Η ΒΟΥΛΓΑΡΟ-ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΣΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ
Οι Επιχειρήσεις του Βουλγαρικού Στρατού Γενικά

Έτσι, διεξήγαγε τις επιχειρήσεις σε τρία μέτωπα, διαθέτοντας εννέα μεραρχίες στην Ανατολική Θράκη, όπου και το κύριο μέτωπο, μία μεραρχία (ΙΙ) στη Δυτική Θράκη και μία μεραρχία (VII) στη Μακεδονία. Επικεφαλής του στρατού ήταν ο Βασιλιάς Φερδινάρδος με βοηθό τον Στρατηγό Savov, ο οποίος ήταν ο πραγματικός αρχιστράτηγος και Επιτελάρχη τον Στρατηγό Fichev. Οι Τούρκοι, με αρχιστράτηγο τον Abdullah Pasha, διέθεταν τη Στρατιά Θράκης, που συγκεντρώθηκε στο τετράγωνο Αδριανούπολη-Σαράντα Εκκλησίες-Μπαμπά Εσκί Διδυμότειχο...
Στο μέτωπο της Ανατολικής Θράκης, οι Βούλγαροι απέβλεπαν στην καθήλωση των Τουρκικών δυνάμεων κατά μήκος του μετώπου Αδριανούπολης - Σαράντα Εκκλησιών και την υπερκέρασή τους από την οροσειρά της Στράντζας, από τα ανατολικά.
Επιχειρήσεις στη Δυτική Θράκη
Στη Δυτική Θράκη, η ΙΙ Μεραρχία υπό τον Στρατηγό Kovachev είχε ως αποστολή να εξασφαλίσει το δεξιό πλευρό του όγκου του Βουλγαρικού στρατού που ενεργούσε στην Ανατολική Θράκη και να εκκαθαρίσει την άνω κοιλάδα του Άρδα ποταμού. Απέναντι του βρισκόταν το 1ο Τουρκικό Σώμα Στρατού υπό τον Yaver Pasha. Στο διάστημα 7-15 Οκτωβρίου 1912 διεξήχθησαν σκληροί αγώνες, αποτέλεσμα των οποίων ήταν η κατάληψη της κοιλάδας του Άρδα από τους Βουλγάρους.
Επιχειρήσεις στη Μακεδονία
Στο μέτωπο της Μακεδονίας, δρούσε η VII Μεραρχία υπό τον Στρατηγό Todorov, με αποστολή την κατάληψη της Θεσσαλονίκη. Με την έναρξη των εχθροπραξιών, προέλασε από την περιοχή του Κιουστεντήλ προς τα νότια, χωρισμένη σε τρεις φάλαγγες, αλλά στο Σιμιτλί συνάντησε υπέρτερες Τουρκικές δυνάμεις και αναγκάστηκε να συμπτυχθεί. Ωστόσο, η νικηφόρα προέλαση του Ελληνικού στρατού προς τα βόρεια, και ιδιαίτερα μετά τη νίκη του στο Σαραντάπορο, ανάγκασε τους Τούρκους να αποσύρουν από τις 13 Οκτωβρίου το μεγαλύτερο μέρος της 14ης Μεραρχίας και μια ανεξάρτητη μεραρχία από την κοιλάδα του Στρυμόνα.
Το Θέατρο Επιχειρήσεων στην Ανατολική Θράκη
Για πολλούς ιστορικούς το θέατρο επιχειρήσεων της ανατολικής Θράκης θεωρείται ως το κύριο πεδίο συγκρούσεων κατά τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο. Η διαμόρφωση του εδάφους επέτρεψε τη σύγκρουση δύο ισχυρών στρατών της εποχής, της Βουλγαρίας και της Τουρκίας. Επιπλέον εκεί βρισκόταν η πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Κωνσταντινούπολη. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει τη σπουδαιότητά της για τις επιχειρήσεις.
Για τους Βουλγάρους στις αρχές του 20ού αιώνα η κατάκτηση της Μακεδονίας και η έξοδος στο Αιγαίο προϋπέθετε τον πλήρη έλεγχο της Θράκης, γι' αυτό ο όγκος του Βουλγαρικού Στρατού ήταν προσανατολισμένος σε αυτή τη γεωγραφική περιοχή. Σύμφωνα με τα σχέδια πολέμου που είχαν καταρτιστεί κατά τα έτη 1903, 1904 και 1908, προβλεπόταν η τήρηση αμυντικής στάσης προκειμένου να αναχαιτίσουν πιθανή Τουρκική επίθεση από τα εδάφη της Μακεδονίας και η υιοθέτηση επιθετικού πνεύματος στα ανατολικά, στην καρδιά της Θράκης.
Σύμφωνα με το σχέδιο του Φίτσεφ, έπρεπε να εκδηλωθεί ταχεία επίθεση κατά των Τουρκικών δυνάμεων της Ανατολικής Θράκης με σκοπό τη συντριβή τους πριν καταφθάσουν ενισχύσεις από τις Ασιατικές περιοχές. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού στην άνω κοιλάδα του ποταμού Τούντζα, στα σύνορα με την Ανατολική Θράκη, αναπτύχθηκαν τρεις στρατιές: η 1η υπό τον στρατηγό Βασίλ Κουτίντσεφ, η 2η υπό τον στρατηγό Νίκολα Ιβανώφ και η 3η υπό τον στρατηγό Ράντκο Ντιμιτρίεφ.
Μετά την επικράτηση των Νεοτούρκων, ο Τουρκικός Στρατός εισήλθε σε μία φάση αναδιοργάνωσης. Αυτή έμεινε ημιτελής λόγω της ταχείας και απροσδόκητης, για τους Τούρκους, εξέλιξης των γεγονότων που τους έφεραν αντιμέτωπους ταυτόχρονα με τέσσερα Βαλκανικά κράτη. Επίσης ένα μεγάλο μέρος του Τουρκικού Στρατού στάθμευε διασκορπισμένο στα Ασιατικά εδάφη, ενώ ο υπόλοιπος στην Ευρώπη. Η μεταφορά μεγάλων μονάδων από την Ασία προϋπέθετε την απόλυτη κυριαρχία στο Αιγαίο, γεγονός που δεν συνέβη λόγω της επικράτησης του Ελληνικού στόλου.
Όσον αφορά τα σχέδια επιχειρήσεων έναντι των Βουλγάρων, ο Αμπντουλάχ πασάς, διοικητής της Στρατιάς Ανατολής, υιοθέτησε το σχέδιο του 1911, που προέβλεπε συγκέντρωση των μονάδων οι οποίες στάθμευαν στην ανατολική Θράκη πίσω από τον ποταμό Εργίνη και ενεργητική άμυνα με ταυτόχρονο επιβραδυντικό αγώνα των προφυλακών μάχης έως ότου ολοκληρωθεί η επιστράτευση. Στη συνέχεια θα σημειωνόταν ανάληψη επιθετικής πρωτοβουλίας προς συντριβή του εισχωρήσαντος εχθρού και αποκατάσταση του απολεσθέντος εδάφους.
Ετσι την 6η Οκτωβρίου 1912 η 1η Στρατιά Θράκης (ή Στρατιά Ανατολής) είχε την ακόλουθη διάταξη (από τα αριστερά προς τα δεξιά):
- Το 4ο Σώμα Στρατού, υπό τον στρατηγό Αχμέτ Αμπούκ πασά, στη θέση Χάφσα, επί της οδού Αδριανούπολης – Μπαμπά Εσκή.
- Το 1ο Σώμα Στρατού, υπό τον στρατηγό Ομέρ Ιαβέρ πασά, στη θέση Καραλή, ΝΔ των Σαράντα Εκκλησιών.
- Το 2ο Σώμα Στρατού, υπό τον στρατηγό Σεφκέτ Τουργκούτ πασά, στη θέση Καβακλή–Γενιτζέ.
- Το 3ο Σώμα Στρατού, υπό τον στρατηγό Μαχμούτ Μουχτάρ πασά, στις Σαράντα Εκκλησίες.
- Η Μεραρχία Ιππικού, υπό τον Σαλίχ πασά, στη θέση Βαϊσάλ.
Η διάταξη της Στρατιάς είχε μέτωπο προς τα βορειοδυτικά, ώστε να πλήξει το αριστερό πλευρό των Βουλγάρων, όταν αυτοί θα είχαν προελάσει αρκετά προς νότο. Στην κοιλάδα του ποταμού Άρδα, ΝΔ της Αδριανούπολης, αναπτύχθηκε η Μεραρχία Δυτικής Θράκης υπό τον Ιαβέρ πασά, ως σύνδεσμος της Στρατιάς Ανατολής με τις δυνάμεις της Μακεδονίας.
Η γραμμή άμυνας Αδριανούπολη – Σαράντα Εκκλησίες στήριζε τα άκρα της στα δύο ομώνυμα φρούρια, από τα οποία μόνο εκείνο της Αδριανούπολης, στα δυτικά, ήταν σε θέση να προβάλλει ισχυρή αντίσταση. Ωστόσο σύμφωνα με τον φον ντερ Γκόλτς, σύμβουλο του Τουρκικού Στρατού, το φρούριο των Σαράντα Εκκλησιών μπορούσε να αποκρούσει τις επιθέσεις του Πρωσικού Στρατού για διάστημα τριών μηνών.
Σύμφωνα με το Βουλγαρικό σχέδιο επίθεσης, κατά την πρώτη φάση των επιχειρήσεων η 1η Στρατιά θα ενεργούσε ανατολικά του ποταμού Τούντζα, με κατεύθυνση προς νότο με σκοπό να επιτεθεί μετωπικά κατά της τοποθεσίας Αδριανούπολης – Σαράντα Εκκλησιών. Η 3η Στρατιά θα προέλαυνε μέσω της οροσειράς της Στράντζας, ώστε να υπερκεράσει από τα αριστερά την τοποθεσία, να καταλάβει τις Σαράντα Εκκλησίες και να αποκόψει τις οδούς διαφυγής του Τουρκικού Στρατού. Παράλληλα η 2η Στρατιά θα απομόνωνε το φρούριο της Αδριανούπολης, κινούμενη δυτικά του ποταμού Τούντζα, και θα κάλυπτε το δεξιό πλευρό της 1ης.
Στις 6 Οκτωβρίου η Μεραρχία Ιππικού του Σαλίχ πασά, που βρισκόταν στην περιοχή του Βαϊσάλ με την αποστολή να επιβραδύνει τη Βουλγαρική προέλαση, επεσήμανε ισχυρές Βουλγαρικές δυνάμεις να προελαύνουν προς Βαϊσάλ, Ομέρ Αμπάς και Δεβλετί Αγάτς. Οι αναγνωρίσεις αυτού του σχηματισμού ενίσχυσαν την αντίληψη των Τούρκων επιτελών περί μη προέλασης των Βουλγάρων μέσω της Στράντζας.
Ωστόσο το Τουρκικό ιππικό θεώρησε ότι η φάλαγγα που εκινείτο από Δεβλετί Αγάτς προς Ερικλέρ αποτελούσε το αριστερό άκρο των Βουλγάρων, χωρίς να έχει εντοπίσει τις άλλες δύο φάλαγγες της V Μεραρχίας. Ο επιβραδυντικός αγώνας της Μεραρχίας Ιππικού δεν ανέκοψε την προέλαση των Βουλγάρων, οι οποίοι το απόγευμα της 8ης Οκτωβρίου κατείχαν ισχυρώς τη γραμμή Πραβαντίγια – Τασλί Μουσελίμ – Τσεσμέκιοϊ – Ερικλέρ – Αλματζίκ.
Στηριζόμενος στις πληροφορίες που συνέλεξε το ιππικό, ο Ναζήμ πασάς αποφάσισε να εγκαταλείψει την αμυντική στάση και να επιτεθεί, προκαλώντας την αντίδραση του Αμπντουλάχ πασά και άλλων Τούρκων επιτελών, οι οποίοι υποστήριζαν ότι οι μονάδες δεν ήταν έτοιμες να αναλάβουν επιθετική πρωτοβουλία. Παρά το αρνητικό κλίμα στους κόλπους του στρατηγείου, η επίθεση αποφασίστηκε για την 9η Οκτωβρίου.
Στις 9 Οκτωβρίου το 3ο Σώμα Στρατού επιτέθηκε με την 9η Μεραρχία και τη Μεραρχία Αφιόν Καραχισάρ προς Τσεσμέκιοϊ, την 7η προς Ερικλέρ και την 8η ως εφεδρεία, πίσω από την 9η. Η Μεραρχία Αφιόν Καραχισάρ κινήθηκε χωρίς το πυροβολικό της και δέχθηκε επίθεση κατά μέτωπο και κατά του αριστερού πλευρού της από την ΙV Βουλγαρική Μεραρχία, νότια της Καραχάμτζας, λόγω της καθυστέρησης της 9ης Μεραρχίας να καλύψει το πλευρό της.
Αριστερά η 2η Μεραρχία του 1ου Σώματος ενεπλάκη στο Σουλού Ογλού σε σκληρό αγώνα με την Ι Βουλγαρική Μεραρχία, η οποία ενισχύθηκε με μία ταξιαρχία της ΙV και μαζί κατόρθωσαν να κυκλώσουν τα Τουρκικά τμήματα. Την κατάσταση θα μπορούσε να σώσει το 2ο Σώμα, ωστόσο παρέμεινε θεατής της μάχης με τη δικαιολογία ότι δεν γνώριζε την εξέλιξη του αγώνα στο Εσκή Πόλος.
Οι Βούλγαροι, παρόλο που από το 1909 είχαν συγκεντρώσει πληροφορίες για την αμυντική οργάνωση του φρουρίου, δεν γνώριζαν το μέγεθος των δυνάμεων οι οποίες το υπεράσπιζαν, με αποτέλεσμα να διαμορφώσουν μια υπερβολική εικόνα γι' αυτές. Η Αδριανούπολη αποτελούσε δευτερεύοντα στόχο, επειδή μια μακροχρόνια πολιορκία της θα εμπόδιζε την εφαρμογή της νέας στρατηγικής του Βουλγαρικού επιτελείου.
Παράλληλα η προέλαση της 1ης Στρατιάς συνεχίστηκε. Το απόγευμα της 10ης Οκτωβρίου το κέντρο και το αριστερό αυτής έφθασαν στο ύψος της Αδριανούπολης και μαζί με τη 2η Στρατιά πραγματοποίησαν κύκλωση του φρουρίου, ενώ η ΙΙΙ Μεραρχία απέκρουσε αιφνιδιαστική επίθεση δύο μεραρχιών στο ύψος της Κάϊπα και του Χαντζίκιοϊ. Αν οι Τούρκοι επιτίθεντο με περισσότερες δυνάμεις και είχαν πιο στιβαρή διοίκηση, θα μπορούσαν να «σπάσουν» το δεξιό πλευρό της 1ης Στρατιάς και να φέρουν σε πολύ δύσκολη θέση τους Βουλγάρους.
Την επομένη οι Βούλγαροι εισήλθαν στις Σαράντα Εκκλησίες και μαζί με την πόλη περιήλθαν στην κατοχή τους άφθονο πολεμικό υλικό και δύο καινούργια αεροπλάνα. Έπειτα η ΙΙΙ Μεραρχία ακολούθησε την υπόλοιπη στρατιά, μαζί με την ΙΧ, η οποία αντικαταστάθηκε στην πολιορκία από τη νεοαφιχθείσα ΧΙ, αφήνοντας όμως την εφεδρική της ταξιαρχία.
Η άτακτη υποχώρηση της Τουρκικής στρατιάς συνοδευόταν από καταρρακτώδη βροχή, που μετέτρεπε τους λιγοστούς δρόμους σε βάλτους, αναγκάζοντας τους εξουθενωμένους Τούρκους στρατιώτες να εγκαταλείπουν τον οπλισμό και τα προσωπικά τους είδη. Ο Μουχτάρ πασάς επεσήμανε την έλλειψη πειθαρχίας και την κακή οργάνωση ως κύριες αιτίες της ήττας, ενώ ο Σερίφ πασάς τόνισε τη σημασία των Σαράντα Εκκλησιών, υποστηρίζοντας ότι το "κλειδί" της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας παραδόθηκε στους Βουλγάρους.
Η Μάχη του Λουλέ Μπουργκάς
Οι Βούλγαροι, παρά την εντυπωσιακή νίκη τους, δεν κατεδίωξαν τη διαλυμένη Τουρκική στρατιά (όπως όφειλαν) προκειμένου να δώσουν το τελειωτικό κτύπημα που θα άνοιγε τον δρόμο για την Κωνσταντινούπολη. Η αδράνειά τους έδωσε τον απαραίτητο χρόνο στους Τούρκους να ανασυνταχθούν και να αναδιοργανωθούν στην επόμενη γραμμή άμυνας, Λουλέ Μπουργκάς (Αρκαδιούπολη) – Μπουνάρ Χισάρ. Μάλιστα η Τουρκική Μεραρχία Ιππικού περισυνέλεξε ανενόχλητη από το πεδίο της μάχης πολύτιμο πολεμικό υλικό και τραυματίες.
Η επιλογή της παραπάνω τοποθεσίας άμυνας αποτέλεσε σημείο αντιπαράθεσης μεταξύ Ναζήμ πασά και Αμπντουλάχ πασά. Ο διοικητής της Στρατιάς και ο Μαχμούτ Μουχτάρ πασάς (3ο ΣΣ) υποστήριζαν ότι η Στρατιά έπρεπε να αμυνθεί πίσω από τον ποτ. Ανω Εργίνη και όχι στη γραμμή Καραγάτς Ντερεζί, η οποία μπορούσε να υπερκεραστεί από την κατεύθυνση Μπουνάρ Χισάρ – Βιζύη. Τελικά επικράτησε η γνώμη του Ναζήμ πασά και η Τουρκική Στρατιά αμύνθηκε στη γραμμή Λουλέ Μπουργκάς – Μπουνάρ Χισάρ.
Οι Τούρκοι, εκμεταλλευόμενοι την αδράνεια των Βουλγάρων, συγκρότησαν δύο ομάδες: τη δεξιά, αποτελούμενη από τα 3ο, 17ο και 18ο Σώματα Στρατού υπό τον στρατηγό Φερίτ Χαμντί πασά, και την αριστερή, αποτελούμενη από τα 1ο, 2ο και 4ο Σώματα Στρατού υπό τον Αμπντουλάχ πασά.
Αντικειμενικός σκοπός του Τουρκικού Στρατού ήταν να απορροφήσει την ορμή της Βουλγαρικής επίθεσης στη γραμμή Λουλέ Μπουργκάς – Μπουνάρ Χισάρ με τη στρατιά του Αμπντουλάχ πασά και να προσβάλει με τη δεξιά ομάδα το αριστερό πλευρό των Βουλγάρων. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η δεξιά ομάδα δεν είχε ολοκληρώσει τη συγκρότησή της και μόνο το αποδιοργανωμένο 3ο Σώμα βρισκόταν στη Βιζύη, αντιμετώπιζε δε σοβαρό πρόβλημα στην αναχορηγία πυρομαχικών.
Στις 15 Οκτωβρίου στη γραμμή άμυνας βρίσκονταν (από τα αριστερά προς τα δεξιά) η Μεραρχία Ιππικού επί της οδού Λουλέ Μπουργκάς - Μπαμπά Εσκή, το 4ο Σώμα στο Λουλέ Μπουργκάς, το 1ο Σώμα στο Τούρκμπεη και το 2ο Σώμα στο Καραγάτς. Όσον αφορά τη δεξιά ομάδα, εκτός του 3ου Σώματος, το 17ο Σώμα βρισκόταν νοτιοανατολικά της Βιζύης και το 18ο στο Σαράϊ. Η Ταξιαρχία Ιππικού ενεργούσε στο δεξιό πλευρό ως πλαγιοφυλακή της στρατιάς του Φερίτ Χαμντί πασά.
Στις 15 Οκτωβρίου η 3η Στρατιά επιτέθηκε με την V Μεραρχία προς το Μπουνάρ Χισάρ και το δάσος του Σουντζάκ, την ΙV κατά του Καραγάτς και την VΙ κατά του Τούρκμπεη. Την προηγουμένη η Μεραρχία Ιππικού είχε διαβεί τον ποτ. Εργίνη και είχε καταστρέψει τη σιδηροδρομική γραμμή στο Μπαμπά Εσκή. Η ΙV Μεραρχία επιτέθηκε χωρίς πυροβολικό, λόγω του λασπώδους εδάφους που ακινητοποίησε τις πυροβολαρχίες, αλλά κατόρθωσε το απόγευμα της ίδιας ημέρας να καταλάβει τη δυτική όχθη του ποτ. Καραγάτς, παρά τις αντεπιθέσεις του 2ου Σώματος.
Η δεξιά ομάδα δεν είχε ολοκληρώσει τη συγκέντρωσή της, ωστόσο ο Ναζήμ πασάς αποφάσισε να επιτεθεί την 16η Οκτωβρίου με το 3ο Σώμα κατά του αριστερού της 3ης Στρατιάς. Ο Μαχμούτ Μουχτάρ πασάς συγκρότησε τρία αποσπάσματα επιπέδου μεραρχίας. Το απόσπασμα υπό τον Τζεμάλ Μπέη κινήθηκε προς το Μπουνάρ Χισάρ, ακολουθούμενο από το απόσπασμα του Φουάτ Ζιά Μπέη, ενώ το απόσπασμα του Χασάν Ιτζέτ πασά κινήθηκε προς Τσόνγκαρα.
Στον τομέα του 4ου Σώματος επιτέθηκε η Ι Βουλγαρική Μεραρχία, η οποία, παρά την καθυστερημένη είσοδό της στον αγώνα λόγω της συνεχούς βροχής, κατέλαβε το Λουλέ Μπουργκάς. Η άμεση αντεπίθεση της 12ης Μεραρχίας, το απόγευμα της 16ης Οκτωβρίου, επέφερε την ανακατάληψη της πόλης, η οποία εγκαταλείφθηκε τελικά το βράδυ και έτσι δεν την κατείχε κανένας από τους αντιπάλους.
Την ώρα που η Ι Βουλγαρική Μεραρχία κατελάμβανε το Λουλέ Μπουργκάς, η Τουρκική Μεραρχία Ιππικού συγκρουόταν με την εμπροσθοφυλακή της Χ Μεραρχίας της 1ης Στρατιάς, που ετοιμαζόταν να πλευροκοπήσει το 4ο Σώμα. Ο Σαλίχ πασάς επιτέθηκε με τα 1ο και 3ο Συντάγματα σε πρώτο κλιμάκιο και το 4ο σε εφεδρεία.
Οι Τούρκοι είχαν εμπλέξει μέχρι το τέλος της ημέρας το σύνολο των δυνάμεών τους. Ήδη είχαν αρχίσει να εμφανίζονται να πρώτα προβλήματα στην αναχορηγία πυρομαχικών και στον ανεφοδιασμό των μονάδων Α' Κλιμακίου. Οι Βούλγαροι, αντίθετα, είχαν εμπλέξει μόνο την 3η Στρατιά, σε αναμονή της 1ης, η οποία εισήλθε στον αγώνα την επομένη. Η χρησιμοποίηση της 1ης Στρατιάς τους έδωσε τη δυνατότητα να επαναλάβουν τις επιθέσεις τους σε όλο το μέτωπο και παράλληλα να επιχειρήσουν την υπερκέραση του αριστερού της Τουρκικής γραμμής άμυνας.
Στις 17 Οκτωβρίου η 1η Στρατιά αναπτύχθηκε εκατέρωθεν του ποταμού Εργίνη με στόχο να πλήξει το αριστερό και τα νώτα του 4ου Σώματος. Ο Αχμέτ Αμπούκ Πασάς, εκτιμώντας την τακτική κατάσταση και την πρόθεση της Βουλγαρικής Στρατιάς, αναδιέταξε τις μονάδες του ώστε να έχουν μέτωπο προς τα δυτικά και τα νοτιοδυτικά.
Οι Τούρκοι, θεωρώντας ότι η V Μεραρχία υποχωρούσε προς τις Σαράντα Εκκλησίες, αποφάσισαν να επιτεθούν την 18η Οκτωβρίου με τη δεξιά ομάδα. Ετσι το 3ο Σώμα επιτέθηκε προς την κατεύθυνση Βιζύη – Μπουνάρ Χισάρ και το 17ο Σώμα προς την κατεύθυνση Τσόνγκαρα – Ιντζεκλέρ με προϊδεασμό για καταδίωξη των Βουλγάρων προς Σαράντα Εκκλησίες. Το 18ο Σώμα διατηρήθηκε ως εφεδρεία. Όμως οι πληροφορίες για τις προθέσεις των Βουλγάρων ήταν τελείως λανθασμένες. Οι Βούλγαροι όχι μόνον υποχωρούσαν, αλλά οργανώθηκαν αμυντικά δυτικά του ποταμού Καραγάτς.
Η δεξιά ομάδα με νέο διοικητή τον Μαχμούτ Μουχτάρ πασά διατηρούσε τις θέσεις της και μαχόταν εξαιρετικά, ωστόσο το απόγευμα της 19ης Οκτωβρίου μία ταξιαρχία της V Βουλγαρικής Μεραρχίας κατόρθωσε να υπερκεράσει το δεξιό πλευρό της και να προκαλέσει, για μία ακόμη φορά, σύγχυση και πανικό. Παρά τις προσπάθειες των Τούρκων διοικητών να αποτρέψουν την άτακτη φυγή, αυτό δεν κατέστη εφικτό, με αποτέλεσμα την υποχώρησή της.
Η τοποθεσία άμυνας της Τσατάλτζας στηρίζεται στη λίμνη Δέρκων στον Εύξεινο πόντο και στη λίμνη Μεγ. Τσεκμετζέ στον νότο. Εχει μήκος 30 χλμ., βάθος 5 χλμ. και φράσσει την κατεύθυνση προς την Κωνσταντινούπολη. Υποστηρίζεται από πυρά πολεμικών πλοίων του Ευξείνου πόντου και της Προποντίδας. Διαθέτει άριστα πεδία βολής, συνεχόμενα οχυρωματικά έργα και εξυπηρετείται από πυκνό οδικό δίκτυο και σιδηροδρομική γραμμή.
Μέχρι την 29η Οκτωβρίου τα υπολείμματα του όγκου της Στρατιάς Ανατολής είχαν αποσυρθεί πίσω από τη γραμμή της Τσατάλτζας, ενώ η Μεραρχία Ιππικού, που είχε αναλάβει τον ρόλο της οπισθοφυλακής στην υποτιθέμενη σύμπτυξη, πέρασε τη γραμμή την 31η Οκτωβρίου. Η 1η Στρατιά Θράκης βρισκόταν σε άθλια κατάσταση, η γραμμή ανεφοδιασμού είχε καταρρεύσει, πολλές μονάδες είχαν διαλυθεί και άλλες δεν διέθεταν ούτε το μισό της δύναμής τους.
Μεταξύ του Εβρου και του Τούντζα αναπτύχθηκε η Μεραρχία Τιμόκ και μεταξύ του Αρδα και του Εβρου η Μεραρχία Δούναβη, απέναντι από το οχυρό Παπάς Τεπέ. Απέναντι από το οχυρό Καρτάλ Τεπέ βρισκόταν η VΙΙΙ Βουλγαρική Μεραρχία, ανατολικά της Αδριανούπολης η ΧΙ Βουλγαρική Μεραρχία υπό τον στρατηγό Βέλτσεφ και νοτιοανατολικά η Ταξιαρχία Ιππικού του συνταγματάρχη Τάνεφ. Πριν από την άφιξη των σερβικών δυνάμεων οι Βούλγαροι κατόρθωσαν να καταλάβουν το Καρτάλ Τεπέ, μια δεσπόζουσα θέση νότια της Αδριανούπολης, που τους έδινε τη δυνατότητα να έχουν καλύτερη παρατήρηση.
Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας πραγματοποιήθηκε μια από τις πρώτες αεροπορικές επιδρομές στην Ιστορία. Στις 16 Οκτωβρίου δύο Βούλγαροι πιλότοι, ο Ραντούλ Μίλκοφ και ο Πρόνταν Ταρακτσίεφ, πετώντας με ένα Αlbatros F-2 στο πλαίσιο αναγνωριστικής αποστολής έπληξαν με αυτοσχέδιες βόμβες (που είχαν προσαρμοστεί στο αεροπλάνο) τουρκικές θέσεις. Παράλληλα χρησιμοποιήθηκαν αερόστατα για την καθοδήγηση των πυρών του πυροβολικού, πολλά από τα οποία καταστράφηκαν από την «αντιαεροπορική» άμυνα της Αδριανούπολης.
Παράλληλα στο μέτωπο της Τσατάλτζας, κατόπιν εκτίμησης της κατάστασης, αποφασίστηκε από τον αρχιστράτηγο Σαβώφ, που είχε τη διαβεβαίωση του Ντιμιτρίεφ για την τελική επιτυχία, οι Βούλγαροι να επιτεθούν στις 4 Νοεμβρίου. Τη διάσπαση της γραμμής ανέλαβαν η 1η και η 3η Στρατιά με γενικό διοικητή τον στρατηγό Ράντκο Ντιμιτρίεφ. Το σχέδιο ενεργείας ήταν απλό και προέβλεπε μετωπική επίθεση σε όλη τη γραμμή, με την 3η Στρατιά να ενεργεί μεταξύ Καλφάκιοϊ και Ευξείνου πόντου και την 1η στα νότια.
Το ομιχλώδες πρωινό της 4ης Νοεμβρίου το Βουλγαρικό πυροβολικό εξαπέλυσε μια κόλαση πυρός πάνω στη γραμμή της Τσατάλτζας, για να ακολουθήσουν επανειλημμένες επιθέσεις του πεζικού σε όλο το μήκος του μετώπου. Οι Τούρκοι αντέταξαν σθεναρή άμυνα και παρέμειναν στο σύνολό τους ακλόνητοι. Ανάλογης μορφής επιθέσεις με παρόμοια κατάληξη θα διεξάγονταν κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο αρχικός πανικός στα Τουρκικά τμήματα, δεν έλαβε μεγαλύτερες διαστάσεις χάρη στην άμεση επέμβαση του Μουχτάρ πασά, ο οποίος ηγήθηκε της αντεπίθεσης του 87ου Συντάγματος και ενός τάγματος του 86ου Συντάγματος. Γύρω από το οχυρό εξελίχθηκαν σκληρές μάχες σώμα με σώμα, κατά τις οποίες τραυματίσθηκε και ο Μουχτάρ. Οι απώλειες των δύο πλευρών ήταν τέτοιες ώστε το οχυρό έλαβε τον χαρακτηρισμό «αιματοβαμμένο».
Στη γραμμή της Τσατάλτζας οι Βούλγαροι υπέστησαν την πρώτη τους ήττα. Η εξάντληση από τις συνεχείς μάχες και πορείες, η χολέρα και η αναποτελεσματικότητα του πυροβολικού αποτέλεσαν ορισμένες από τις αιτίες. Οι τελευταίες έδωσαν και το έναυσμα για την έναρξη διαπραγματεύσεων για τη σύναψη προσωρινής ανακωχής. Στις 15 Νοεμβρίου Τούρκοι, Έλληνες και Βούλγαροι (οι οποίοι αντιπροσώπευαν και τη Σερβία και το Μαυροβούνιο) συναντήθηκαν στην Τσατάλτζα.
Οι Τελευταίες Επιχειρήσεις και η Κατάληψη της Ανδριανούπολης
Κατά τη διάρκεια της ανακωχής και των διαπραγματεύσεων στο Λονδίνο ο Τουρκικός Στρατός ανασυγκροτήθηκε. Διοικητής της στρατιάς ανέλαβε ο Αχμέτ Αμπούκ πασάς. Εκτός από τις δυνάμεις που βρίσκονταν στη γραμμή της Τσατάλτζας, συγκροτήθηκαν η Στρατιά Καλλίπολης υπό τον Φακρή πασά, δύναμης 40.000 ανδρών, στη θέση Μπουλαϊρ, και το 10ο Σώμα Στρατού (30ή και 31η Μεραρχίες και δύο μεραρχίες εφέδρων) στην ασιατική ακτή της Προποντίδας.
Στις 22 Ιανουαρίου 1913 η στρατιά του Φακρή πασά διενήργησε επιθετική αναγνώριση, κατά τη διάρκεια της οποίας ενεπλάκησαν οι προφυλακές μάχης της 4ης Στρατιάς. Τέσσερις μέρες αργότερα εκδηλώθηκε επίθεση μικρής κλίμακας, σκοπός της οποίας ήταν να αναγκάσει τους Βουλγάρους, που είχαν οργανωθεί στον ποτ. Καβάκ, να καταδιώξουν τη στρατιά ώστε το 10ο Σώμα, που θα αποβιβαζόταν στο Σάρκιοϊ (Περιστέρι), να την προσβάλει από τα νώτα. Το σχέδιο απαιτούσε απόλυτο συγχρονισμό και άριστη επικοινωνία μεταξύ των δύο.
Η κύρια επίθεση θα εκδηλωνόταν κατά του ανατολικού τομέα, με παράλληλες δευτερεύουσες επιθέσεις από τα νότια, τα δυτικά και τα βορειοδυτικά. Σκοπός του Σαβώφ ήταν η κατάληψη δύο σημαντικών προωθημένων οχυρών στον βορειοανατολικό τομέα, του Αϊγιολού και του Αϊβάς Μπαμπά.
Από την άλλη πλευρά, ο Σουκρή πασάς είχε πολλούς λόγους να πιστεύει ότι η κύρια προσπάθεια θα γινόταν από τα νότια. Το στρατηγείο του Ιβανώφ και η 1η και η 3η Ταξιαρχία της VΙΙΙ Μεραρχίας βρίσκονταν απέναντι από τον νότιο τομέα, αλλά ο Τούρκος διοικητής δεν γνώριζε ότι τέσσερις ταξιαρχίες με 52 τάγματα, 180 πυροβόλα και επτά επιλαρχίες περίμεναν να κτυπήσουν από τα ανατολικά.
Η προπαρασκευή πυροβολικού άρχισε στη 01.00 της 12ης Μαρτίου, για να ακολουθήσει η γενική επίθεση δύο ώρες αργότερα. Το Βουλγαρικό πεζικό, παρά τις μεγάλες απώλειες λόγω της απερίσκεπτης τακτικής του, κατόρθωσε να ανατρέψει την πρώτη γραμμή άμυνας των Τούρκων. Όπως έγραψε αργότερα ένας Αυστριακός πολεμικός ανταποκριτής, ολόκληρες μονάδες εφορμούσαν χωρίς να υπολογίζουν τα πυκνά και εύστοχα πυρά των αμυνομένων, επιδιώκοντας να πολεμήσουν σώμα με σώμα. Καθ'όλη τη διάρκεια της ημέρας το πυροβολικό σφυροκοπούσε και το πεζικό επιτίθετο.
Αραγε ήταν αναγκαία η κατάληψη της Αδριανούπολης, ιδιαίτερα με τον τρόπο που επιτεύχθηκε; Ο Φίτσεφ είπε: «Αν περιμέναμε μερικές ημέρες ακόμα, η φρουρά θα παραδιδόταν ή οι Τούρκοι θα ζητούσαν ειρήνη». Στις οχυρώσεις της Αδριανούπολης θυσιάστηκαν ανώφελα χιλιάδες Βούλγαροι στρατιώτες.
Η επανάληψη των εχθροπραξιών στην Τσατάλτζα στις αρχές Μαρτίου και μέχρι τη γενική επίθεση κατά της Αδριανούπολης, δεν προκάλεσε σημαντικές αλλαγές στις θέσεις των εμπολέμων. Οι Βούλγαροι δεν προχώρησαν, ούτε οι Τούρκοι τους απώθησαν. Θα ανέμενε κάποιος ότι μετά την κατάληψη της Αδριανούπολης οι Βούλγαροι θα προσπαθούσαν με όλες τις δυνάμεις τους να διασπάσουν τη γραμμή άμυνας και να προχωρήσουν προς την Κωνσταντινούπολη.
(ΜΕΡΟΣ Δ')
* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ : ΜΕΡΟΣ Α' - ΜΕΡΟΣ Β' - ΜΕΡΟΣ Γ'
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου