταιο. Μετά τις προσφωνήσεις όλοι μαζί διέσχισαν την πόλη και κατέληξαν στην Μητρόπολη, όπου και υψώθηκε η Ελληνική σημαία.
Η υποδοχή του Διαδόχου έγινε υπό καταρρακτώδη βροχή στην είσοδο της πόλεως, όπου είχαν συρρεύσει οι κάτοικοι της Φλώρινας, μ' επικεφαλής τον Μητροπολίτη Πολύκαρπο και τους λοιπούς προκρίτους της πόλεως. Οι σκηνές ενθουσιασμού, που εκτυλίχθηκαν κατά την υποδοχή του Διαδόχου και του νικηφόρου Ελληνικού στρατού δύσκολα πέννα ανθρώπινη μπορεί να τις περιγράψει.
Ευτυχώς, όμως, που μερικοί Μακεδονομάχοι, που είχαν προσκληθεί από την Ελληνική κυβέρνηση να δράσουν στα μετώπισθεν του εχθρού, ο καπετάν Ζώης, ο γνωστός στους παλαιότερους Φλωρινιώτες παιδονόμος, μαζί με τους Μπραγιάννη και Τσίτσο, που έζησαν κατόπιν στην Μελίτη, ύψωσαν Ελληνικές σημαίες στο γνωστό από τον Μακεδονικό Αγώνα Μορίχοβο και το κατέλαβαν. Η κατάληψη κι απελευθέρωση επισφραγίσθηκε αργότερα από τάγμα του Ελληνικού στρατού, που είχε εισχωρήσει στην περιοχή από την Αριδαία.
Η Απελευθέρωση της Καστοριάς
H Καστοριά απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό την 11η Νοεμβρίου 1912. Η ημερομηνία αυτή έμελλε να θέσει τέλος στα 527 χρόνια του τουρκικού ζυγού (1385-1912) και να την κατατάξει οριστικά ανάμεσα στις πόλεις του Νεοελληνικού Κράτους. Ήταν ημέρα εορτής του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Μηνά, ενός όχι και τόσο δημοφιλούς Αγίου στην λατρευτική ζωή των Καστοριανών ως τότε. Χαρακτηριστική είναι η ανυπαρξία περιώνυμου ναού μεταξύ των δεκάδων εκκλησιών της πόλης.
Από την ημέρα εκείνη βέβαια ο Άγιος Μηνάς είναι ο πολιούχος της πόλης, αν και μέχρι σήμερα δεν έχει κτιστεί ναός στο όνομά του. Η Καστοριά λοιπόν, είναι η τελευταία χρονολογικά πόλη της Μακεδονίας που απελευθερώθηκε κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο μεταξύ των συνασπισμένων Βαλκανικών κρατών και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σήμερα συμπληρώνονται ακριβώς 100 χρόνια από την ημέρα εκείνη και είναι η κατάλληλη στιγμή για μια επετειακή αναφορά στο χρονικό της απελευθέρωσης.
Στις 19 Οκτωβρίου 1912, μετά τη μάχη στη Νεάπολη Βοΐου με τους Κρήτες αντάρτες εθελοντές, ο ηττημένος Μπεκήρ Αγάς οπισθοχωρεί στην Καστοριά και καταφεύγει στην Κορυτσά ώστε να ανασυντάξει τις δυνάμεις του και να στρατολογήσει Τουρκαλβανούς ατάκτους.
Στις 10 Νοεμβρίου το 1ο Σύνταγμα Ιππικού υπο τον Αντισυνταγματάρχη Κ. Ζαχαρακόπουλο εγκαταστάθηκε στο Βατοχώρι, καταδιώκοντας τα υποχωρούντα Τούρκικα στρατεύματα από το Μοναστήρι προς την Κορυτσά. Στέλνεται η 1η ίλη υπό τον Επίλαρχο Ι. Άρτη ως αναγνώριση προς την Καστοριά. Υπήρχε η λανθασμένη πληροφορία ότι οι Τούρκοι εγκατέλειψαν την πόλη και ο διάδοχος απέστειλε διαταγή από τη Φλώρινα που βρισκόταν πως σοβαροί πολιτικοί λόγοι επιτάσσουν την κατάληψη της Καστοριάς.
Ο Υπίλαρχος Νικολαΐδης ακολουθώντας την διαταγή κινήθηκε προσεκτικά προς την πόλη για την συλλογή πληροφοριών. Είχε ήδη νυχτώσει όταν διήλθαν από ένα πηγάδι (ή βρύση) κάτω από έναν πλάτανο στην σημερινή Χλόη και έφτασαν στην όχθη της λίμνης κοντά στο σημερινό γήπεδο. Από εκεί εισήλθαν προσεκτικά στην πόλη και βρέθηκαν μπροστά στον τεκέ του Κασίμ Μπαμπά, που βρισκόταν στην βόρεια είσοδο της πόλης (στα σημερινά Ψαράδικα) όπου υπήρχε και μια κρήνη.
Ο δήμαρχος Γούσης ανέφερε το ερώτημα του Νικολαΐδη στον Μεχμέτ Πασά αν θα πολεμήσει ή αν θα παραδώσει την πόλη, μαζί με την ψευδή πληροφορία ότι 25000 άνδρες του Ελληνικού στρατού είχαν περικυκλώσει την πόλη. Η αλήθεια είναι ότι εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στα πρόθυρα της Καστοριάς (Απόσκεπος) μόνο η ολιγομελής ομάδα του Άρτη. Μετά από δύο ημέρες κατάφθασε εδώ όλο το 1οΣύνταγμα Ιππικού από το Βατοχώρι και η ΙΙΙ Μεραρχία από το Σκλήθρο.
Τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 11ης Νοεμβρίου ο Ανθυπίλαρχος Πηχεών εισήλθε πρώτος με λίγους ιππείς και κατευθύνθηκε στον Μητροπολίτη, όπου προανήγγειλε την απελευθέρωση της πόλης. Στις 10:00 π.μ ο Επίλαρχος Άρτης με τους άνδρες του εισήλθε επίσημα στην πόλη και οι χιλιάδες πολίτες ξεχύθηκαν στους δρόμους να τον προϋπαντήσουν.
Εν ονόματι του Βασιλέως της Ελλάδος Γεωργίου του Α’
Καταλαμβάνω την πόλιν Καστορίαν, διακηρύττω καθ’ Υψηλήν εντολήν της Βασιλικής Αυτού Υψηλότητος του Διαδόχου και Γενικού Αρχηγού των εν Μακεδονία στρατευμάτων, ότι οι νόμοι του Ελληνικού Κράτους θέλουσι ισχύει απο σήμερον και δια την Επαρχίαν Καστοριάς ανεξαρτήτως θρησκεύματος.
Απο σήμερον μέχρι νεωτέρας διαταγής θέλει ισχύει ο Στρατιωτικός Νόμος, καθ’ όλην την Επαρχίαν.
Τις πρωινές ώρες της 12ης Νοεμβρίου εισήλθε στην Καστοριά το 1ο Σύνταγμα Ιππικού και λίγο αργότερα ολόκληρη η ΙΙΙ Μεραρχία. Υπήρχε πρόβλημα στέγασης των χιλιάδων αυτών στρατιωτών και έτσι συγκροτήθηκε μια επιτροπή εύρεσης καταλυμμάτων στην πόλη. Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στον στρατώνα και Τούρκικα αρχοντικά κονάκια πολλά από τα οποία πυρπόλησαν οι στρατιώτες κατά τη διαμονή τους ''από εμπρόσεκτη απροσεξία''.
Η Απελευθέρωση της Κορυτσάς
Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης (26 Οκτωβρίου 1912) η Στρατιά Μακεδονίας στράφηκε προς τη Δυτική Μακεδονία. Το Υπουργείο Στρατιωτικών συνέστησε στον Αρχηγό της Στρατιάς Διάδοχο Κωνσταντίνο να συνδυάσει τις επιθετικές του ενέργειες εναντίον των Τούρκων στην περιοχή του Μοναστηρίου με τις αντίστοιχες Σερβικές, με σκοπό τη γρήγορη εκκαθάριση της καταστάσεως και την αιχμαλωσία των Τουρκικών δυνάμεων που συμπτύσσονταν προς νότια.
Σύμφωνα με τις απόψεις της Κυβερνήσεως, που τις έκανε γνωστές στη Στρατιά, υπήρχε κίνδυνος οι Τουρκικές δυνάμεις σε περίπτωση διαφυγής τους να τραπούν προς την Ήπειρο και να ενισχύσουν την Τουρκική φρουρά των Ιωαννίνων.
Μετά την κατάληψη του Μοναστηρίου από τους Σέρβους, αφού ο Ελληνικός Στρατός δεν πρόλαβε λόγω των κακών καιρικών συνθηκών και των μεγάλων αποστάσεων, το Υπουργείο Στρατιωτικών θεώρησε σκόπιμο να διατεθούν δύο μεραρχίες για την απελευθέρωση της Κορυτσάς κατά πρώτο λόγο και μετά των άλλων πόλεων της Δυτικής Μακεδονίας.
Μετά την ανακωχή που υπογράφτηκε μεταξύ Σερβίας, Μαυροβουνίου, Βουλγαρίας από τη μία πλευρά και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από την άλλη, η Στρατιά ανέφερε προς το Υπουργείο των Στρατιωτικών ότι δεν έκρινε σκόπιμη τη συνέχιση των επιχειρήσεων προς την Κορυτσά, εφόσον διαπιστωνόταν μέχρι τις 18 Νοεμβρίου 1912 ότι ο κύριος όγκος του Τουρκικού στρατού αποχώρησε προς τα Ιωάννινα.
Οι δυνάμεις του Τουρκικού στρατού που είχαν παραμείνει στην περιοχή της Κορυτσάς υπολογίζονταν σύμφωνα με πληροφορίες σε 13 τάγματα πεζικού (10.000 - 12.000 άνδρες). Εξαιτίας της διακοπής των επιχειρήσεων των Σέρβων, το μεγαλύτερο μέρος τους κατείχε θέσεις απέναντι στα Ελληνικά τμήματα τα οποία και παρενοχλούσαν με συνεχείς προσβολές.
Στις 11:00 της 29ης Νοεμβρίου, ισχυρές Τουρκικές δυνάμεις επιτέθηκαν εναντίον των προφυλακών του Τμήματος Στρατιάς (Συγκρότημα 1ου Συντάγματος Ιππικού) και μετά από σκληρό αγώνα τις εξανάγκασαν να συμπτυχθούν προς τα δυτικά της Μπίγλιστας, στα υψώματα της Καπεστίτσας, όπου είχαν προωθηθεί μονάδες του πεζικού των Μεραρχιών. Η Στρατιά Μακεδονίας μετά από σχετική πρόταση του Τμήματος Στρατιάς, επέτρεψε την ανάληψη αντεπιθέσεως εναντίον των Τουρκικών δυνάμεων. Η ενέργεια από την 3η και την 6η Μεραρχία, Απόσπασμα της 5ης Μεραρχίας και το 1ο Σύνταγμα Ιππικού υπήρξε κεραυνοβόλος.
Μετά από ορμητική επίθεση στις 5 Δεκεμβρίου, οι Τουρκικές δυνάμεις στην περιοχή της Μπίγλιστας ανατράπηκαν και καταδιώχθηκαν προς την στενωπό Τσαγκόνι και τις ορεινές διαβάσεις του όρους Μοράβα. Στις 6 Δεκεμβρίου συνεχίσθηκε η προώθηση των Ελληνικών Δυνάμεων προς τα δυτικά και παρά την τραχύτητα του εδάφους και την εχθρική αντίσταση στις πλαγιές του χιονοσκέπαστου Μοράβα, τις βραδινές ώρες έφτασαν και εγκαταστάθηκαν αμέσως ανατολικά της Κορυτσάς.
Στις 7 Δεκεμβρίου 1912 ώρα 06:00 ο Ελληνικός Στρατός εισήλθε στην Κορυτσά και μέσα σε συγκινητικές εκδηλώσεις των κατοίκων υψώθηκε στο Διοικητήριο της πόλεως η Ελληνική Σημαία. Μία εβδομάδα αργότερα, στις 14 Δεκεμβρίου, η 3η Μεραρχία προώθησε Τάγμα του 12ου Συντάγματος Πεζικού προς τη Μοσχόπολη την οποία και απελυθέρωσε χωρίς να συναντήσει εχθρική αντίσταση.
Δυνάμεις Αντιπάλων
Την ημέρα της κήρυξης του πολέμου ο Στρατός Ηπείρου διέθετε 8 τάγματα, 3 ανεξάρτητες μοίρες Πυροβολικού, 1 ίλη Ιππικού και 1 λόχο Μηχανικού, συνολικής δύναμης περίπου 10.500 ανδρών. Συγκεντρώθηκε στην περιοχή της Άρτας, κατά μήκος της ανατολικής όχθης του Αράχθου ποταμού, στις 4 Οκτωβρίου, με αποστολή την εξασφάλιση της μεθορίου από τον Αμβρακικό κόλπο μέχρι το Μέτσοβο, μέχρι να κριθούν οι επιχειρήσεις στη Μακεδονία.
Επιχειρήσεις Μέχρι την Απελευθέρωση των Ιωαννίνων
Παρά το γεγονός ότι ο Στρατός Ηπείρου είχε αμυντική αποστολή, ο διοικητής του αποφάσισε να επιτεθεί στις 6 Οκτωβρίου, προκειμένου να καταλάβει την οικονομικότερη και φύσει ισχυρότερη τοποθεσία των υψωμάτων του Γριμπόβου, δυτικά του Αράχθου ποταμού. Έτσι, το 7ο Τάγμα Ευζώνων, υποστηριζόμενο από το πυροβολικό, διήλθε τη γέφυρα της Άρτας και, αφού ανέτρεψε τις δυνάμεις των Τουρκικών φυλακίων, κινήθηκε προς τα υψώματα του Γριμπόβου, ενώ ακολούθησαν και τα υπόλοιπα τμήματα που συμμετείχαν στην επίθεση.
Η απελευθέρωση της Πρέβεζας
Η επιτυχία της κατάληψης της Φιλιππιάδας δεν άφησε ασυγκίνητο το Υπουργείο Στρατιωτικών, που έστειλε για ενίσχυση του Στρατού Ηπείρου το Ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών, δύναμης 2.000 ανδρών. Τώρα ο Σαπουντζάκης μπορούσε και επίσημα να διεξάγει επιθετικές επιχειρήσεις. Η αλλαγή αυτή επικυρώθηκε με Διαταγή της 19ης Οκτωβρίου. Στην κίνησή του προς τα Ιωάννινα, ο «Στρατός της Ηπείρου» δεν μπορούσε να αφήσει την Πρέβεζα στα χέρια των Τούρκων, απειλώντας τα νώτα του.
Στις 18 Οκτωβρίου, στο δεξιό πλευρό του Δεξιού Τομέα, το 3ο Ανεξάρτητο Τάγμα Ευζώνων, προωθούμενο προς το εγκαταλειμμένο Ανώγειο, ήρθε σε επαφή με Τουρκικές δυνάμεις, που προσπάθησαν να το κυκλώσουν από τα νώτα. Το Τάγμα αναγκάστηκε να συμπτυχθεί. Ενώ ο Αριστερός Τομέας, προωθήθηκε στα δυτικά του Αγίου Γεωργίου, εκτελώντας «επιθετική αναγνώριση» μεταξύ Φιλιππιάδας και Θεσπρωτικού.
Η επιχείρηση κατάληψης της Πρέβεζας ξεκίνησε το Σάββατο 20 Οκτωβρίου. Ο καιρός … Πρεβεζάνικος. «Υπό καιρόν ακατάστατον και συνεχή βροχήν εξεκίνησεν ο Ελληνικός στρατός κατά της Πρεβέζης το παρελθόν Σάββατον περί ώραν 3ην πρωινήν», έγραφε ο απεσταλμένος της εφημερίδας «ΕΣΠΕΡΙΝΗ».
Το Απόσπασμα Σπηλιάδη, αποτελούμενο από μονάδες Τακτικού Στρατού, Κρήτες εθελοντές και 200 περίπου Ηπειρώτες υπό τον Κώστα Τζώρτζη, πήρε θέσεις στις απέναντι βουνοπλαγιές, στα υψώματα που ήταν γνωστά ως «Κονίσματα» και ύστερα από σύντομη μάχη, κατάφερε να απωθήσει τις Τουρκικές προφυλακές από τα Φλάμπουρα και στη συνέχεια έλαβε επαφή με την κύρια γραμμή άμυνας στη Νικόπολη.
Από το εχθρικό Πεζικό, από τα πυροβολεία της Νικόπολης και από μία εξοπλισμένη με πολυβόλα Maxim Τουρκική βενζινάκατο. Αλλά χάρη στην τόλμη της 6ης Πυροβολαρχίας του Υπολοχαγού Χαβίκη, η άκατος βυθίστηκε και σύντομα σίγησαν και τα Τουρκικά πυροβόλα. Με επί κεφαλής τον έφιππο Σπηλιάδη και το Διοικητή του Πεζικού Δούλη, τρεις Λόχοι του 3/15 Τάγματος επιτέθηκαν ορμητικά και διέσπασαν την εχθρική άμυνα, ενώ οι Ηπειρώτες εθελοντές «Πρόσκοποι» του Τζώρτζη πήραν το πυροβολείο που ήταν στον Κόλπο του Μύτικα.
Η Πρέβεζα αποκλείστηκε από στεριά και θάλασσα. Ελληνικά πυροβόλα που στήθηκαν στο πυροβολείο της Ανάληψης έριξαν 4 βολιδοφόρες οβίδες, από τις οποίες μία χτύπησε το Φρούριο, σπέρνοντας πανικό. Τα Αρχεία του ΓΕΣ λένε ότι ο Τούρκος Διοικητής, Ταγματάρχης Mehmet Asaf ήθελε να αμυνθεί μέχρις ενός, και ότι «… μόνον κατόπιν επιμόνων πιέσεων που εδέχθη εις την σύσκεψιν που εγένετο εις το παραλιακόν Τουρκικόν Λιμεναρχείον, αλλάζει γνώμην και αποφασίζει την ειρηνικήν παράδοσιν της πόλεως …»
Το μεσημέρι της 21ης Οκτωβρίου, ο Σπηλιάδης εισήλθε έφιππος στη σημαιοστολισμένη Πρέβεζα, κάτω από τις ζητωκραυγές των Ελλήνων κατοίκων της πόλης. 810 Τούρκοι, με επί κεφαλής 2 ανώτερους και 56 κατώτερους Αξιωματικούς, είχαν παραταχθεί στην παραλία με τα όπλα στο έδαφος. Ανάμεσά τους ήταν και 150 περίπου Αρβανίτες αντάρτες, με επί κεφαλής δέκα φυλάρχους τους, φανατικούς μισέλληνες, που αν και ήταν γνωστοί, ωστόσο δεν πειράχτηκαν. Από τους αιχμαλώτους έγινε γνωστό ότι όχι μόνο αγνοούσαν τις ήττες του Στρατού τους σε όλα τα μέτωπα, αλλά από τις εφημερίδες τους μάθαιναν ότι είχαν φτάσει μέχρι τη Θήβα και ότι σε ναυμαχία είχαν καταλάβει τον «Αβέρωφ».
Η μάχη της Νικόπολης στοίχησε στο στρατό μας 10 νεκρούς και 56 τραυματίες μόνο. Οι Τουρκικές απώλειες ξεπέρασαν του 150 νεκρούς και τραυματίες. Η αξία των λαφύρων ξεπέρασε τα 8.000.000 δραχμές. Μεταξύ τους 20 πυροβόλα, κυρίως τοπομαχικά, 2 μυδραλιοβόλα, 15.000 όπλα Mauser και Martini, μία αποθήκη άκαπνης πυρίτιδας, χιλιάδες βλήματα πυροβόλων, αυτοκίνητα, ιματισμός, φάρμακα, εργαλεία και 8.000 σάκκοι αλεύρι που προοριζόταν για το Στρατό στα Ιωάννινα.
Στις 20 Νοεμβρίου η Ελληνική κυβέρνηση γνωστοποίησε στον αρχηγό του Στρατού Ηπείρου ότι επιβαλλόταν η απελευθέρωση των Ιωαννίνων πριν την κατάπαυση των εχθροπραξιών λόγω της έναρξης των διαπραγματεύσεων ειρήνης. Έτσι, μέχρι στις 27 Νοεμβρίου ολοκληρώθηκε η συγκέντρωση των δυνάμεων, οι οποίες συγκροτούνταν ως εξής: στα ανατολικά, το Α΄ Μικτό Απόσπασμα, στο κέντρο το Β΄ Μικτό Απόσπασμα και στα δυτικά, η ΙΙ Μεραρχία, που είχε μεταφερθεί από τη Θεσσαλονίκη.
Με την έναρξη του Ελληνο-Τουρκικού πολέμου 1912-13, η Στρατιά Θεσσαλίας υπό τον Διάδοχο-Αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο, που αποτελούσε τον κύριο όγκο του Ελληνικού Στρατού, προέλασε προς Βορρά, ενώ η Στρατιά Ηπείρου υπό τον Αντιστράτηγο Σαπουντζάκη Κων/νο, συνολικής δυνάμεως περίπου Μεραρχίας, είχε αρχική αποστολή « την παρακώληση πάσης παραβιάσεως της μεθορίου μεταξύ Μετσόβου, Άρτας και Αμβρακικού κόλπου». Την 6η Οκτωβρίου 1912 η Στρατιά Ηπείρου διέβη αιφνιδιαστικά τον Άραχθο ποταμό και ήχθη στη περιοχή Ξηροβουνίου.
Το τελευταίο δεκαήμερο του Νοεμβρίου η Στρατιά ενισχύεται με την ΙΙ Μεραρχία από το μέτωπο της Μακεδονίας, και ενεργεί από 1 έως 3 Δεκεμβρίου την πρώτη επίθεση κατά των υψ. Μπιζανίου και Μανωλιάσας, άνευ όμως αποτελέσματος. Την 14η Δεκεμβρίου αποβιβάζεται στη Πρέβεζα η ΙV Μεραρχία και την 28η του ιδίου η VIη Μεραρχία.
Το Πεδίο της Μάχης
Η Διάταξη των Αντιπάλων
Το σύνολο των δυνάμεων ανήρχετο σε 51 Τάγματα, 33 διμοιρίες πολυβόλων, 14 πεδινές πυροβολαρχίες, 10 ορειβατικές, 2 βαρείες, 3 ίλες και 3 ημιλαρχίες. Αξιοσημείωτη ήταν η χρησιμοποίηση στολίσκου 4 πολεμικών αεροσκαφών στο πεδίο της μάχης.Οι δυνάμεις αυτές για το συντονισμό τους συγκροτήθηκαν σε Διοικήσεις υπό τη Στρατιά και πήραν την εξής δάταξη :
1) Α΄ τμήμα Στρατιάς, με
(α) Τη Μικτή Ταξιαρχία Μετσόβου ( 4ο Σύνταγμα , 24ο Σύνταγμα (1 Τάγμα ), 2 ανεξάρτητα Τάγματα και 2 Ορ. Πυροβολαρχίες ), από το Μέτσοβο μέχρι τις Αν. υπώρειες του Δρίσκου.
(β) Την VIη Μεραρχία ( 1ο Σύνταγμα, 2 πεδινές πυροβολαρχίες, λόχο μηχανικού και μία ημιλαρχία ) από τη γέφυρα Παπαδάκη μέχρι την οδό Αετοράχη- Κουτσελιό.
(γ) Την VIIIη Μεραρχία ( 2ο Σύνταγμα Ευζώνων, το Σύνταγμα Κρητών, 3 πεδινές πυροβολαρχίες και λόχο μηχανικού στην Αετοράχη.
Στο Α΄ Τμήμα Στρατιάς διατέθηκαν επίσης ταγμένα στο Ελληνικό 2 πυροβόλα 105 χιλ και απόσπασμα μηχανικού των 100 ανδρών για την εκκαθάριση των εχθρικών συρματοπλεγμάτων.
2) ΙΙα Μεραρχία
Με το 9ο Σύνταγμα ( 2 Τάγματα, λόχος Ευζώνων, λόχος Πεζικού, λόχο μηχανικού, 3 πεδινές πυροβολαρχίες και μία ημιλαρχία ) στο λόφο Αυγό μέχρι τα υψώματα Θεριακίσι, Ιππαστί της οδού Πρέβεζα-Ιωάννινα.
3) Β΄ Τμήμα Στρατιάς, με τρείς Φάλαγγες.
(α) 1η Φάλαγγα ( 8ο Σύνταγμα , ΙΙΙο Τάγμα του 9ου Συντάγματος , δύο Τάγματα του 11ου Συντάγματος , 4 πολυβόλα, δύο ορειβατικές πυροβολαρχίες και λόχο μηχανικού ) στα υψώματα της Μανωλιάσας.
(β) 2η Φάλαγγα ( 15ο Σύνταγμα , 1ο Σύνταγμα Ευζώνων, δύο Τάγματα του 3ου Συντάγματος , 1 Τάγμα του 17 Συντάγματος, 2 ορειβατικές πυροβολαρχίες και ουλαμό μηχανικού ) στη στενωπό Μανωλιάσας.
(γ) 3η Φάλαγγα ( 7ο Σύνταγμα, 1ο Σύνταγμα, 2 πολυβόλα, δύο ορειβατικές πυροβολαρχίες, ουλαμό μηχανικού, μία ημιλαρχία και το Απόσπασμα Ολύτσικα δυνάμεως 2 Ταγμάτων και τμήματα εθελοντών ) στο χωριό Μπαουσιοί.
4) Λοιπές Δυνάμεις
Απόσπασμα Αχέροντα ( 4 Τάγματα, 4 πολυβόλα, 5 πυροβόλα )στη περιοχή Παραμυθιάς, Απoσπάσματα Πρέβεζας-Λούρου - Φιλιπιάδας( ανά 2 Τάγματα ) στις αντίστοιχες περιοχές, Απόσπασμα Χειμάρας ( 1 Τάγμα, 2 Πυροβόλα ) στη Χειμάρα, Σύνταγμα Ιππικού Ηπείρου (3 ίλες, δύο πολυβόλα) στη περιοχή Χάνι Εμίν Αγά, Πυροβολικό ( 6 πεδινές πυροβολαρχίες και 2 βαρειές ( 24 πεδινά πυροβόλα, 4 των 105 και 6 των 150 χιλιοστών) για Γενική Υποστήριξη, Αεροπορία ( Στολίσκος 4 πολεμικών αεροσκαφών) προς Γενική Υποστήριξη Στρατιάς.
Β. Τούρκων
Τα Σχέδια Ενεργείας - Οι Αποστολές Αντιπάλων
Α. Ελλήνων
Το σχέδιο ενεργείας των Ελλήνων προέβλεπε την αιφνιδιαστική επίθεση στο δεξιό της εχθρικής διατάξεως για την υπερκέραση της οχυρωμένης τοποθεσίας των Ιωαννίνων και συγχρόνως καθήλωση του υπολοίπου εχθρικού μετώπου με παραπλανητικές κινήσεις και βολές πυροβολικού και πεζικού. Η απόφαση για την υπερκέραση του δεξιού του εχθρού ελήφθη την 15η του μηνός Φεβρουαρίου, ενώ μέχρι τότε προεβλέπετο υπερκέραση του εχθρού από τα αριστερά του.
Β. Τούρκων
Η Διεξαγωγή της Μάχης
Η Μοίρα του Ιονίου την 18η και 19η Φεβρουαρίου έκανε παραπλανητική απόβαση στους Αγ. Σαράντα. Η Ταξιαρχία Μετσόβου έλαβε επαφή με την τοποθεσία Δρίσκος-Κοντοβράκι. Το πυροβολικό, από της10ης Φεβρουαρίου και εντονώτερα από την πρωία 19ης Φεβρουαρίου άρχισε σφοδρά πυρά προπαρασκευής, σύμφωνα με το καταρτισθέν σχέδιο.
β) Την 20η Φεβρουαρίου έλαβαν χώρα τα εξής:
(1) 3η Φάλαγξ
(α) Το απόσπασμα Ολύτσικα, επιτεθέν από της πρωίας, κατέλαβε τον αυχένα Μουσπίνας-Αγίου Βλασίου.
(β) Διλοχία από τους λόχους 5/1και 3/11 κατέλαβε τον αυχένα Τσαβίδα, και πληροφορηθείσα ότι τα οχυρά Τσούκας και Αγ. Νικολάου είχαν καταληφθεί, αποσύρθηκε και εγκαταστάθηκε στην Κοσμηρά.
(γ) Το I/11 Τάγμα και διλοχία 7oυ Συντάγματος κατόπιν σκληρού αγώνος κατέλαβαν υψ. Αγ. Νικολάου, Νοτίως Κοσμηρά. Οι Τούρκοι ετράπησαν εις φυγή και κυριεύθηκαν 10 πυροβόλα και αρκετό υλικό.
(2) 1η Φάλαγξ
Κατόπιν σκληρού αγώνα, μέχρι την μεσημβρία επετεύχθη η κατάληψη όλων των περί την Μανωλιάσα τουρκικών θέσεων. Οι Τούρκοι ετράπησαν εις φυγή προς Πεδινή-Αγ. Ιωάννη, αφήσαντες στο πεδίο της μάχης 6 πυροβόλα και αρκετό υλικό. Ο Διοικητής της Φάλαγγας εγκαταστάθηκε στη Μανωλιάσα.
(3) 2α Φάλαγξ
(α) Επιτέθηκε από το πρωί, κατέλαβε με την εμπροσθοφυλακή ( 1ο Σύνταγμα Ευζώνων και Ι/17 Τάγμα ) τον αυχένα ανατολικά του χωρίου Μελιγγιοί, και συγκεντρώθηκε στη Δωδώνη. Ο διοικητής της εμπροσθοφυλακής Ανχης Παπδόπουλος Διονύσιος, πληροφορηθείς ότι το υψ. Αγ. Νικολάου είχε καταληφθεί, συνέχισε την προέλαση του προς Ιωάννινα. Οι Τούρκοι, μετά την απόρριψη τους από όλο το μέτωπο Μανωλιάσας-Τσούκας ήταν υπό διάλυση και κινούνταν από την πεδινή προς Ιωάννινα. Στις 1700 ω καταλαμβάνεται η Πεδινή, και τα 8ο και 9ο Τάγματα Ευζώνων συνεχίζουν την καταδίωξη του εχθρού προς Ιωάννινα.
(β) Ο διοικητής της Φάλαγγος, που θεωρούσε την αποστολή του περαιωθείσα, απέστειλε διαταγή στο 1ο Σύνταγμα Ευζώνων να ανακόψει την προέλαση του και να εγκατασταθεί στη Πεδινή. Ο Διοικητής της εμπροσθοφυλακης δεν έλαβε τη διαταγή αυτή, συνέχισε την προέλαση του και μέχρι την 1800 ώρα το 9ο Τάγμα Ευζώνων υπό τον Ταγματάρχη Βελισσαρίου Ιωάννη κατέλαβε το χωρίο Αγ. Ιωάννης, όπου κυρίευσε πληθώρα πολεμικού υλικού και συνέλαβε πολλούς αιχμαλώτους. Με νεώτερη διαταγή του ο διοικητής της Φάλαγγος επετίμησε τον διοικητή εμπροσθοφυλακής για την προέλαση.
(γ) Η πρωτοβουλία του 1ου Συντάγματος Ευζώνων να αχθεί στα νώτα της εχθρικής διατάξεως, ενώ αντιστεκόταν ακόμα τα οχυρά Μπιζανίου, Καστρίτσας και Σαδοβίτσας, ανάγκασε τους Τούρκους να παραδοθούν. Στις 2300 της 20ης Φεβρουαρίου έφθασε στις προφυλακές του 9ου Τάγματος Ευζώνων αντιπροσωπία από τούρκους αξιωματικούς και τον επίσκοπο Δωδώνης, που οδηγήθηκε στο Γενικό Στρατηγείο για τη συζήτηση των όρων παράδοσης.
Η ΙΙα Μεραρχία έλαβε στενή επαφή με τα πρώτα χαρακώματα του Μπιζανίου. Οι VIη και VIIIη Μεραρχίες προώθησαν τη διάταξη τους στα 600μ από τα τουρκικά χαρακώματα. Τμήματα της VIης Μεραρχίας κατέλαβαν το χωριό Μουζακαίοι.
(5) Ταξιαρχία Μετσόβου
Επετέθη από πρωίας της 20ης και κατέλαβα τα υψ. Δρίσκου και Κοντοβράκι. Οι Τούρκοι υποχώρησαν προς Καστρίτσα.Εν τω μεταξύ ο διοικητής του 9ου Τάγματος Ευζώνων, οδηγών τους απεσταλμένους του Εσάτ Πασά αφίχθη την 0430 ω στο Γενικό Στρατηγείο. Την επομένη 22 Φεβρουαρίου εισήλθε στην πόλη των Ιωαννίνων σαν ελευθερωτής ο Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος. Την 23η Φεβρουαρίου δια της ημερησίας διαταγής εξήρε το κατόρθωμα της άλωσης του Φρουρίου των Ιωαννίνων:
Συμπεράσματα
β) Η πρωτοβουλία του διοικητού του 1ου Συντάγματος Ευζώνων και κυρίως των διοικητών των 8ου και 9ου Ταγμάτων να προωθηθούν στα νώτα της εχθρικής διατάξεως επιτάχυνε την παράδοση των Τούρκων, και αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για ηγήτορες στο πεδίο της μάχης.
γ) Οι πρωτοπόροι Έλληνες αεροπόροι ( Υπολοχαγός Μουτούσης-Υπολοχαγός Καμπέρος κ.ά ), με αποστολές αναγνωρίσεως και βομβαρδισμού των εχθρικών θέσων, πέτυχαν αξιόλογα αποτελέσματα, κυρίως στο ηθικό του εχθρού.
δ) Τέλος το επιθετικό πνεύμα του Έλληνος στρατιώτου και η αδάμαστος θέληση του για τη νίκη, είχαν σαν αποτέλεσμα την άλωση της φύσει και θέσει οχυράς τοποθεσίας των Ιωαννίνων.
Στην Ήπειρο διατέθηκε αρχικά δύναμη μιας μεραρχίας περίπου, υπό τον Αντιστράτηγο Σαπουντζάκη Κωνσταντίνο, με αμυντική κυρίως αποστολή που απέβλεπε στην εξασφάλιση της μεθορίου, η οποία άρχιζε από το Άκτιο (στον Αμβρακικό κόλπο), περνούσε από την Άρτα και κατέληγε στα Τζουμέρκα, συνολικού αναπτύγματος 150 χιλιομέτρων περίπου.
Παρόλα αυτά, με την έναρξη του πολέμου, οι Ελληνικές δυνάμεις στην Ήπειρο (Στρατός Ηπείρου) πέρασαν τον Άραχθο και αφού κατέλαβαν, μετά από σύντομο αγώνα, διάφορα δεσπόζοντα υψώματα στα βορειοδυτικά της Άρτας, προέλασαν προς την Πρέβεζα την οποία απελευθέρωσαν στις 21 Οκτωβρίου και την οργάνωσαν ως βάση εφοδιασμού τους.
Μετά τις παραπάνω επιτυχίες, αλλά και την ευμενή εξέλιξη των επιχειρήσεων στη Μακεδονία, το Υπουργείο Στρατιωτικών ενίσχυσε το Στρατό Ηπείρου με διάφορες μονάδες από το Μακεδονικό μέτωπο και το εσωτερικό και μετέβαλε την αποστολή του από αμυντική σε επιθετική.
Επακολούθησαν σκληροί αγώνες, στη διάρκεια των οποίων τα Ελληνικά τμήματα κατέλαβαν στις 28 Οκτωβρίου την ισχυρή τοποθεσία Πέντε Πηγάδια και συνέχισαν προς την πεδιάδα των Ιωαννίνων, όπου είχε συγκεντρωθεί ο όγκος των Τουρκικών δυνάμεων. Παράλληλα, άλλα Ελληνικά τμήματα, που εξόρμησαν από την περιοχή της Καλαμπάκας, απελευθέρωσαν στις 31 Οκτωβρίου το Μέτσοβο.
Στο μεταξύ όμως οι συνθήκες του αγώνα είχαν μεταβληθεί σημαντικά, λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών και της σοβαρής ενισχύσεως των Τούρκων με νέες δυνάμεις από την περιοχή του Μοναστηρίου. Έτσι η προέλαση του Ελληνικού Στρατού ανακόπηκε και οι αντίπαλοι περιορίστηκαν σε ανταλλαγή πυρών και αγώνα προφυλακών.
Tο τελευταίο δεκαήμερο του Νοεμβρίου, ύστερα από απόφαση της Κυβερνήσεως να επιδιώξει την απελευθέρωση της Ηπείρου πριν από τη σύναψη συνθήκης ειρήνης μεταξύ των εμπολέμων, ο Στρατός Ηπείρου ενισχύθηκε με τη IΙ Μεραρχία από τη Θεσσαλονίκη και ανέλαβε νέα επιθετική προσπάθεια.
Μετά όμως από αλλεπάλληλες ενέργειες, από 1 μέχρι 3 Δεκεμβρίου, οι Ελληνικές δυνάμεις προσέκρουσαν στην οχυρωμένη τοποθεσία των Ιωαννίνων, όπου και αναχαιτίστηκαν. Επακολούθησε περίοδος στασιμότητας στο μέτωπο, μέχρι της ενισχύσεως του Στρατού Ηπείρου και με τις IV και VI Μεραρχίες από το Θέατρο Επιχειρήσεων Μακεδονίας, αφού στο μεταξύ είχε ολοκληρωθεί η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και της Δυτικής Μακεδονίας και ήταν δυνατή η αποδέσμευση δυνάμεων για την επίσπευση της απελευθερώσεως της Ηπείρου.
Νέα επίθεση που έγινε από τις 7 μέχρι τις 10 Ιανουαρίου 1913, με κύρια προσπάθεια κατά του Οχυρού Μπιζάνι, αναχαιτίστηκε και πάλι από τους Τούρκους, με πολλές μάλιστα απώλειες για τις Ελληνικές δυνάμεις.
Τελικά σφοδρή επίθεση, που εκτοξεύτηκε στις 20 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, είχε ως αποτέλεσμα τον αιφνιδιασμό των Τούρκων, ιδίως από τη βαθειά Ελληνική εισχώρηση στο δεξιό πλευρό τους και την «άνευ όρων» παράδοση στον Ελληνικό Στρατό της πόλεως των Ιωαννίνων, μετά δύο ημέρες (21 Φεβρουαρίου 1913) από τον Τούρκο Διοικητή Εσσάτ Πασά.
Η νίκη είχε βραβεύσει τις ακαταπόνητες προσπάθειες, τον απαράμιλλο ενθουσιασμό, τη φιλοπατρία και την ακλόνητη πίστη του Έλληνα μαχητή. Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, πέρα από την εξουδετέρωση κάθε σοβαρής Τουρκικής αντιστάσεως στην Ήπειρο και την κυρίευση σημαντικού πολεμικού υλικού, είχε πρώτιστα σοβαρή επίδραση στο Ελληνικό γόητρο, το οποίο μετά και από την επιτυχία αυτή εξυψώθηκε διεθνώς. Ο ενθουσιασμός, με τον οποίο ο λαός των Ιωαννίνων δέχτηκε την είσοδο στην πόλη των Ελληνικών στρατευμάτων, κατόπτριζε και τον πανελλήνιο ενθουσιασμό, που ήταν πράγματι πρωτοφανής.
Μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, οι IV και VI Μεραρχίες της Στρατιάς Ηπείρου μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Οι υπόλοιπες κινήθηκαν βορειότερα και μέχρι τις 5 Μαρτίου 1913 απελευθέρωσαν τις περιοχές της Βόρειας Ηπείρου Αργυρόκαστρο, Χειμάρρα, Αγίους Σαράντα, Τεπελένι, Πρεμετή και Κλεισούρα, ενώ η Κορυτσά είχε ήδη απελευθερωθεί από τις 7 Δεκεμβρίου 1912.
Ο ακραιφνής Ελληνικός πληθυσμός των περιοχών αυτών υποδέχτηκε με απερίγραπτο ενθουσιασμό τα ελληνικά στρατεύματα. Οι απελευθερωτικοί όμως αυτοί αγώνες και οι θυσίες του Ελληνικού Στρατού δεν είχαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Οι προαιώνιοι πόθοι και τα όνειρα των Ελλήνων της Βόρειας Ηπείρου έμειναν τελικά ανεκπλήρωτα, αφού η Βόρεια Ήπειρος περιλήφθηκε με απόφαση των τότε Μεγάλων Δυνάμεων στο νεοσύστατο Αλβανικό Κράτος, αλλάζοντας απλώς κυρίαρχο.
Το πρωί της 20ής Φεβρουαρίου άρχισε η γενική επίθεση του Ελληνικού στρατού κατά της οχυρωμένης τοποθεσίας. Στον τομέα του Β΄ Τμήματος Στρατιάς, τα 8ο και 9ο Τάγματα του 1ου Συντάγματος Ευζώνων κατόρθωσαν να πετύχουν βαθιά διείσδυση και εισχώρηση ταυτόχρονα με την 3η Φάλαγγα, αναγκάζοντας τους Τούρκους που αμύνονταν στο μέτωπο Μεγάλης Τσούκας-Μανολιάσας να υποχωρήσουν προς τα Ιωάννινα.
Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΣΤΟΛΟΣ
Η Απελευθέρωση των Νησιών του Αιγαίου
Παράλληλα με τις επιχειρήσεις στον Τουρκοκρατούμενο ηπειρωτικό Ελληνικό χώρο, διεξάγονταν στη θάλασσα του Αιγαίου και ναυτικές επιχειρήσεις, που σκοπό είχαν, αφενός, να καταστεί ο Ελληνικός στόλος κυρίαρχος στη θαλάσσια περιοχή και, αφενός, να απελευθερωθούν τα Ελληνικά νησιά. Οι Τούρκοι είχαν οργανώσει σημαντικά αμυντικά έργα για την προστασία των νησιών, γεγονός που απαιτούσε, από την Ελληνική πλευρά, σοβαρή και προσεκτικά οργανωμένη προσπάθεια για την απελευθέρωσή τους.
Η Δράση του Ελληνικού Στόλου
Από την πρώτη ημέρα του πολέμου, ο Ελληνικός στόλος, που ήταν και η κύρια συνεισφορά της Ελλάδος στην Βαλκανική συμμαχία, ανέλαβε ουσιαστική δράση. Σε μία ενέργεια ανάλογη με αυτή του Βότση στην Θεσσαλονίκη στις 8 Νοεμβρίου το τορπιλοβόλο αρ.14 ανάγκασε Τουρκική κανονιοφόρο που προστάτευε τις Κυδωνιές να αυτοβυθιστεί.
Ο Ελληνικός στόλος, υπό τις διαταγές του Παύλου Κουντουριώτη εξασφάλισε τον απόλυτο έλεγχο του Αιγαίου: απέπλευσε αμέσως βορειοανατολικά και άρχισε περιπολίες έξω από τα Δαρδανέλια. Ο Τουρκικός στόλος, ο οποίος λόγω της παρουσίας του Ιταλικού στο Αιγαίο από τον Απρίλιο του 1912 είχε παραμείνει προφυλαγμένος μέσα στα Στενά, δεν πρόλαβε να αντιδράσει έγκαιρα.
Στις 8 Οκτωβρίου καταλήφθηκε η Λήμνος και άρχισε η μετατροπή του φυσικού λιμανιού της, του Μούδρου, σε ναυτική βάση και ορμητήριο του Ελληνικού στόλου. Από τις 6 Οκτωβρίου έως τις 20 Δεκεμβρίου του 1912 μικτά αγήματα του στόλου απελευθέρωσαν, όλα σχεδόν τα νησιά του ανατολικού και βόρειου Αιγαίου:
- 17/10/1912 Ίμβρος, Θάσος και Άγιος Ευστράτιος.
- 18/10/1912 Σαμοθράκη.
- 21/10/1912: Ψαρά.
- 24/10/1912: Τένεδος.
- 02/11/1912: χερσόνησος Αγίου Όρους.
- 11/11/1912: Λέσβος.
- 13/11/1912: Χίος.
- 14/11/1912: Οινούσσες.
- 27/11/1912: Ικαρία.
- 02/03/1913: Σάμος.
Κατά την διάρκεια των ναυτικών επιχειρήσεων σημειώθηκαν και τα εξής γεγονότα:
- 19/10/1912: Το τορπιλλοβόλο 11 βυθίζει το Θ/Κ «Φετχ-ι-Μπουλέντ»
- 12/11/1912: Το τορπιλλοβόλο 14 τορπιλλίζει την Κ/Φ Τραπεζούς.
- 09/12/1912: Τορπιλλική επίθεση του Υ/Β Δελφίν κατά του Κ/Τ Μετζητιέ και 4 Α/Τ, με την υποστήριξη 4 Ελληνικών Α/Τ. Η επίθεση απέτυχε, αλλά η καθυστέριση που προκάλεσε επέτρεψε στο Θ/Κ Αβέρωφ να καταφθάσει και να εκδιώξει τα τουρκικά πολεμικά.
Στις 3 Δεκεμβρίου 1912 μπροστά στα Δαρδανέλλια ο Ελληνικός στόλος σημείωσε την πρώτη μεγάλη ναυτική επιτυχία κατά του Οθωμανικού, ο οποίος προσπάθησε να βγει από τα Στενά. Τελικά υποχώρησε με σημαντικές απώλειες και υλικές ζημιές.
Στις 5 Δεκεμβρίου ο Τουρκικός στόλος βγήκε για δεύτερη φόρα από τα Στενά, σε μια προσπάθεια να ανάκτησει το χαμένο κύρος του και τον έλεγχο του Αιγαίου. Σε μικρή απόσταση από την Λήμνο συνάντησε τον Ελληνικό στόλο με επικεφαλής το θωρηκτό «Αβέρωφ». Έπειτα από σύντομη καταδίωξη από το Ελληνικό θωρηκτό, τα Τουρκικά πλοία υποχώρησαν και πάλι προς τα Στενά.
Μετά την δεύτερη αυτή ναυτική αναμέτρηση, ο Τουρκικός στόλος δεν ανέλαβε καμία πρωτοβουλία για ανάκτηση της ναυτικής κυριαρχίας στο Αιγαίο και παρέμεινε προφυλαγμένος πίσω από τα Στενά.
Η Απελευθέρωση της Λήμνου
Την Παρασκευή 5 Οκτωβρίου του 1912, στις 10.00 το πρωί ο Υπουργός Ναυτικών Στράτος, ο Γενικός Επιθεωρητής Ναύαρχος Λ. Τώφνελ, ο Πρωθυπουργός Ε. Βενιζέλος και ο Βασιλεύς Γεώργιος Α’ της Ελλάδος επιβιβάζονται στο σημαιστολισμένο Θ/Κ ΑΒΕΡΩΦ, στο οποίο τελείται θεία λειτουργία κι αγιασμός για το κατευόδιο του στόλου.Είχε προηγηθεί η κήρυξη του πολέμου Ελλάδας-Τουρκίας.
Μετά τον αγιασμό, ανακοινώνεται η προαγωγή του Παύλου Κουντουριώτη σε Υποναύαρχο κι ο ορισμός του ως Αρχηγός του Στόλου του Αιγαίου.Ακολούθησαν οι προσφωνήσεις των πολιτικών κι οι ευχές του Βασιλέως. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος θα πει απευθυνόμενος στον υποναύαρχο πλέον Παύλο Κουντουριώτη και στους 550 ναύτες του Αβέρωφ: «Η πατρίς αξιοί από υμάς όχι απλώς να αποθάνητε υπέρ αυτής. Αυτό θα ήταν το ολιγώτερον. Αξιοί να νικήσετε».
Στις 13:30 το μεσημέρι ο Ελληνικός στόλος ήταν έτοιμος να αποπλεύσει από το Φάληρο με προορισμό το Μούδρο της Λήμνου. Ο υποναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης επέλεξε το λιμάνι του Μούδρο, επισημαίνοντας την καίρια θέση του λιμένος για να τον χρησιμοποιήσει ως ναύσταθμο του Ελληνικού στόλου.
Αναχωρώντας από το Φάληρο ο Παύλος Κουντουριώτης απέστειλε προς όλα τα πλοία του στόλου το ακόλουθο σήμα (ΗΩΠ: 051330/10/1912): «Η Α.Μ. ο Βασιλεύς στέλνει θερμάς ευχάς υπέρ της επιτυχίας του ιερού αγώνος μας. Αι δάφναι των ενδόξων πολέμων του Ελληνισμού πληρούσι πολλάς σελίδας της Ιστορίας και έχει ακράδαντον πεποίθησιν ότι ο ημέτερος στόλος σήμερον θα προσθέσει μίαν ένδοξον σελίδα εις την ιστορία του Ναυτικού».
Το Σάββατο 6 Οκτωβρίου του 1912,το πρωί ο Ελληνικός στόλος πλέει έξω από τον Άγιο Ευστράτιο. Εκεί το αντιτορπιλικό «Βέλος», το οποίο ως ανιχνευτικό προπορευόταν του «Αβέρωφ» συνάντησε και συνέλαβε ένα Τούρκο χωροφύλακα (θεωρήθηκε ως ο πρώτος αιχμάλωτος των βαλκανικών πολέμων) που έπλεε μέσα σε μια βάρκα με προορισμό την Λήμνο.
Στις δυο το μεσημέρι το «Αβέρωφ» έφθασε στο Κάστρο της Λήμνου. Ο Παύλος Κουντουριώτης διέταξε και ήρθε στο πλοίο ο Τούρκος Καϊμακάμης (Διοικητής,τοποτηρητής). Όταν ο Κουντουριώτης του ζήτησε να παραδώσει το νησί της Λήμνου ο Τούρκος Καϊμακάμης του απάντησε ότι αγνοούσε την κήρυξη του πολέμου. Γενικότερα ο Καιμακάμης προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο ευελπιστώντας σε Τουρκική βοήθεια.
Οι Λημνιοί μόλις είδαν το στόλο έξω από το Κάστρο άρχισαν να φωνάζουν «Ήρταν γοι Έλλην’». Βλέποντας τα πλοία με την Ελληνική σημαία, μπήκαν σε βάρκες (μπήκαν και πολλοί έμποροι οι οποίοι έσπευσαν να πουλήσουν στους ναύτες τσιγάρα και καπνό) και έσπευσαν να υποδεχτούν το στόλο, ζητώντας να μάθουν για ποιο λόγο ο στόλος είχε έρθει στη Λήμνο. Αδυνατούσαν να αποδεχτούν ότι μετά από τόσα χρόνια σκλαβιάς είχε φτάσει η ιερή ώρα της απελευθέρωσης του νησιού.
Στις 9 Οκτωβρίου, κάτω από τους χαιρετιστήριους κανονιοβολισμούς των Ελληνικών θωρηκτών, υψώνεται στο φρούριο η Ελληνική σημαία. Μέχρι το βράδυ, δύο λόχοι του 20ου συντάγματος έχουν ολοκληρώσει την κατάληψη της Λήμνου. Ο Μούδρος μετατράπηκε,ύστερα από σκληρή δουλειά των πληρωμάτων, σε πολεμική βάση και έκτοτε χρησιμοποιήθηκε ως μόνιμο ορμητήριο του Στόλου μας.
«Η νήσος Λήμνος μ’ όλων των εν αυτή πόλεων, κωμών και συνοικισμών, μετά των λιμένων και ακτών αυτής κατελήφθη υφ’ ημών και διατελεί από τούδε εις την κατοχήν μας». Με αυτά τα λόγια ο Παύλος Κουντουριώτης χαιρέτησε τους Λημνιούς. Ο Παύλος Κουντουριώτης για να ευχαριστήσει το Θεό, που τον αξίωσε να ελευθερώσει τη Λήμνο από τους Οθωμανούς, αφιέρωσε στο ναό της Ευαγγελίστριας στο Μούδρο έναν επιτάφιο, ο οποίος υπάρχει μέχρι τις μέρες μας στο ναό.
Η Απελευθέρωση της Θάσου
Οι Νεότουρκοι, μετά την προκήρυξη του Τουρκικού συντάγματος, και όταν αντιβασιλιάς της Αιγύπτου ήταν ο Αμπάς Χιλμί πασάς, αφαίρεσαν όλα τα προνόμια που είχαν δοθεί στο νησί από τον Μωχάμετ Άλι. Η Θάσος περέμεινε κάτω από την εξουσία του Αμπάς Χιλμί μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους και στη συνέχεια ελευθερώθηκε από τον Ελληνικό στρατό και στόλο (Οκτώβριος 1912).
Από τότε αποτελούσε μέρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, όπως προέκυψε από τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου. Όσο οι Τούρκοι κατείχαν ξανά την Ελλάδα (1902-1912), οι δάσκαλοι, οι ιερείς και οι συγγραφείς καλλιέργησαν την εθνική συνείδηση του λαού. Έτσι, ο Σεπτέμβριος του 1912 βρήκε τον Ελληνικό λαό πατριωτικά, ψυχολογικά και πνευματικά έτοιμο να πολεμήσει μαζί με τους Σέρβους και τους Βούλγαρους για να αποτινάξουν τον τουρκικό ζυγό από τα νησιά και τα εδάφη γύρω από το όρος Όλυμπος.
Τον Ιούνιο του 1912, οι Βούλγαροι επιτέθηκαν στους Σέρβους στη Γευγελή και στους Έλληνες στις απελευθερωμένες περιοχές, γεγονός που αποτέλεσε την έναρξη του 2ου Βαλκανικού Πολέμου. Την ίδια εποχή άρχισε να δραστηριοποιείται ο Ελληνικός στόλος στο Αιγαίο, κάτι που οδήγησε το ναύαρχο Κουντουριώτη να υπογράψει τον Οκτώβριο του 1912 την προκήρυξη. Στις 18 του ίδιου μήνα η «Λόγχη» και η «Καταιγίδα» του στόλου μαζί με το μεταγωγικό πλοίο «Πύλος» κατέλαβαν τη Θάσο.
Αμέσως μετά την απελευθέρωση της Θάσου, εστάλη στην περιοχή ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Σωτηριάδης, ο πρώτος έφορος των αρχαίων και Χριστιανικών μνημείων του νησιού.
Όσον αφορά την περίοδο μεταξύ 1920-1940, τα πιο σημαντικά γεγονότα του νησιού ήταν η άφιξη των προσφύγων της Μικράς Ασίας και της Θράκης μετά την καταστροφή του 1922, και η απαλλοτρίωση της ακίνητης περιουσίας των μοναστηριών του Αγίου Όρους, η οποία μοιράστηκε με τους κατοίκους του νησιού, έπειτα από πρωτοβουλία του ιδιωτικού μέλους Αυγούστου Θεολογίτη.
Η Απελευθέρωση της Λέσβου
Η κήρυξη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου (5 Οκτωβρίου 1912) έγινε με αφορμή την άρνηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να ικανοποιήσει σειρά αιτημάτων που έθεσαν οι κυβερνήσεις της Ελλάδας, της Σερβίας, του Μαυροβουνίου και της Βουλγαρίας, τα οποία αφορούσαν την ισότιμη, εκ μέρους των Οθωμανικών αρχών, μεταχείριση των Χριστιανών και των Μουσουλμάνων, υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Η αιτία ασφαλώς της κήρυξης του πολέμου ήταν η απελευθέρωση των περιοχών εκείνων, στις οποίες κατοικούσαν ορθόδοξοι Χριστιανοί με Ελληνική, Σερβική και Βουλγαρική συνείδηση. Ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, στον οποίο ο Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος είχε αναθέσει τη διοίκηση του Ελληνικού στόλου, σχεδίασε την άμεση κατάληψη των νησιών που βρίσκονταν κοντά στην έξοδο των Δαρδανελλίων. Το πρώτο νησί που απελευθερώθηκε ήταν η Λήμνος (8 Οκτωβρίου 1912), γιατί ο Ναύαρχος αποσκοπούσε στη χρήση του κόλπου του Μούδρου ως φυσικού αγκυροβολίου του Ελληνικού στόλου.
Η Λέσβος και η Χίος, επειδή βρισκόταν αρκετά μακριά από την έξοδο των Δαρδανελλίων, δεν εντάσσονταν άμεσα στα σχέδια του Κουντουριώτη και γι’ αυτό η απελευθέρωσή τους καθυστερούσε. Οι ειδήσεις που κατέφθαναν στη Λέσβο για την απελευθέρωση των γειτονικών της νησιών από τον ελληνικό στόλο, αύξαναν τόσο την αγωνία όσο και την επιθυμία των Χριστιανών κατοίκων της για την άμεση απελευθέρωση και του δικού τους νησιού.
Πράγματι, ο Ελληνικός στόλος, με το Nαύαρχο Παύλο Κουντουριώτη επικεφαλής, ξεκίνησε από τον κόλπο του Μούδρου το βράδυ της 7ης Νοεμβρίου και αγκυροβόλησε τα ξημερώματα της 8ης Νοεμβρίου 1912 έξω απ’ το λιμάνι της Μυτιλήνης.
Η αποβίβαση των Ελλήνων πεζοναυτών και ναυτών άρχισε στις 12.30 το μεσημέρι, κάτω απ’ τα ξέφρενα πανηγύρια του κόσμου και έγινε στη λεγόμενη Πετρόσκαλα, που βρισκόταν στη θέση του σημερινού Τελωνείου. Μετά την παράδοση των Οθωμανικών αρχών, όλη η πόλη σημαιοστολίστηκε. Στο Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Αθανασίου πραγματοποιήθηκε δοξολογία, στην οποία χοροστάτησε ο Μητροπολίτης Μυτιλήνης Κύριλλος, ο οποίος μαζί με το σύνολο των παρευρισκομένων έψαλε το «Χριστός Ανέστη».
Αμέσως, με ανακοίνωσή τους οι Ελληνικές αρχές κήρυξαν την ένωση του νησιού με την Ελλάδα και διακήρυξαν την ισονομία και την ισοπολιτεία για όλους τους κατοίκους, Χριστιανούς και Μουσουλμάνους. Από τα πρώτα μέτρα της Ελληνικής διοίκησης ήταν η έκδοση αναμνηστικής σειράς γραμματοσήμων. Η έκδοση πραγματοποιήθηκε με την επισήμανση των κατασχεθέντων στο ταχυδρομείο Οθωμανικών γραμματοσήμων με τη φράση: « Ελληνική Κατοχή Μυτιλήνης».
Στις 10 Νοεμβρίου το οπλιταγωγό Μακεδονία αγκυροβόλησε έξω από το Πλωμάρι και οι πεζοναύτες του αποβιβάστηκαν μέσα στους έξαλλους πανηγυρισμούς των κατοίκων. Ακολούθησε η κατάλυση των Οθωμανικών αρχών στην Αγιάσο, στον Πολιχνίτο, στη Γέρα, ενώ η Ελληνική ζώνη κατοχής επεκτάθηκε βόρεια μέχρι τη Θερμή.
Η Απελευθέρωση του Βορειοανατολικού Τμήματος της Λέσβου
Ο αριθμός των Ελληνικών δυνάμεων που αποβιβάστηκαν, δεν ξεπερνούσε τους 1.600 άνδρες. Επειδή ο Οθωμανικός στρατός αριθμούσε 1.500 - 2.000 άνδρες, αποφασίστηκε να μη γίνει η τελική σύγκρουση, πριν φτάσουν ενισχύσεις σε άνδρες στρατιωτικά μέσα και πολεμοφόδια.
Όμως, το βόρειο και δυτικό μέρος νησιού θα παραμείνουν κάτω από την τρομοκρατία των Οθωμανών, και κυρίως των ατάκτων ανταρτικών Μουσουλμανικών σωμάτων (Βασιβουζούκων) που συνέδραμαν το έργο του τακτικού στρατού. Έτσι, Βασιβουζούκοι, διάσπαρτοι στις βορειοανατολικές περιοχές του νησιού, λεηλάτησαν το Μεσότοπο, την Αγία Παρασκευή, την Ερεσό και έκαψαν σπίτια στην Πέτρα.
Όταν στις 8 Νοεμβρίου του 1912 έγινε η αποβίβαση του Ελληνικού στρατού στη Μυτιλήνη, αρκετοί Χριστιανοί πατριώτες τέθηκαν στη διάθεση του Ελληνικού στρατού, ο οποίος και τους εξόπλισε με σκοπό να τους χρησιμοποιήσει ως πολιτοφυλακή στα Λεσβιακά χωριά και ως αντίβαρο στα Μουσουλμανικά ανταρτικά σώματα.
Οι Οθωμανικές τακτικές στρατιωτικές δυνάμεις είχαν οχυρωθεί στο στρατόπεδό τους στον Κλαπάδο, ένα Μουσουλμανικό χωριό που δεν υπάρχει πια σήμερα και βρισκόταν στην ευρύτερη περιφέρεια της Λαφιώνας. Όμως, οι Χριστιανοί κάτοικοι του τουρκοκρατούμενου ακόμα τμήματος του νησιού δεν είχαν καμιά αμφιβολία για την τελική έκβαση της μάχης.
Στο μεταξύ ο Ελληνικός στρατός είχε ενισχυθεί σημαντικά από 1.500 περίπου άνδρες και πολλούς ντόπιους εθελοντές. Το κύριο σώμα των εθελοντών αποτελούσε η περίφημη Λεσβιακή φάλαγγα, η οποία απαρτιζόταν από 210 Λέσβιους μετανάστες, που είχαν έρθει απ’ την Αμερική, για να βοηθήσουν στην απελευθέρωση της πατρίδας τους. Μετά την άφιξη των πολυπόθητων ενισχύσεων στα τέλη Νοεμβρίου, ο Ελληνικός στρατός θα βαδίσει προς το οχυρωμένο στρατόπεδο των Οθωμανών στον Κλαπάδο.
Το Οθωμανικό στρατόπεδο του Κλαπάδου δεν θα μπορέσει να αντέξει για πολύ στις επιθετικές ενέργειες του Ελληνικού στρατού, που ξεκίνησαν στις 6 Δεκεμβρίου και συνοδευόταν από εύστοχες βολές πυροβολικού. Ο βομβαρδισμός του στρατοπέδου συμπληρώθηκε και από εκπληκτικής ακρίβειας βολές που ρίχνονταν από τα Ελληνικά πολεμικά πλοία που βρίσκονταν στα ανοιχτά της Πέτρας. Το πρωτόκολλο παραδόσεως του Οθωμανικού στρατού υπογράφηκε το πρωί της 8ης Δεκεμβρίου 1912 στο ύψωμα Πετσοφάς, νοτιοανατολικά του Κλαπάδου.
Τις επόμενες μέρες απελευθερώθηκε σταδιακά και το υπόλοιπο τμήμα του νησιού. Στην τελική νίκη των Ελληνικών όπλων σημαντική ήταν και η συμβολή της Λεσβιακής φάλαγγας. Αλλά και πολλοί άλλοι Χριστιανοί της Λέσβου βοήθησαν τον Ελληνικό στρατό στην προσπάθειά του να καταβάλει τον οθωμανικό στρατό στον Κλαπάδο, αφού έδωσαν σημαντικές στρατιωτικές πληροφορίες ή χρησίμευσαν ως οδηγοί του.
Η Απελευθέρωση της Χίου
Με το ξέσπασμα του ο 1ου Βαλκανικού πολέμου, οι Χιώτες δημιούργησαν ευθύς αμέσως επαναστατικό κίνημα στα Καρδάμυλα με την ονομασία "Εθελοντικό Σώμα Καρδαμυλιωτών". Εμπνευστές της εξέγερσης ήταν ο δάσκαλος Παναγιώτης Αντωνόπουλος, ο γιατρός Ηλίας Ασπιώτης και ο δικηγόρος Μιχαήλ Ζολώτας. Το Αρχηγείο της επαναστατικής οργάνωσης στήθηκε στην εκκλησία της Αγ.Μαρίνας στο Περδίκι ενώ τα γύρω κτίσματα στέγασαν ένα πρόχειρο νοσοκομείο καθώς και κέντρο επικοινωνιών.
Στις 20/12/1912, τα Πολεμικά πλοία "Εσπερία", "Μακεδονία", Μυκάλη", "Αμβρακία", καταφθάνουν στη Χίο. Με τα πυροβόλα τους βάλλουν εναντίον των Οθωμανικών θέσεων και προετοιμάζουν αποβατική επιχείρηση από δύναμη Πεζοναυτών. Έτσι, δύναμη 200 Καρδαμυλίων υπό τον Ανθυπασπιστή Σταρίδα υποβοηθούμενη από 40 Πεζοναύτες υπό τον Δεκανέα Παυσανία Κατσώτα (τον γνωστό Κατσώτα της Ι Ορεινής Ταξιαρχίας στη Μ.Ανατολή) και 12 Κρητικούς εθελοντές υπό τον Μανωλακάκη,επιτίθενται στις Τουρκικές θέσεις.
Ο Ελληνικός Στρατός αποβιβάζεται στη Χίο. Με χαρά, με κέφι και ενθουσιασμό επιβιβάζονται οι άνδρες στις βάρκες που γεμάτες τρέχουν στην αμμουδιά. Ο εχθρός οχυρωμένος στην ξηρά, προσπαθεί να αποκρούσει την απόβαση χωρίς αποτέλεσμα.
Οι Τούρκοι μετά την απόβαση του Ελληνικού στρατού και την αποτυχημένη προσπάθεια για να την αποκρούσουν που επιχείρησαν στην περιοχή του Κονταριού, εγκαταλείπουν τη νύχτα την πόλη και τραβούν προς το χωριό Καρυές. Οι κάτοικοι του νησιού στη συνάντησή τους με τον απελευθερωτικό στρατό ξεσπούν σε δαιμονιώδεις ζητωκραυγές. Οι γυναίκες κρατώντας σημαίες φιλούν όχι μόνο τα πρόσωπα αλλά και τους μανδύες, τα χέρια και τα πόδια των ελευθερωτών.
Μετά την απόβαση του απελευθερωτικού στρατού στη Χίο ακολουθεί σύγκρουση στο Αίπος. Η μάχη αυτή προξενεί σ' όλους μεγάλη αίσθηση. Ο λαϊκός ποιητής γράφει σχετικά:
Η Απελευθέρωση της Σάμου
Στις παραμονές του Βαλκανικού πολέμου του 1912, ηγεμόνας στη Σάμο ήταν ο Ανδρέας Κοπάσης, Τουρκόφιλος, αυταρχικός, είχε καταπατήσει όλα σχεδόν τα προνόμια του Σαμιώτικου λαού, φέρνοντας αρκετό τούρκικο στρατό στο νησί για την εμπέδωση δήθεν της τάξης. Για τις προδοτικές του ενέργειες, δολοφονήθηκε στις 9 του Μάρτη 1912 από τον Σταύρο Δημητρίου Μπαρέτη που κατάγονταν από το χωριό Μπαλάφτσα της Μακεδονίας, στην παραλία του Βαθιού.
Στη Σάμο διορίστηκε ο Βεγλερής. Εν τω μεταξύ, ο Τουρκικός στρατός παραβιάζοντας το καθεστώς της Ηγεμονίας, παραμένει στη Σάμο, καταλύοντας κάθε έννοια δημοκρατίας και νομιμότητας και στο μεταξύ καταφθάνουν νέες ενισχύσεις από την απέναντι μικρασιατική ακτή. Στις 7 του Σεπτέμβρη μια ομάδα ενόπλων Σαμιωτών, με αρχηγό το Θεμιστοκλή Σοφούλη, αποβιβάζονται στο Μαραθόκαμπο.
ΨΗΦΙΣΜΑ
1. Να εφαρμοσθεί εν τη πλήρει και αληθή αυτού έννοια ο προνομιακός χάρτης του 1832.
2. Nα αποσυρθεί ολοτελώς εκ τη νήσου ημών ο παρά τας ρητάς διατάξεις του προνομιακού χάρτου παραμένων Τουρκικός στρατός.
3. Να δοθώσιν οι προσήκουσαι εγγυήσεις περί της τηρήσεως και εφαρμογής των τω μέλλοντι των προνομίων ημών, καθισταμένου νομίμου και ανεπηρεάστου πάσης επεμβάσεως του ηγεμονικού θεσμού.
4. Δηλοί ότι έχει αμετάτρεπτον απόφασιν όπως εαν και νυν δεν εισακουσθώσι τα δίκαια αιτήματά του διεκδικήσει τα καταπατούμενα δίκαιά του δια παντός μέσου και πάσης θυσίας.
5. Παρέχει πλήρη πληρεξουσιότητα εις τον κ. Θεμιστοκλήν Σοφούλην όπως ενεργήσει προς εκπλήρωσιν των αιτημάτων του.
6. Εκλέγει επιτροπείαν τους υπογεγραμμένους εις ους αναθέτει την εντολήν να υποβάλωσι το παρόν εις την έντιμον Βουλήν των Σαμίων και προς τους κ.κ. Προξένους των εν τη Σάμω προστάτιδων δυνάμεων.
Η μάχη Μπαϊρακτάρη κράτησε πεισματικά όλη μέρα με νεκρούς και τραυματίες. Με την επέμβαση των προξένου της Αγγλίας Λουί Μάρκ, ορίστηκε πενθήμερος ανακωχή από 13 έως 18 Σεπτέμβρη. Τα χωριά της ανατολικής Σάμου σχεδόν αδειάζουν και οι κάτοικοι καταφεύγουν στο Βαθύ για προστασία καθώς και στα χωριά της δυτικής Σάμου. Οι Τούρκοι στην περιοχή Παλαιοκάστρου καίνε τις οικίες, τις σοδειές, τα καπνά και όλα τα υπάρχοντα. Το ίδιο συμβαίνει και στο Μεσόκαμπο, όπου είχαν αποβιβασθεί. Στο Πάνω Βαθύ ειδοποιήθηκαν οι κάτοικοι να το εγκαταλείψουν και να κατέβουν στο Κάτω Βαθύ για περισσότερη ασφάλεια.
Με την πενθήμερη ανακωχή έγιναν διαπραγματεύσεις και συμφωνήθηκε να εγγυηθούν οι αρχές του νησιού με τις προστάτιδες δυνάμεις την ασφαλή μεταφορά του τουρκικού στρατού στην απέναντι ακτή. Οι Τούρκοι στρατιώτες με την επέμβαση του Σοφούλη μεταφέρθηκαν με Σαμιώτικα καΐκια με την σημαία της ηγεμονίας. Με την αποχώρηση του Τουρκικού στρατού ο λαός πανηγυρίζει. Το βράδυ της 19ης Σεπτεμβρίου 1912, ο Σοφούλης με προκήρυξή επισημαίνει, ότι η μόνη κυρίαρχος και έγκυρος εν τω τόπω εξουσία είναι η επανάστασις. Στις 5 του Οκτώβρη τα Βαλκανικά κράτη Ελλάδα, Βουλγαρία και Σερβία, κηρύττουν τον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας.
Ο Σοφούλης, μη μπορώντας να κρατήσει τα δάκρυά του, διακήρυξε την πανηγυρική ένωση της Σάμου με την Μητέρα Ελλάδα. Οι αγώνες και οι θυσίες του Σαμιώτικου λαού δικαιώνονταν. Το καθεστώς της υποτέλειας γκρεμίζονταν συθέμελα και τη θέση του έπαιρνε η ελευθερία και η δημοκρατία, ιδανικά για τα οποία αγωνίστηκε ο Σαμιώτικος λαός. Αλλά, παρ’ όλη την ανείπωτη χαρά που δοκίμασε ο Σαμιώτικος λαός, η επίσημη αναγνώριση δεν είχε ακόμη γίνει από την Ελληνική κυβέρνηση και οι υποτιθέμενοι προστάτες μας, λόγω αντικρουόμενων συμφερόντων, δεν αποδέχτηκαν το επαναστατικό καθεστώς και την ένωση.
Χρειάστηκαν να γίνουν πάνδημα συλλαλητήρια στην κυρίως Ελλάδα, για να στείλει η κυβέρνηση στις 2 του Μάρτη 1913 στη Σάμο, το θωρηκτόν Σπέτσαι να συνοδεύσει το εμπορικόν Θεσσαλία με δύο λόχους στρατού για την κατάληψη του νησιού. Στις 2 Μαρτίου ημέρα Σάββατο, παραμονή της Ορθοδοξίας, αγκυροβολούν στο λιμάνι του Βαθιού και παράλληλα περιπολούν ανοιχτά στο πέλαγος, τα αντιτορπιλικά μας Νίκη και Βέλος που είχαν φτάσει από τη Χίο.
Το πρωί της 2ας Νοεμβρίου 1912, από το λιμάνι του Μούδρου της Λήμνου, αποπλέει Μοίρα του Ελληνικού Στόλου με επικεφαλής το θρυλικό Θωρηκτό «Γ. Αβέρωφ», υπό τον Ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη, και κατευθύνεται προς το Άγιο Όρος. Η παρουσία των πολεμικών σκαφών στα ανοικτά της χερσονήσου του Άθω, γίνεται αντιληπτή από τους μοναχούς των παραθαλασσίων μοναστηριών και κελλιών και κάτω από τις χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες εκατοντάδων καμπάνων τα πλοία πλησιάζουν τις ακτές του Αγίου Όρους.
Στις 11.30 οι Μονές φέρονται σημαιοστολισμένες ενώ οι μοναχοί αλλαλάζοντας από χαρά κανονιοβολούν και τυφεκιοβολούν. Το Θωρηκτό "Γ. Αβέρωφ" ανταποδίδει με 21 χαιρετιστήριες βολές. Στη Δάφνη αγκυροβολεί το Αντιτορπιλικό «Θύελλα» και αποβιβάζει άγημα από 40 άνδρες, οι οποίοι ανεβαίνουν και απελευθερώνουν τις Καρυές. Ο επικεφαλής αξιωματικός του αγήματος «εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων» επικυρώνει την αποβατική ενέργεια και χαρακτηρίζει τον Καϊμακάμη, τους υπαλλήλους και τη μικρή Τουρκική δύναμη «ως αιχμαλώτους πολέμου άνευ πολεμικής τινός ενεργείας». Ταυτόχρονα στη Δάφνη και στις Καρυές υψώνεται η Ελληνική Σημαία.
Το «Γ. Αβέρωφ» με τα ανιχνευτικά «Ιέραξ» και «Πάνθηρ» κατευθύνονται στον όρμο του Πρόβλακα, κοντα στα Νέα Ρόδα, όπου αποβιβάζουν 200 άνδρες, οι οποίοι καταλαμβάνουν την διώρυγα του Ξέρξη. Από τη στιγμή αυτή, στις 2 Νοεμβρίου 1912, μετά από 488 χρόνια υποδουλώσεως, ταπεινώσεων και πολλών περιπετειών, το Άγιον Όρος απελευθερώνεται. Στις 18.00 τα πλοία αποπλέουν για Λήμνο, εκτός του "Θύελλα" που σπεύδει προς Ικαρία.
Την επόμενη ημέρα, στις 3 Νοεμβρίου, συνήλθαν σε συνεδρίαση οι αντιπρόσωποι όλων των Μονών, εκτός της Ρωσικής, και υπεγράφη στον κώδικα των πρακτικών της συνεδρίας πράξη, δια της οποίας διαπιστωνόταν η κατάλυση των Τουρκικών αρχών. Η επίσημη δε πράξη έγινε στις 5 Νοεμβρίου 1912. Στις 4 Νοεμβρίου 1912 η Ιερά Κοινότητα αποστέλλει ευχαριστήριο τηλεγράφημα για την απελευθέρωση του Αγίου Όρους στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος και απάντησε ως εξής:
«Ο Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου
Εν Αθήναις τη 25η Νοεμβρίου 1912
Πανοσιολογιώτατοι,
Μετά βαθυτάτης συγκινήσεως αποδεχόμενος τον φιλόστοργον υμών ασπασμόν ευχαριστώ από μέσης καρδίας επί ταις τιμητικαίς εκφράσεσι, δι' ων με περιβάλλουσι αι υμέτεραι Αγιότητες. Αντισυγχαίρων δε επί ταίς νίκαις, αίτινες θεία συνάρσει στέψασαι τα ελληνικά όπλα απελύτρωσαν και τους της Αθωνιάδος τόπους, επικαλούμαι τας προς τον Ύψιστον υμετέρας δεήσεις υπέρ της κατά τους κοινούς πόθους περατώσεως του Ιερού αγώνος.
Ελευθέριος Κ.Βενιζέλος».
Η πλειοψηφία των μοναχών, πλην των Ρώσων, πανηγυρίζει το τέλος της αλλόθρησκης Οθωμανικής κατοχής και κυρίως για την αυτονόητη προοπτική ενσωμάτωσης του Αγίου Όρους στον Εθνικό Κορμό. Ωστόσο η de jure αναγνώριση της Ελληνικής κυριαρχίας στον Άθω, που αρχικά επιχειρήθηκε να αποτραπεί από άλλα ορθόδοξα κράτη, έγινε το 1919 με τη Συνθήκη του Νεϊγύ και οριστικά το 1920 με τη Συνθήκη των Σερβών.
Και ενώ όλη η Ελλάδα πανηγύριζε την απελευθέρωση της Μακεδονίας και το Άγιον Όρος τη δική του, φανερά πλέον και απροσχημάτιστα στην Ιερά Μονή Ζωγράφου «βρέθηκε» εγκατεστημένος όχι ευκαταφρόνητος σε αριθμό και οπλισμό επίλεκτος για την αποστολή, Βουλγαρικός στρατός και η Μονή υπό Βουλγαρική κυριαρχία και κατοχή.
Οι Βούλγαροι επιδίωξαν μόνιμη εγκατάσταση στη Μονή Ζωγράφου και στο επίνειο αυτής. Παράλληλα άρχισαν να διεκδικούν μέρος της Αγιορείτικης γης για το βουλγαρικό κράτος. Ύψωσαν τη Βουλγαρική σημαία στη μονή και παρέμειναν και όλο το χειμώνα και την άνοιξη του 1913. Εν τω μεταξύ το απόσπασμα προχώρησε μέχρι τις Καρυές, πρωτεύουσα του Όρους, αλλά εκεί η παρουσία Ελληνικών δυνάμεων συνετέλεσε στην επιστροφή των Βουλγάρων στη μονή Ζωγράφου χωρίς να δημιουργηθούν επεισόδια.
Το Ελληνικό κράτος όμως άρχισε να ανησυχεί και να λαμβάνει μέτρα προληπτικώς καθώς οι σχέσεις Ελλήνων και Βουλγάρων οξύνθηκαν τόσο ώστε να επίκειται η κήρυξη πολέμου μεταξύ τους, που άλλωστε συνέβη. Η δύναμη του Ελληνικού στρατού και της Χωροφυλακής, που είχε εγκατασταθεί στο Άγιον Όρος ήταν μικρή. Έτσι ύστερα από συνεννόηση του Έλληνα αστυνόμου με δύο κελιώτες μοναχούς, τους Γέροντα Αβέρκιο και Ιωάννη Κομβολογά δημιουργήθηκε εθελοντικό σώμα στις Καρυές από 100 περίπου Έλληνες κελλιώτες και άλλους εργαζόμενους σε διάφορες μονές.
Μετά την έναρξη του Β' Βαλκανικού πολέμου και την άρνηση του Βουλγαρικού στρατού να παραδοθεί σε μονάδα του Ελληνικού στόλου, ομάδα κελλιωτών και λαϊκών με επί κεφαλής τον αστυνόμο, πολιόρκησε την οχυρωμένη μονή Ζωγράφου και έριξε μερικές εκφοβιστικές βολές. Η στενή πολιορκία και η πάροδος του χρόνου ανάγκασαν το Βουλγαρικό τμήμα να παραδοθεί στις 21 Ιουνίου και να μεταφερθεί αιχμάλωτο στον Πειραιά.
Ναυμαχία της Έλλης
Η ναυμαχία της Έλλης στις 3 Δεκεμβρίου 1912, ήταν η πρώτη από τις δύο κορυφαίες μάχες μεταξύ του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού και του Οθωμανικού Στόλου κατά τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο και πραγματοποιήθηκε στην έξοδο των στενών των Δαρδανελλίων (ή Ελλησπόντου). Η ναυμαχία έληξε με τη νίκη του Ελληνικού στόλου και τον εγκλεισμό του Οθωμανικού εντός των στενών.
Πριν την Ναυμαχία
Τους πρώτους μήνες του πόλεμου ο Τουρκικός στόλος υπό την διοίκηση του ναύαρχου Ραμίζ Μπέη παρέμεινε προστατευμένος στα στενά των Δαρδανελίων (στο ναύσταθμο Ναγαρά), χωρίς να επιχειρήσει έξοδο στο Αιγαίο. Από την άλλη πλευρά ο Ελληνικός στόλος υπό την διοίκηση του ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη κράτησε επιθετική στάση απελευθερώνοντας ένα ένα τα νησιά του Αιγαίου και αναμένοντας την έξοδο των Τουρκικών πλοίων από τα Στενά.
Η Ναυμαχία
Την παραμονή, το βραδυ της 4 Δεκεμβρίου 1912, σύμφωνα με τη διήγηση του παρόντος Τούρκου Πλωτάρχη Χασάν Σαμί Μπέη, οι Τούρκοι αξιωματικοί έγραψαν τις διαθήκες τους και αποσύρθηκαν νωρίς για ύπνο ώστε να είναι ακμαίοι το πρωί. Τα ξημερώματα, ο Μουεζίνης κάλεσε τα πληρώματα γονατιστά να προσευχηθούν. Αμέσως μετά, ο Τουρκικός στόλος απέπλευσε. Το πρωί της 3/16 Δεκεμβρίου στις 8 η ώρα με καλό καιρό και ήσυχη θάλασσα, άρχισε η έξοδος του Τουρκικού στόλου από τα Στενά.
Ο Ελληνικός στόλος με επικεφαλής την ναυαρχίδα θωρηκτό Αβέρωφ, ακολουθούμενη από τα θωρηκτά Ύδρα, Σπέτσες, αρχηγίδα του Μοιράρχου Πλοιάρχου Πέτρου Γκίνη και Ψαρά, και από πίσω τα αντιτορπιλλικά Αετός, Ιέραξ, Λέων και Πάνθηρ (τα αποκαλούμενα Θηρία) έσπευσε να συναντήσει τον αντίπαλο στόλο.
Τα τέσσερα Τουρκικά θωρηκτά με την έξοδό τους έστριψαν δεξιά παραπλέοντας το ακρωτήριο της Έλλης (επειδή δεν ήθελαν να απομακρυνθούν από τα φρούρια της ακτής), ενώ τα Ελληνικά στράφηκαν προς συνάντησή τους. Οι δύο στόλοι ήρθαν αντιμέτωποι στις 09:00 σε διάταξη μάχης και απόσταση 17 χλμ. Σε αυτό το σημείο ο ναύαρχος Κουντουριώτης σήμανε πολεμική έγερση και εξέπεμψε το παρακάτω ιστορικό σήμα προς τον στόλο:
«Με την βοήθειαν του Θεού, τας ευχάς του Βασιλέως μας και εν ονόματι του Δικαίου, πλέω μεθ' ορμής ακαθέκτου και με την πεποίθησιν της νίκης κατά του εχθρού του Γένους».
Ο Ελληνικός στόλος δεν έβαλε πρώτος για να κάνει οικονομία πυρομαχικών. Ώρα 09:05 υψώνεται στο Αβέρωφ το προειδοποιητικό σήμα "αρχίσατε πυρ συγχρόνως μετά του Ναυάρχου". Στις 09:22 ο Τουρκικός στόλος άνοιξε πρώτος πυρ από απόσταση 12.500 μ., ενώ ο Ελληνικός περίμενε 3 λεπτά ανοίγoντας πυρ στις 09:25 από απόσταση 12.000μ. Τα Τουρκικά θωρηκτά έβαλλαν κυρίως εναντίον του Αβέρωφ με ταχύ πυρ αλλά χωρίς επιτυχία, ενώ και το Αβέρωφ δεν έκανε ακριβείς βολές.
Στις 09:35 με την απόσταση των δύο στόλων στα 9.500 μ. ο Κουντουριώτης αποδέσμευσε τον στόλο από τις κινήσεις της ναυαρχίδας του υψώνοντας την σημαία "Ζ" (κινούμαι ανεξάρτητα), και εκμεταλλευόμενος την μεγαλύτερη ταχύτητα του Αβέρωφ όρμησε ακάθεκτος με ταχύτητα 21 κόμβων, διαγράφοντας τόξο μπροστά από την γραμμή του Τουρκικού στόλου με σκοπό να υπερφαλλαγίσει τα Τουρκικά θωρηκτά και να τα βάλει μεταξύ των πυρών του Αβέρωφ και των υπολοίπων Ελληνικών θωρηκτών.
Ο σχηματισμός βαλλόταν συνεχώς από το Αβέρωφ και τα άλλα θωρηκτά, που στο μεταξύ πλησίασαν τον Τουρκικό στόλο σε απόσταση 4100 μ. Στις 09:55 το Μπαρμπαρόσα δέχτηκε πλήγμα στο κατάστρωμα της πρύμνης και λίγο αργότερα ένα άλλο βλήμα διαπέρασε τον πυργίσκο της πρύμνης και προκάλεσε ζημιές και στους λέβητες.
Σε όλη τη διάρκεια της εμπλοκής το θωρηκτό Αβέρωφ έριξε 127 βλήματα ενώ θα μπορούσε να εκτοξεύσει τετραπλάσια, γιατί κατά τη διάρκεια της ανεξάρτητης δράσης του τα πυροβόλα του έπαθαν προσωρινή εμπλοκή. Επίσης δέχτηκε τέσσερα βλήματα μεγάλου διαμετρήματος και δεκαπέντε μικρού, αλλά οι ζημιές που υπέστη ήταν ελάχιστες.
Η πρώτη Τουρκική μοίρα που, βγαίνοντας από τα Στενά έστριψε προς την Τένεδο, χωρίς να ακολουθήσει τα θωρηκτά, συνάντησε ομάδα Ελληνικών πλοίων και επέστρεψε στον Ελλήσποντο μετά από μια μικρή ανταλλαγή πυρών.
Απώλειες
Οι απώλειες των Τούρκων ήταν 7 νεκροί και αρκετοί τραυματίες από το Barbarossa το οποίο υπέστη σημαντικές ζημιές στους λέβητες και το πυροβόλο των 180 χιλ. αχρηστεύτηκε εντελώς. Επιπλέον το Torgut Reis μέτρησε 51 νεκρούς και 40 τραυματίες που μεταφέρθηκαν στο νοσοκομειακό πλοίο Ρεσίτ Πασάς. Οι απώλεις του Ελληνικού στόλου ήταν 2 άντρες του πληρώματος νεκροί και 5 τραυματίες, ενώ τραυματίστηκε και ένας ακόμη άντρας από το Σπέτσαι.
Η Επόμενη Μέρα
Την επόμενη ημέρα ο Κουντουριώτης έστειλε την αναφορά του στο Υπουργείο των Ναυτικών. Ο παράτολμος ελιγμός του θεωρήθηκε ασυλλόγιστος ηρωισμός, και ακόμη και ο βασιλιάς Γεώργιος Α' του τηλεγράφησε συστήνοντάς του σύνεση και ψυχραιμία. Το Αβέρωφ ήταν η ισχυρότερη μονάδα του στόλου και πιθανή απώλειά του θα ανέτρεπε τον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των δύο στόλων.
Στον επόμενο μήνα (από την Ναυμαχία της ¨Ελλης),ο Τουρκικός στόλος επιχείρησε αρκετές εξόδους από τα στενά, αλλά κάθε φορά πριν απομακρυνθεί έβρισκε μπροστά του την Ελληνική θωρηκτή μοίρα με τον Αβέρωφ μπροστά. Σύντομα οι Τούρκοι κατάλαβαν ότι για να έχουν ελπίδες επιτυχίας, έπρεπε να απαλλαγούν από αυτό το ταχύτατο εύδρομο.
Έτσι το βράδυ της 13ης Δεκεμβρίου, μια συνεφιασμένη νύχτα το εύδρομο Χαμηδιέ μασκαρεμένο σε Ρωσικό πολεμικό και με κυβερνήτη τον Ρεούφ Μπέη, κατάφερε να διαφύγη της προσοχής των Ελληνικών περιπολιών και να πλεύση προς το νότιο Αιγαίο, με τον σκοπό να δημιουργήσει αντιπερισπασμό και να παρασύρει έτσι το μόνο Ελληνικό πλοίο που μπορούσε να το καταδιώξει, τον Αβέρωφ, μακρυά από τα Δαρδανέλια.
Πράγματι, την επόμενη ημέρα κατέπλευσε έξω από το λιμάνι της Ερμουπόλεως στην Σύρο όπου αφού βύθισε το εξοπλισμένο πλοίο Μακεδονία, βομβάρδισε εγκαταστάσεις στην στεριά. Στην συνέχεια εξαφανίσθηκε προς νότο με μεγάλη ταχύτητα. Αυτή την φορά ήταν η σειρά των Ελλήνων να πανικοβληθούν. Ο Κουντουριώτης λαμβάνει κατεπείγουσες διαταγές για “… καταδίωξη του εχθρικού σκάφους προπορευομένου του Αβέρωφ με μεγίστη ταχύτητα.”
Η Ναυμαχία
Oι Τούρκοι από την μεριά τους νομίζοντας ότι ο Αβέρωφ είχε όντως απομακρυνθεί βάσει των διαταγών που είχε λάβει, ετοιμαζόντουσαν να επιχειρήσουν έξοδο. Ο Ραμίζ Μπέης, προσπαθώντας να ανορθώση το πεσμένο ηθικό των ανδρών του για την νέα μάχη, έφερε από το μουσείο της Κωνσταντινουπόλεως το περίφημο λάβαρο του φοβερού κουρσάρου Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσσα που καταναυμάχησε τον χριστιανικό στόλο του Αντρέα Ντόρια στην Πρέβεζα το 1538, και το ύψωσε στον ιστό της ναυαρχίδας του που έφερε το ίδιο όνομα.
Στην Τουρκική διάταξη, που πλησίαζε για να βομβαρδίσει τον ναύσταθμο, προηγείται το Μετζιδιέ και ακολουθούν σε κάποια απόσταση τα θωρηκτά σε γραμμή παραγωγής. Μόλις όμως το εύδρομο έφθασε κοντά στο ακρωτήρι Ειρήνη, έκανε την εμφάνισή του και ο Ελληνικός στόλος που έβγαινε από τον Μούδρο. Πρώτο πρώτο, με σύννεφα μαύρου καπνού να ξεχύνονται από τις καπνοδόχους του ήταν το εύδρομο Αβέρωφ.
Το Μετζιδιέ (Medjidiye) σταματά απότομα, κάνει στροφή 180 μοιρών και κατευθύνεται ολοταχώς προς τα Τουρκικά θωρηκτά. Είναι φανερό ότι οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν απόλυτα από την παρουσία της Ελληνικής ναυαρχίδας που την νόμιζαν ότι καταδίωκε το Χαμηδιέ. Όμως δεν έχουν την ταχύτητα ούτε και τα περιθώρια να ξεφύγουν από τον Αβέρωφ. Η μάχη που ήθελε ο Κουντουριώτης είναι πλέον αναπόφευκτη. Οι Τούρκοι τώρα στρέφουν προς νοτιοδυτικά και οι Έλληνες παίρνουν αμέσως “συγκλίνουσα πορεία”. Η απόσταση μεταξύ των στόλων μειώνεται συνεχώς.
Από την πρώτη στιγμή είναι φανερό ότι όλα τα πλοία τους συγκεντρώνουν τα πυρά τους στον Αβέρωφ. Οι Έλληνες αντίθετα μοιράζονται : ο Αβέρωφ και το Σπέτσες σημαδεύουν το Μπαρμπαρόσσα, ενώ το Ύδρα και το Ψαρά το Τοργκούτ Ρεϊς. Καθώς η απόσταση έπεσε στα 6.500 μέτρα τα Ελληνικά πυρά που είναι πολύ περισσότερο συντονισμένα και εύστοχα φέρνουν αποτέλεσμα :
Τέσσερα λεπτά αργότερα μία ομοβροντία του Αβέρωφ βρίσκει το Μπαρμπαρόσσα ολόσωμα. Ένα βλήμα κτυπά τον μεσαίο πύργο του των 11 ιντσών και τον καταστρέφει σκοτώνοντας το πλήρωμά του από 35 άνδρες. Ένα άλλο ξυρίζει τον ιστό του και στέλνει το ιστορικό λάβαρο στον βυθό του Αιγαίου ενώ άλλα διατρυπούν το λεβητοστάσιο και τις υπερκατασκευές του πλοίου. Είναι η σειρά του Μπαρμπαρόσσα να στραφεί προς βορράν.
Σε τρία λεπτά το ακολουθεί και το σχετικά άθικτο Τοργκούτ Ρεϊς. Kαθώς όμως το τελευταίο καλύπτει την υποχώρηση, συγκεντρώνει πάνω του όλα τα πυρά. Οι Έλληνες πυροβολητές με ακρίβεια και ψυχραιμία γυμνασίων στέλνουν την μία πίσω από την άλλη τις οβίδες τους στο πρώην Γερμανικό θωρηκτό Βάϊσσενμπουργκ.
Η μπροστινή τσιμινιέρα του πέφτει, η πρυμναία γέφυρά του καταστρέφεται και δύο από τα δευτερεύοντα πυροβόλα του ανατινάζονται. Μία οβίδα εκρήγνυται στο λεβητοστάσιό του σκοτώνοντας πολλούς ναύτες και πλημμυρίζοντάς το. Το κατάστρωμα του γεμίζει τρύπες και στραβωμένα σίδερα και το πλοίο αρχίζει να παίρνει κλίση.
Ο Ραμίζ Μπέης στέλνει σήμα προς τον στόλο του : “Επιστρέψατε ολοταχώς στα Στενά, έκαστος για τον εαυτό του”.Η μάχη είναι μόλις τριάντα πέντε λεπτών…Ο Κουντουριώτης τώρα δίνει διαταγή για καταδίωξη του εχθρού “πάση δυνάμει”. Ο Αβέρωφ αναπτύσσει πάλι ταχύτητα 23 μιλίων και ξεχύνεται πίσω από τον εχθρό που φεύγει κακήν κακώς.
Όμως τα γέρικα θωρηκτά Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά δεν μπορούν να ακολουθήσουν παρά τις ηρωικές προσπάθειες των μηχανικών τους, πιάνουν μόλις 15 μίλια. Έτσι ο Αβέρωφ με τον Κουντουριώτη απομένουν μόνοι να δώσουν το τελειωτικό χτύπημα. Αποδεικνύουν ότι είναι κάτι παραπάνω από ικανοί.
H ναυαρχίδα ελίσσεται διαρκώς σε ζίγκ-ζάγκ ακολουθώντας τα εχθρικά πλοία από μικρή απόσταση και ραίνοντας τα ασταμάτητα με οβίδες. Ο ναύαρχος Ραμίζ, βλέποντας ότι το Τοργκούτ έχει πάρει μεγάλη κλίση από τα νερά που μπήκαν στα ύφαλά του, επιχειρεί να το καλύψει με το δικό του πλοίο. Είναι πραγματικά μία γενναία ενέργεια, αλλά έχει σαν αποτέλεσμα η Τουρκική ναυαρχίδα να δεχθεί ένα πραγματικό σφυροκόπημα από τα πυροβόλα του Αβέρωφ.
Σαράντα πέντε λεπτά κρατάει το μαρτύριο των Τουρκικών πλοίων, μέχρι που στις 2 και μισή το μεσημέρι φθάνουν στο καταφύγιο των στενών. Και όπως τα Τουρκικά πλοία χανόντουσαν πίσω από το ακρωτήριο της Έλλης, σαν για αποχαιρετισμό, τα πυροβόλα των 7,5 ιντσών του Αβέρωφ στέλνουν ένα βλήμα να καταστρέψη τον μεσαίο πύργο του Τοργκούτ…
Επίλογος
O απολογισμός της μάχης ήταν συντριπτικός για τους Οθωμανούς: Το Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσσα είχε δεχθεί 20 πλήγματα και είχε 75 νεκρούς και 130 τραυματίες, ενώ τα περισσότερα πυροβόλα του ήταν εκτός μάχης. Το Τοργκούτ Ρεϊς είχε σοβαρή εισροή υδάτων και 47 νεκρούς και τραυματίες.
Η Ελληνική νίκη στην ναυμαχία της Λήμνου είχε σημαντικότατες συνέπειες. Στην Τουρκία κηρύσσεται ημέρα πένθους και η κυβέρνηση Κιαμήλ αναγκάζεται να υπογράψει την συνθήκη ειρήνης με την Ελλάδα. Η παράδοση που θέλει το Ελληνικό ναυτικό να μην έχει υποστείλει την σημαία του ποτέ μέσα σε 3.000 και πλέον χρόνια, συνεχίζεται και η απόλυτη κυριαρχία των Ελλήνων στο Αιγαίο που έχει την αρχή της στην Μινωϊκή Κρήτη, αποκαθίσταται πάλι για να παραμείνει αμείωτη μέχρι των ημερών μας.
Σαν ενδεικτικό του υψηλότατου ηθικού των Ελλήνων ναυτών θα αναφέρουμε το παρακάτω σχεδόν απίστευτο περιστατικό : Η πρώτη μετά την μάχη διαταγή του Παύλου Κουντουριώτη ήταν να γίνει αυστηρός ιατρικός έλεγχος στους ναύτες και στους αξιωματικούς, διότι αν και επί του “Αβέρωφ” έπεσαν τρία βλήματα, στο ιατρείο δεν παρουσιάστηκαν τραυματίες.
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΣΤΟΝ Α' ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ
Η Εμφάνιση του Αεροπλάνου στην Ελλάδα (1911-1912)
Η εμφάνιση του αεροπλάνου στην Ελλάδα οφείλεται αρχικά στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Πρωτεργάτης ήταν ο θεατρικός επιχειρηματίας Λεωνίδας Αρνιώτης, ο οποίος έκανε το 1908 δύο δημόσιες ανεπιτυχείς προσπάθειες απογείωσης του αεροπλάνου του, τύπου Bleriot, με κινητήρα των 30 ίππων, με μοναδικό αποτέλεσμα τελικά, την καταστροφή του αεροσκάφους. Ο πρώτος Έλληνας αεροπόρος που πέταξε στη χώρα μας ήταν ο Εμμανουήλ Αργυρόπουλος.
Παράλληλα, με την ιδιωτική πρωτοβουλία και στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας από Γαλλική στρατιωτική αποστολή, τον Απρίλιο του 1911, ξεκίνησε η προσπάθεια συγκρότησης Αεροπορικών Υπηρεσιών. Το Δεκέμβριο του 1911 αναχώρησαν για τη Γαλλία, οι Υπολοχαγοί Δημήτριος Καμπέρος και Μιχαήλ Μουτούσης, μαζί με τον Ανθυπίλαρχο Χρήστο Αδαμίδη, προκειμένου να εκπαιδευτούν ως Αεροπόροι στη σχολή των αδελφών Farman, στην Etampes, κοντά στο Παρίσι.
Το αεροπλάνο γρήγορα έδειξε την αξία του στις επιχειρήσεις του Στρατού και με δεδομένη τη θαλάσσια γεωγραφική διαμόρφωση της Ελλάδας ξεκίνησαν το 1912 οι προσπάθειες δημιουργίας ναυτικής Αεροπορίας. Να σημειωθεί ότι ο Δημήτριος Καμπέρος μετέτρεψε ένα από τα πρώτα Henry Farman σε υδροπλάνο και το δοκίμασε επιτυχημένα στη διαδρομή Φάληρο – Ύδρα – Φάληρο, στις 24 & 25 Ιουνίου 1912, δείχνοντας τις δυνατότητες χρήσης του αεροπλάνου ως μέσου αεροναυτικής συνεργασίας.
Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913)
Η έναρξη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου συνέπεσε με τη συγκρότηση του «Λόχου Αεροπορίας» στη Λάρισα, το Σεπτέμβριο του 1912, ο οποίος υπαγόταν κατ' ευθείαν στον Αρχιστράτηγο μέσω του Γενικού Επιτελείου. Στη δύναμή του εντάχθηκαν άμεσα οι Αεροπόροι Δημήτριος Καμπέρος, Μιχαήλ Μουτούσης, Παναγιώτης Νοταράς και Χρήστος Αδαμίδης, μαζί με τα τέσσερα αεροσκάφη Henry Farman ΙΙΙ.
Την 5η Οκτωβρίου 1912 πραγματοποιήθηκε η πρώτη πολεμική αποστολή στα αεροπορικά χρονικά της Ελλάδας, όταν ο Υπολοχαγός Δημήτριος Καμπέρος εκτέλεσε αναγνώριση των Οθωμανικών στρατευμάτων στην περιοχή της Ελασσόνας. Τις επόμενες ημέρες οι αποστολές επαναλήφθηκαν, προσφέροντας πολύτιμες πληροφορίες, ενώ τα αεροσκάφη βομβάρδιζαν τις Οθωμανικές δυνάμεις με αυτοσχέδιες βόμβες, που είχαν μικρή αποτελεσματικότητα αλλά σημαντική ψυχολογική επίδραση.
Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης στις 26 Οκτωβρίου 1912 από τον Οθωμανικό ζυγό, πρόσθεσε στο δυναμικό «Λόχου Αεροπορίας» ένα αεροπλάνο τύπου Bleriot XI με κινητήρα 50hp, το οποίο πετούσε μισθωμένος Γάλλος αεροπόρος, επ' ωφελεία του Οθωμανικού Στρατού. Όταν ο Ελληνικός Στρατός απελευθέρωσε την πόλη το αεροπλάνο κατασχέθηκε και ο Γάλλος ιδιοκτήτης του απελάθηκε.
Κατόπιν, οι επιχειρήσεις μεταφέρθηκαν στο μέτωπο της Ηπείρου, όπου δέσποζαν τα οχυρά του Μπιζανίου. Ο «Λόχος Αεροπορίας» έδρασε ενισχυμένος με συνολικά 4 Maurice Farman M.F.7. Η πρώτη αποστολή στο Μπιζάνι εκτελέστηκε στις 5 Δεκεμβρίου 1912 από τον Υπολοχαγό Μιχαήλ Μουτούση, ο οποίος αναγνώρισε και βομβάρδισε τις θέσεις του Οθωμανικού Στρατού. Οι αποστολές συνεχίστηκαν μέχρι την απελευθέρωση των Ιωαννίνων την 21η Φεβρουαρίου 1913.
Ανάλογη προσπάθεια χρησιμοποίησης αεροσκαφών έγινε κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων και από το Ναυτικό. Την 11η Νοεμβρίου 1912 παραδόθηκε ένα υδροπλάνο τύπου Astra Hydroplane, το οποίο μεταφέρθηκε στη Λήμνο αλλά κατά τις δοκιμές αποδείχτηκε αποτυχημένο. Τότε κλήθηκε ο Υπολοχαγός Μουτούσης με αεροσκάφος Maurice Farman Hydravion, ο οποίος μαζί με τον Ανθυποπλοίαρχο Αριστοτέλη Μωραϊτίνη εκτέλεσαν την πρώτη στον κόσμο επιχείρηση προσβολής πλοίων την 24η Ιανουαρίου 1913.
Το ενδιαφέρον στράφηκε εκ νέου στη Μακεδονία, όπου υπέβοσκε ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Στην περιοχή ο Αργυρόπουλος πέταξε αρκετές αναγνωριστικές αποστολές με ορμητήριο, το πεδίο προσγείωσης Λεμπέτ (σημερινή Ευκαρπία) στη Θεσσαλονίκη. Ο πρωτοπόρος αεροπόρος σκοτώθηκε με το αεροπλάνο – λάφυρο τύπου Bleriot XI, μαζί με τον διανοούμενο, ποιητή και οπλαρχηγό Κωνσταντίνο Μάνο, όταν έπεσαν σε καταιγίδα στην περιοχή του Λαγκαδά, την 4η Απριλίου 1913.
Κατά τον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο η συμμετοχή των αεροσκαφών ήταν μικρή λόγω τις φύσης των επιχειρήσεων.
Η Δράση κατά τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο
Η Αεροπορία μας άρχισε την πολεμική της δράση από τη Λάρισα, στις 5 Οκτωβρίου του 1912, ημέρα έναρξης των Βαλκανικών Πολέμων για την απελευθέρωση των υπόδουλων, έως τότε, περιοχών από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Δυστυχώς, οι Βαλκανικοί πόλεμοι, διέκοψαν την ανάπτυξη της Αεροπορίας, και μπήκε στον πόλεμο όχι καλά προετοιμασμένη, χωρίς η ίδια να ευθύνεται.
Παράλληλα, υπό την εποπτεία του Καμπέρου, άρχισαν να κατασκευάζονται σε ιδιωτικό εργοστάσιο της Αθήνας, βόμβες- πυρομαχικά, για τις ανάγκες της αεροπορίας. Τα αεροπλάνα Farman, χωρίς άτρακτο και με τον κινητήρα πίσω από το κάθισμα του πιλότου, μπορούσαν να ανέλθουν σε ύψος 1500 μέτρων, γεγονός σπάνιο. Οι πιλότοι ήταν εκτεθειμένοι στις καιρικές συνθήκες και διέθεταν μόνο πυξίδα και υψόμετρο (δεμένο στον άξονα του ποδωστηρίου), χωρίς άλλα όργανα αεροναυτιλίας ή επικοινωνίας.
Οι περιορισμένες δυνατότητες των αεροπλάνων αυτών να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του πολέμου, ανάγκασαν την τότε κυβέρνηση στην παραγγελία νέων και τελειότερων αεροπλάνων (Maurice Farman) τα οποία, εκτός των άλλων, είχαν τη δυνατότητα να φέρουν και παρατηρητή. Το πρωί της 5ης Οκτωβρίου 1912, πρώτη ημέρα του πολέμου πραγματοποιήθηκε η πρώτη πολεμική αποστολή στα αεροπορικά χρονικά της Ελλάδας. Ο Υπολοχαγός Δημήτριος Καμπέρος εκτέλεσε πτήση αναγνώρισης των εχθρικών στρατευμάτων στην περιοχή της Ελασσόνας.
Οι πτήσεις των τεσσάρων Ελλήνων αεροπόρων συνεχίσθηκαν και πάνω από τη Μακεδονία χωρίς απώλειες ως την 26η Οκτωβρίου 1912, ημέρα «κατάληψης» της Θεσσαλονίκης από τα Ελληνικά στρατεύματα».
Επειδή μετά τη μάχη του Σαρανταπόρου, στα σύνορα, η προέλαση του Ελληνικού Στρατού στη Μακεδονία ήταν ραγδαία, το Ελληνικό σμήνος μεταστάθμευσε στις 15 Οκτωβρίου κοντά στην Κοζάνη, από όπου άρχισε την εκτέλεση αποστολών πάνω από το Βέρμιο και την πεδιάδα της Θεσσαλονίκης.
Κάτω από τις συνθήκες αυτές, άρχισαν στις 5 Δεκεμβρίου 1912 οι πτήσεις των Ελληνικών αεροπλάνων. Η πρώτη αποστολή πραγματοποιήθηκε από τον Μιχάλη Μουτούση, ο οποίος απογειώθηκε από την Πρέβεζα, πέταξε πάνω από τα οχυρά του Μπιζανίου και τα Γιάννενα, ρίχνοντας αυτοσχέδιες βόμβες, και προσγειώθηκε κοντά στο χάνι του Εμίν Αγά. Οι πτήσεις πάνω από το ηπειρωτικό μέτωπο συνεχίστηκαν χωρίς απώλειες ως την 21η Φεβρουαρίου 1913 που καταλήφθηκαν τα Γιάννενα από τον Ελληνικό στρατό.
Ανάλογη προσπάθεια χρησιμοποίησης αεροσκαφών έγινε κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων και από το Ναυτικό. Την 11η Νοεμβρίου 1912 παραδόθηκε ένα υδροπλάνο τύπου Astra Hydroplane, το οποίο μεταφέρθηκε στη Λήμνο αλλά κατά τις δοκιμές αποδείχτηκε αποτυχημένο. Κλήθηκε και πάλι ο Υπολοχαγός Μ. Μουτούσης με αεροσκάφος Maurice Farman Hydravion..
Την ημερομηνία αυτή (24η Ιανουαρίου 1913), γράφτηκε ένα σημαντικό γεγονός στην ιστορία της αεροπορίας, που τονίστηκε ιδιαίτερα από τον Ελληνικό και ξένο τύπο της εποχής εκείνης. Το Ελληνικό υδροπλάνο αποθαλασσώθηκε από τον κόλπο του Μούδρου της Λήμνου και πέταξε πάνω από τη ναυτική βάση του Τουρκικού στόλου στο Ναγαρά των Δαρδανελίων.
Διαπιστώσεις - Συμπεράσματα για τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο
Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος έληξε επίσημα με την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης του Λονδίνου στις 17 Μαΐου 1913, με την οποία ουσιαστικά διαλύθηκε η άλλοτε Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων σε όλα τα μέτωπα κατέδειξε το γεγονός ότι τα συμμαχικά Βαλκανικά κράτη υπερτερούσαν του αντιπάλου σε δύο τομείς: στην καλύτερη οργάνωση και στο υψηλό ηθικό των στρατευμάτων τους.
(ΜΕΡΟΣ Γ')
* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ : ΜΕΡΟΣ Α' - ΜΕΡΟΣ Β' - ΜΕΡΟΣ Δ'
ΠΗΓΕΣ :
(1) :
http://www.scribd.com/doc/37620792/%CE%9F%CE%B9-%CE%92%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%AF-%CE%A0%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CE%B9
(2) :
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%AF_%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CE%B9
(3) :
http://www.istoria.gr/dec03/content04.htm
(4) :
http://web.archive.org/web/20090224211813/http://www.army.gr/html/GR_Army/press_office/1October2002/istoriko.html
(5) :
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%84_%CE%92%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82_%CE%A0%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CF%82
(6) :
http://olympia.gr/2012/10/07/%CE%B7-%CE%BC%CE%AC%CF%87%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%85/
(7) :
http://www.istorikathemata.com/2010/10/19-20-1912.html
(8) :
http://epirusgate.blogspot.gr/2013/02/blog-post_4630.html
(9) :
http://www.pinnokio.gr/Uploads/files/afierwma%2030-09-12.pdf
(10) :
http://www.onalert.gr/stories/Naymaxia_EllhsOi_Toyrkoi_eixan_grapsei_tis_diathhkes_toys_prin_th_naymaxia
(11) :
http://averoph.wordpress.com/2013/01/06/%CE%B7-%CE%BD%CE%B1%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%87%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%BD%CE%BF%CF%85-5-%E1%BC%B0%CE%B1%CE%BD-1913/
(12) :
http://www.seetha.gr/images/epalxis-pdfs/EPALXEIS_V101.pdf
(13) :
http://www.seetha.gr/images/epalxis-pdfs/EPALXEIS_102.pdf
(14) :
http://users.sch.gr/fstav/1922/1922.php
(15) :
http://history-pages.blogspot.gr/2012/06/1912-1913.html
(16) :
http://ethnikiaspida.blogspot.gr/2012/10/6-1912.html
(17) :
http://lefobserver.blogspot.gr/2010/10/11-1912.html
(18) :
http://3dim-veroias.ima.sch.gr/wp-content/uploads/2011/10/apeletherosi_verias.pdf
(19) :
http://www.istorikathemata.com/2011/10/26-1912.html
(20) :
http://www.stoxos.gr/2011/10/blog-post_8037.html
(21) :
http://www.agelioforos.gr/default.asp?pid=7&ct=4&artid=156225
(22) :
http://enneaetifotos.blogspot.gr/2011/10/blog-post_1978.html
(23) :
http://greveniotis.gr/index.php/istoria-laografia/361-apeleftherosi-deskatis-kai-grevenon
(24) :
http://www.istorikathemata.com/2010/11/7-1912.html
(25) :
http://www.kastoria.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=7810&Itemid=682
(26) :
http://www.stoxos.gr/2011/11/1912.html
(27) :
http://www.elzoni.gr/html/ent/203/ent.33203.asp
(28) :
http://averoph.wordpress.com/2012/10/08/%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%BD%CE%BF%CF%85-8-%CE%BF%CE%BA%CF%84-1912/
(29) :
http://www.stoxos.gr/2011/10/blog-post_8708.html
(30) :
http://www.istorikathemata.com/2010/11/8-1912_09.html
(31) :
http://www.enkripto.com/2009/05/1912.html
(32) :
http://ethnologic.blogspot.gr/2011/11/blog-post_11.html
(33) :
http://www.istorikathemata.com/2010/11/2-1912.html
(34) :
http://www.haf.gr/el/history/history/pa_history01.asp
(35) :
http://aetoshal.blogspot.gr/2012/11/blog-post_15.html
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου