Logo

Create your own banner at mybannermaker.com!

1 Απριλίου 2013

ΚΡΙΜΑΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (1853 -1856)


Κριμαϊκός Πόλεμος

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος (Οκτώβριος 1853 - Φεβρουάριος 1856) υπήρξε η ένοπλη σύγκρουση μεταξύ της Ρωσικής Αυτοκρατορίας από τη μία πλευρά και των συμμαχικών δυνάμεων της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, της Αυτοκρατορίας της Γαλλίας, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Βασιλείου της Σαρδηνίας από την άλλη πλευρά.


Η σύρραξη, στην οποία έλαβαν μέρος οι μεγαλύτερες Ευρωπαϊκές δυνάμεις της εποχής, υπήρξε το αποτέλεσμα ενός μακρόχρονου ανταγωνισμού συμφερόντων ανάμεσα στις κύριες ευρωπαϊκές δυνάμεις, για επιρροή και εκμετάλλευση των ανατολικών εδαφών της παραπαίουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι περισσότερες μάχες έλαβαν χώρα στη χερσόνησο της Κριμαίας, όμως πραγματοποιήθηκαν και μικρότερης έντασης εκστρατείες στη δυτική Ανατολία, τον Καύκασο, τη Βαλτική Θάλασσα, τη Λευκή Θάλασσα και τον Ειρηνικό Ωκεανό.

Ο πόλεμος έμεινε γνωστός στη Ρωσική ιστοριογραφία ως Ανατολικός Πόλεμος (Ρωσικά: Восточная война, βαστότσναγια βαϊνά), ενώ στη Βρετανία τον καιρό εκείνο αναφερόταν ως Ρωσικός Πόλεμος.

Έχει μείνει στην ιστορία ως πόλεμος σφαλμάτων εφοδιαστικής και στρατηγικής φύσεως καθώς και για το περίφημα ποίημα. Η επέλαση της Ελαφράς Ταξιαρχίας του Τένισον. Από άποψη τεχνολογίας ήταν ο πρώτος που εισήγαγε μεγάλο αριθμό τεχνολογικών καινοτομιών. Χαρακτηριστικώς, ήταν η πρώτη σύρραξη που οι αντιμαχόμενοι έκαναν εκτεταμένη χρήση σε τακτικό επίπεδο του σιδηροδρόμου και του τηλέγραφου.


Είναι επίσης διάσημος από την εργασία των Φλόρενς Νάιτινγκεϊλ και Μέρι Σίκολ, οι οποίες εφήρμοσαν νεωτερικές νοσηλευτικές πρακτικές που έσωσαν πολλούς βρετανούς τραυματίες. Τέλος, ήταν η πρώτη φορά που ένας πόλεμος καταγράφηκε λεπτομερώς από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης της εποχής.

Προοίμιο του Κριμαϊκού Πολέμου (1853-1856)

Στα μέσα του 19ου αιώνα η Οθωμανική αυτοκρατορία έχει ήδη περάσει στην τελική περίοδο της αποσύνθεσης της. Ο «μεγάλος ασθενής» έχει δεχτεί πολλαπλά χτυπήματα στην εδαφική του ακεραιότητα, με τα βασίλεια των Σέρβων στα δυτικά και των Ελλήνων στα νότια να ετοιμάζονται πυρετωδώς για νέες επεκτατικές περιπέτειες που κορυφώθηκαν με τους βαλκανικούς πολέμους του 1912-13, τις παραδουνάβιες ηγεμονίες να αποτελούν σχεδόν ανεξάρτητα πριγκιπάτα και τους Αιγύπτιους να απειλούν τις περιοχές της Παλαιστίνης.

Παρόλη την κατάπτωση όμως της αυτοκρατορίας οι δυτικές Μεγάλες Δυνάμεις της Αγγλίας και της Γαλλίας επέμεναν πεισματικά να κρατούν στη ζωή με οποιοδήποτε πρόσφορο τρόπο τον αποθνήσκοντα γίγαντα του παρελθόντος. Ο κυριότερος, μεταξύ άλλων, λόγος σχετίζεται με τον έλεγχο των θαλάσσιων δρόμων της ανατολικής Μεσογείου που ουσιαστικά συνέδεαν τον κόσμο της Ανατολής με την Ευρώπη. Μάλιστα μετά το 1854 το ενδιαφέρον για τον έλεγχο της νοτιοανατολικής Μεσογείου αυξάνεται κατακόρυφα όταν αποφασίζεται από τους Αιγύπτιους να ξεκινήσουν τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ με γαλλική συνδρομή. Το μεγαλεπήβολο έργο ολοκληρώθηκε στα 1869 και έδινε το δικαίωμα εκμετάλλευσης στην εταιρεία κατασκευής για 99 έτη…! Απειλή για τη διατήρηση του status quo αποτελούσε η «αρκούδα της Σιβηρίας» με τις συνεχείς προσπάθειες της για έξοδο στο Αιγαίο και εν συνεχεία στις στρατηγικής σημασίας ρότες της νοτιοανατολικής Μεσογείου.


Η στήριξη, δια μέσου αιώνων διπλωματίας, της Οθωμανικής αυτοκρατορίας είχε αποδειχτεί άριστο εργαλείο άσκησης πίεσης προς τη Ρωσία. Η αναγνώριση του βασιλείου της Ελλάδος δεν κλόνισε την πεποίθηση των δυτικών ούτε λεπτό σχετικά με τη διατήρηση μιας δύναμης νοτίως της Ρωσίας, ικανής να αποτελέσει ανάχωμα σε τυχόν ιμπεριαλιστικά σχέδια της Ρωσίας προς τη Μεσόγειο. Παράλληλα με τη Σύμβαση των Στενών του 1841 οι δυτικοί σύμμαχοι σημειώνουν και μια μικρή διπλωματική επιτυχία σε βάρος της Ρωσίας, αφού ουσιαστικά η σύμβαση αυτή ανέτρεπε το ευνοϊκό καθεστώς που είχε επιτύχει η Ρωσία με τη Συνθήκη του Χιουνκάρ-Σκελεσί του 1833 που της έδινε το δικαίωμα να κλείνει τα στενά σε περίπτωση πολέμου.

Οι σχέσεις της Ρωσίας και των δυτικών άσπονδων συμμάχων της θα υποστούν περαιτέρω επιδείνωση με αφορμή θρησκευτικά ζητήματα που αφορούσαν τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Συγκεκριμένα στους πολύπαθους Αγίους Τόπους στα 1852 ξέσπασε έριδα μεταξύ καθολικών και ορθοδόξων σχετικά με την κατοχή των ιερών προσκυνημάτων της χριστιανοσύνης. Η Γαλλία του, μόλις αναγορευθέντα σε αυτοκράτορα,Ναπολέοντα Γ΄ προβλήθηκε ως η προστάτιδα δύναμη των απανταχού χριστιανών καθολικών, ενώ η Ρωσία ανέλαβε, τηρώντας ουσιαστικά τους όρους της συνθήκης του Κιουτσούκ-Καιναρτζή του 1774, να προστατεύσει όλους τους ορθοδόξους.

Η Οθωμανική αυτοκρατορία ουσιαστικά συνθλιβόταν ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες Δυνάμεις… Η Ρωσία ευρισκόμενη εγγύτερα στους Αγίους Τόπους άδραξε την ευκαιρία και πήρε την πρωτοβουλία. Τον Ιούλιο του 1853 δυνάμεις της διέσχισαν τα σύνορα και πέρασαν στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, χωρίς ωστόσο να κηρυχτεί πόλεμος στην Πύλη. Η Γαλλία απάντησε με την αποστολή πολεμικών πλοίων της στην Κωνσταντινούπολη, ενώ και η Αγγλία ενδιαφερόμενη προφανώς για την Ινδία, προτίμησε να στηρίξει μια ανίσχυρη Οθωμανική αυτοκρατορία παρά να δει μια Ρωσική αυτοκρατορία να παίρνει τη θέση της…


Έτσι στις 4 Οκτωβρίου 1853 οι Οθωμανοί ενθαρρυμένοι από την αγγλογαλλική υποστήριξη κηρύσσουν τον πόλεμο στη Ρωσία. Τα πράγματα πάντως δεν ξεκίνησαν ρόδινα για τους αντίπαλους των Ρώσων. Στις 30 Νοεμβρίου 1853 ο ρωσικός στόλος κατέστρεψε μοίρα οθωμανικών φρεγατών και κορβεττών στη ναυμαχία της Σινώπης. Τη μεγαλύτερη λαχτάρα πήραν οι Γάλλοι που είδαν τους Ρώσους να χρησιμοποιούν τα πρώτα βλήματα με εκρηκτική κεφαλή που διέλυσαν κυριολεκτικά τα ξύλινα πλοία των Οθωμανών.

Οι Ρώσοι μάλιστα συνέχισαν τον βομβαρδισμό της Σινώπης με αποτέλεσμα πολλά αθώα θύματα από τους άμαχους της πόλης. Η εξέλιξη αυτή έκανε τον Νικόλαο Α΄ λιγότερο αδιάλλακτο και αναζήτησε κάποιον συμβιβασμό δηλώνοντας ότι θα απέσυρε τις δυνάμεις του από τις παραδουνάβιες ηγεμονίες υπό τον όρο της παράλληλης αποχώρησης των ναυτικών δυνάμεων Αγγλίας και Γαλλίας από τα στενά. 

Η απάντηση των συμμάχων ήταν η άμεση κήρυξη πολέμου στη Ρωσία, η συμμαχία με τους Οθωμανούς και η απόβαση στρατευμάτων τους το Μάρτιο του 1854 στη Βάρνα της Βουλγαρίας φοβούμενοι περαιτέρω προώθηση των Ρώσων προς νότο και κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Στα πλαίσια της στρατηγικής τους εντάσσεται και ο ναυτικός αποκλεισμός του Πειραιά, αφού η ελληνική κυβέρνηση από τις αρχές του 1854 ενίσχυε επαναστατικά-αλυτρωτικά κινήματα στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία ενάντια στους Οθωμανούς.


Τον πολεμικό και διπλωματικό γρίφο έλυσε η Αυστρία. Μη θέλοντας να δει μια Ρωσία κραταιά να ελέγχει τα Βαλκάνια απείλησε πως θα εισέλθει στο αντιρωσικό μέτωπο αν η Ρωσία δεν απέσυρε τα στρατεύματα της από τις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Η εγγύτητα της με τη Ρωσία εξασφάλιζε άμεση επέμβαση των δυνάμεων της στα μέτωπα του πολέμου, εν αντιθέσει με τους Γάλλους και Άγγλους που βασίζονταν εξ ολοκλήρου στο ναυτικό τους για τη μεταφορά των στρατευμάτων τους στη Μαύρη Θάλασσα. Έτσι οι Ρώσοι σκεπτόμενοι με στρατηγική σωφροσύνη απέσυραν τις δυνάμεις τους από τη Μολδοβλαχία και την θέση τους πήραν αυστριακά στρατεύματα. Κατά κάποιον τρόπο με αυτήν τη κίνηση των Αυστριακών η κατάσταση έδειχνε να αποκλιμακώνεται.

Τα επιτελεία των συμμάχων όμως είχαν άλλα σχέδια. Αρχικά αφού απειλούν την ίδια την πρωτεύουσα της Ρωσικής αυτοκρατορίας Αγ. Πετρούπολη από την Βαλτική τον Απρίλιο και τον Αύγουστο του 1854, καταλήγουν στο ότι πρωταρχική σημασία γι΄ αυτούς είχε η καταστροφή του ρωσικού στόλου της Μαύρης Θάλασσας και η έδρα του Σεβαστούπολη της Κριμαίας. Έτσι τον Σεπτέμβριο του 1854 αγγλογαλλικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στις ακτές της Κριμαίας και συγκρούστηκαν με τις ρωσικές στη μάχη της Άλμαλίγα χιλιόμετρα βορείως της Σεβαστούπολης.


28.000 Γάλλοι, 26.000 Άγγλοι με 1.000 Ουσάρους και 6.000 Οθωμανοί αντιμετώπισαν 33.000 Ρώσους και τους νίκησαν αναγκάζοντας τους να αποσυρθούν και να οχυρωθούν στη Σεβαστούπολη. Μάλιστα οι Ρώσοι προκειμένου να μην καταστραφεί το ναυτικό τους, από τα υπέρτερα πλοία των συμμάχων, βύθισαν τα πλοία τους, αφού αφαίρεσαν τον εξοπλισμό που ήταν απαραίτητος για την άμυνα της πόλης, έξω από το λιμάνι της Σεβαστούπολης σε σημείο τέτοιο που να εμποδίζεται η πρόσβαση του συμμαχικού στόλου στο λιμάνι.

Παράλληλα η άμυνα της πόλης ενισχύθηκε από δυνάμεις που ήρθαν από την Αζοφική Θάλασσα που ελεγχόταν από τους Ρώσους. Την ίδια περίοδο φτάνει στην πολιορκούμενη Σεβαστούπολη ως αξιωματικός του πυροβολικού και ο νέος ακόμη Λέον Τολστόι που δίνει γλαφυρές περιγραφές για τον πόλεμο αυτόν, που σίγουρα τον ενέπνευσαν στη συγγραφή του «Πόλεμος και Ειρήνη».


 Τον αμέσως επόμενο μήνα οι σύμμαχοι αποφασίζουν να καταλάβουν το στρατηγικό λιμανάκι του Μπαλακλάβα, νοτίως της Σεβαστούπολης, και να το αξιοποιήσουν ως κέντρο εφοδιασμού για την πολιορκία της Σεβαστούπολης. Η ηγεσία των Άγγλων στη συγκεκριμένη μάχη που δόθηκε τον Οκτώβριο του 1854 έμεινε στην ιστορία ως συνώνυμο της ανικανότητας και της στρατηγικής…βλακείας! Σε μια στιγμή της μάχης από σύγχυση εντολών μια ολόκληρη ίλη ελαφρού ιππικού διατάχτηκε να επιτεθεί ενάντια στο ρωσικό πυροβολικό.

Περίπου 600 άνδρες χάθηκαν στην περιβόητη «Επέλαση της ελαφράς ταξιαρχίας» που αργότερα υμνήθηκε ως πράξη ηρωισμού από τον ποιητή Άλφρεντ Τέννυσον. Παρόμοιες απονενοημένες ενέργειες θα επαναληφθούν αργότερα κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου… Στην ίδια μάχη αντίθετα οι σκληροτράχηλοι «Red Coats» αμυνόμενοι στο λιμάνι του Μπαλακλάβα αντέταξαν επιτυχή άμυνα απέναντι στο πολυάριθμο ρωσικό ιππικό επεκτεινόμενοι σε όλο το πλάτος του πεδίου της μάχης σε μια «λεπτή κόκκινη γραμμή», αποτελούμενη από δυο γραμμές στρατιωτών αντί των διδασκομένων στα στρατιωτικά βιβλία τεσσάρων. Μια ακόμη σημαντική νίκη πέτυχαν οι σύμμαχοι στις 5 Νοεμβρίου στη μάχη του Ίνκερμαν όπου αντιμετώπισαν υπέρτερες Ρωσικές δυνάμεις.


Πλέον η Σεβαστούπολη ήταν αποκλεισμένη. Από τούδε και μέχρι το τέλος του πολέμου οι αντίπαλοι απλώς οχυρώνονται και διεξάγουν έναν πόλεμο χαρακωμάτων όμοιο με τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Το χειρότερο και για τους δυο αντιπάλους το επεφύλασσε ο δριμύς χειμώνας που ακολούθησε. Οι σύμμαχοι συνολικά έχασαν περί τους 375.000 άνδρες ενώ οι Ρώσοι περί τους 220.000 σε αυτόν το πόλεμο. Το οξύμωρο όμως είναι ότι η πλειοψηφία των νεκρών ήταν θύματα των ασθενειών και του κρύου.

Οι Γάλλοι για παράδειγμα είχαν 95.000 νεκρούς από τους οποίους μόνο οι 10.000 περίπου πέθαναν στις μάχες, ενώ από τους συνολικά 21.000 νεκρούς των Άγγλων οι 5.000 μόνο πέθαναν στα πεδία των μαχών!!


 Οι υπόλοιποι ήταν θύματα της χολέρας, της δυσεντερίας και του κρύου. Το κυριότερο μάθημα των συμμάχων από αυτόν τον πόλεμο σχετιζόταν με τη δημιουργία ειδικών μονάδων νοσηλείας πρώτης γραμμής. Σπουδαίο ρόλο σχετικά με τη νοσηλεία των στρατιωτών σε αυτόν τον πόλεμο έπαιξε μια χαρισματική γυναίκα η Φλοράνς Νάιτινγκεηλ. Ήταν αυτή που συνέλαβε την αξία της καθαριότητας και της απολύμανσης των χώρων για τους τραυματίες της πρώτης γραμμής και ουσιαστικά καθιέρωσε το επάγγελμα της στρατιωτικής νοσοκόμου.

Η ενίσχυση των συμμάχων συνεχίστηκε πάντως με την προσθήκη 10.000 Σαρδηνών που αποβιβάστηκαν τον Ιανουάριο του 1855 στην Κριμαία, με τον πρωθυπουργό της Σαρδηνίας κόμης Καβούρ να προσβλέπει σε αγγλογαλλική υποστήριξη στο θέμα της ενοποίησης της Ιταλίας. Η μοίρα της Σεβαστούπολης είχε πλέον κριθεί και ήταν ζήτημα χρόνου η παράδοση της. Τον Μάρτιο του 1855 πεθαίνει ο τσάρος Νικόλαος Α΄ και τον διαδέχεται στο θρόνο ο γιος τουΑλέξανδρος Β΄ που θα δει την Σεβαστούπολη να πέφτει στα χέρια των συμμάχων τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου. 

Παράλληλα οι σύμμαχοι την άνοιξη του ιδίου έτους ξεκινούν την επίθεση τους στην Αζοφική θάλασσα που ελέγχουν ακόμη οι Ρώσοι και αποτελούσε την κύρια δίοδο ανεφοδιασμού των ρωσικών στρατευμάτων που μάχονταν στην Κριμαία. Μετά την πτώση της πόλης η Αυστρία αποφασίζει να βγει από την ουδετερότητα και αποφασίζει να κηρύξει πόλεμο στη Ρωσία αν η τελευταία δεν παραιτούνταν από την αξίωση να επηρεάζει τις παραδουνάβιες ηγεμονίες.


Τον Φεβρουάριο του 1856 υπογράφεται τελικά ησυνθήκη ειρήνης στο Παρίσι. Βάσει αυτής η Ρωσία παραιτούνταν του δικαιώματος προστασίας των ορθοδόξων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, παραιτούνταν των βλέψεων της στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και υποχρεωνόταν να εγκαταλείψει το δέλτα του Δούναβη σε δυο διεθνείς επιτροπές που θα ρύθμιζαν τη ναυσιπλοία στον ποταμό. 

Παράλληλα αναθεωρούνταν και η Σύμβαση των Στενών του 1841, καθιστώντας πλέον τον Εύξεινο Πόντο αποστρατιωτικοποιημένη θάλασσα, υποσχόταν ανεξαρτησία στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και αναγνώριζε την ισότιμη συμμετοχή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στα συνέδρια των μεγάλων δυνάμεων. Μάλιστα η Ρωσία συμφώνησε να διαλύσει το στόλο της Μαύρης Θάλασσας ώστε να αισθάνεται πιο ασφαλής η Οθωμανική αυτοκρατορία…Πάντως η διπλωματική ήττα στα δυτικά για τη Ρωσία επεφύλασσε μια αντίστοιχη νίκη στα ανατολικά της σύνορα, αφού υπογράφοντας συνθήκη ειρήνης με την Κίνα το 1858 απεκόμιζε σημαντικά εδαφικά οφέλη, ενώ στα 1860 ιδρύει το σημαντικότερο λιμάνι της στον Ειρηνικό ωκεανό το Βλαδιβοστόκ.

Εν τέλει ο πόλεμος αυτός οδήγησε την Οθωμανική αυτοκρατορία σε σειρά μεταρρυθμίσεων που κορυφώθηκαν με το«Χάτι Χουμαγιούν» τον Φεβρουάριο του 1856 βάσει του οποίου προβλεπόταν πλήρης ισότητα των υπηκόων της αυτοκρατορίας ανεξαρτήτως θρησκεύματος ή καταγωγής. Ουσιαστικά η Οθωμανική αυτοκρατορία αναλάμβανε αυτές τις πρωτοβουλίες που θα την καθιστούσαν αποδεκτή στο «κλαμπ» των ισχυρών της Ευρώπης. Από τη μεριά της Ρωσίας ο πόλεμος αυτός ήταν καταλυτικός σχετικά με την εξέλιξη της οπισθοδρομικής ρωσικής κοινωνίας.


 Μια φεουδαρχικού τύπου αυτοκρατορία αποδείχτηκε αναποτελεσματική απέναντι στις δυνάμεις των βιομηχανικά εξελιγμένων εθνών-κρατών της Δύσης. Ο Αλέξανδρός Β΄ κατήργησε αμέσως μετά τη θεσμοθετημένη από αιώνες δουλοπαροικία βάζοντας τις βάσεις της εκβιομηχάνισης, έστω και αργά, της Ρωσίας. Αυτοί όμως που άντλησαν τα σημαντικότερα συμπεράσματα για τις μελλοντικές τους πολεμικές περιπέτειες ήταν οι Άγγλοι και οι Γάλλοι, που βρέθηκαν για πρώτη φορά μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους να πολεμούν ως σύμμαχοι…

Η αξία των σιδηροδρόμων, του τηλέγραφου και το κυριότερο της περίθαλψης των τραυματιών αναδείχτηκε για πρώτη φορά στην ιστορία των πολέμων. Παράλληλα για πρώτη φορά δόθηκε η δυνατότητα στο κοινό να παρακολουθήσει τόσο έντονα και λεπτομερώς έναν πόλεμο. Πολεμικοί ανταποκριτές όπως ο Γουίλιαμ Ράσελ των Τάιμς του Λονδίνου έστελναν τις ανταποκρίσεις από το πεδία των μαχών μαζί με τις πρώτες φωτογραφίες από μάχες. Τέλος για το μικρό βασίλειο της Ελλάδας που το συνέδεε το ομόδοξο με τους Ρώσους, ο πόλεμος αυτός παρουσιάστηκε ως μια ακόμη ευκαιρία να επεκταθεί σε βάρος του «μεγάλου ασθενούς». 

Επαναστατικά κινήματα ξέσπασαν τον Ιανουάριο του 1854 σε Ήπειρο (Ροδοβίζι) και σε Θεσσαλία (Άγραφα). Η κυβέρνηση, ο Τύπος, σημαίνουσες προσωπικότητες και αγωνιστές του 1821 κινητοποιήθηκαν για υλική και ηθική ενίσχυση αυτών των κινημάτων. Πάντως γρήγορα εκφυλίστηκαν αφού οι Οθωμανοί πρόλαβαν και οχύρωσαν τα στρατιωτικά τους κέντρα, ενώ οι Άγγλοι και οι Γάλλοι προχώρησαν σε ναυτικό αποκλεισμό του Πειραιά εκβιάζοντας ουσιαστικά την Ελληνική κυβέρνηση να σταματήσει τη βοήθεια που προσέφερε στους επαναστατημένους Έλληνες της Ήπειρο Θεσσαλίας.

  Μάλιστα και στην Κριμαία στην πολιορκία της Σεβαστούπολης πολέμησαν μαζί με τους Ρώσους περίπου 1.000 Έλληνες.


Η Ευρώπη και ο Κόσμος το 19ο Αιώνα (1815 - 1871)

Με τη συνθήκη του Χουνκιάρ Ισκελεσί (8 Ιουλίου 1833). αφενός καθίστατο ο Εύξεινος Πόντος κλειστή και ασφαλής θάλασσα της Ρωσίας, αφετέρου αναγνωριζόταν σιωπηρώς στη Ρωσία το δικαίωμα εξόδου των πολεμικών σκαφών της στο Αιγαίο.

Νέος γύρος ένοπλης αναμέτρησης μεταξύ του σουλτάνου Μαχμούτ Β' και του Μεχμέτ Αλή πασά (1839) κατέληξε με τη Σύμβαση των Στενών (13 Ιουλίου 1841), την οποία υπέγραψαν οι πέντε μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης στο Λονδίνο. Με τη σύμβαση αυτή τερματίστηκε η προνομιακή θέση της Ρωσίας στο ζήτημα των Στενών, που της εξασφάλιζε η Συνθήκη του Χουνκιάρ Ισκελεσί. Ήταν η πρώτη συνθήκη των ευρωπαϊκών μεγάλων δυνάμεων στην οποία μετείχε και η Πύλη.


Νέα παρέμβαση της Ρωσίας στα ζητήματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σημειώθηκε το 1850, με αφορμή έριδα μεταξύ ορθόδοξων και καθολικών μοναχών για την κατοχή των ιερών προσκυνημάτων των Αγίων Τόπων. Υποστηρικτής των ορθόδοξων μοναχών προβλήθηκε ο Ρώσος αυτοκράτορας Νικόλαος Ά, ενώ των καθολικών ο Γάλλος αυτοκράτορας Ναπολέων Γ. Η Πύλη ενέδωσε στην αρχή στις πιέσεις του Γάλλου αυτοκράτορα, αλλά υπό την πίεση του Ρώσου τσάρου αθέτησε τις υποσχέσεις της προς τους καθολικούς. Εκατέρωθεν πιέσεις στον σουλτάνο Αβδούλ Μετζίτ είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση έκρυθμης κατάστασης. Η Ρωσία, ιδιαίτερα, απαιτούσε από τον σουλτάνο να της αναγνωρίσει το δικαίωμα προστασίας των ορθοδόξων που απέρρεε, κατά τη δική της ερμηνεία, από τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774).

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος. Η ικανοποίηση αυτής της απαίτησης της Ρωσίας, δεδομένου ότι οι ορθόδοξοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανέρχονταν σε μερικά εκατομμύρια κατοίκων, ισοδυναμούσε με απαίτηση για συγκυριαρχία του Ρώσου αυτοκράτορα με τον σουλτάνο. Με την ενθάρρυνση της Γαλλίας κυρίως, αλλά και της Βρετανίας, η Πύλη αρνήθηκε να ικανοποιήσει αυτή την αξίωση της Ρωσίας, με συνέπεια τον Μάιο του 1853 να εισέλθουν τα ρωσικά στρατεύματα στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, χωρίς την κήρυξη πολέμου εναντίον της Πύλης.


Ο πόλεμος άρχισε, αφού πρώτα υπέγραψαν συνθήκη συμμαχίας με την Πύλη, τον Μάρτιο του 1854, η Βρετανία και η Γαλλία. Ήταν ο Κριμαϊκός Πόλεμος, ο οποίος διεξήχθη στη Χερσόνησο της Κριμαίας, στη νότια Ρωσία, όπου οι Ρώσοι αντιμετώπισαν τις στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις της Βρετανίας και της Γαλλίας.

Την έκρηξη του πολέμου συνόδευαν εκκλήσεις των Ρώσων προς τους ορθόδοξους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να εκδιώξουν τους Οθωμανούς από την Ευρώπη. Οι εκκλήσεις αυτές είχαν απήχηση και παρατηρήθηκαν επαναστατικές ζυμώσεις.

Στην Ελλάδα υπήρξε σαφής προσανατολισμός της κοινής γνώμης υπέρ της Ρωσίας και υποκινήθηκαν εξεγέρσεις στη Θεσσαλία, στην Ήπειρο και στη Χαλκιδική. Ωστόσο, η Βρετανία και η Γαλλία εξανάγκασαν τον Όθωνα να αποπέμψει τη φιλορωσσική κυβέρνηση της Ελλάδας και να διορίσει φιλοδυτική κυβέρνηση, καθώς και να ανακαλέσει τους Έλληνες αξιωματικούς που είχαν περάσει επικεφαλής ανταρτών στη Θεσσαλία, στην Ήπειρο και στη Μακεδονία.

Το Ανατολικό Ζήτημα και ο Κριμαϊκός Πόλεμος

Το Ανατολικό Ζήτημα αφορά τα διπλωματικά και πολιτικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν από τις εγγενείς αδυναμίες στη διατήρηση της συνοχής του Οθωμανικού Κράτους που παρουσιάστηκαν από τα μέσα του 18ου μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα, όταν ο ένας μετά τον άλλο οι υπόδουλοι υπο τους Οθωμανούς λαοί εξεγέρθηκαν κατά της Αυτοκρατορίας και η Οθωμανική Αυτοκρατορία ηττήθηκε από τη Ρωσία κατά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο το 1774.


Ο όρος αυτός πρωτοκαθιερώθηκε στη γλώσσα της Διπλωματίας το 1822, κατά τις συζητήσεις στη Βερόνα με αναφορά στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, που είχε εν τω μεταξύ ξεσπάσει σε σχέση με τα δυσεπίλυτα πολιτικά αλλά και οικονομικά προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί με την εξάπλωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια και Μέση Ανατολή και με κύρια έμφαση την σταθερή πλέον υποχώρηση από τις κτίσεις αυτές.

Η σταδιακή κάμψη της ισχύος της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία κατείχε μια πολύ σημαντική για τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των συμμάχων περιοχή, έθεσε τις ευρωπαϊκές δυνάμεις αντιμέτωπες με το δίλημμα της διανομής της κληρονομιάς του μεγάλου ασθενούς. Στους συσχετισμούς των μεγάλων δυνάμεων, η μεν Ρωσία υποστήριζε τη διάλυση και διανομή των εδαφών των Οθωμανών, επιδιώκοντας να καταλάβει τα στενά και να αποκτήσει έξοδο στη Μεσόγειο. 

Από την άλλη, η Αγγλία με τη Γαλλία, έχοντας ισχυρά συμφέροντα στην περιοχή, επιδίωκαν τη διατήρηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία τους εξυπηρετούσε με την παρουσία της, λειτουργώντας ως ανάχωμα κατά των Ρώσων. Οι Κεντρικές Δυνάμεις (Αυστρία, Γερμανία) είχαν μικρές εδαφικές επιδιώξεις έναντι των Οθωμανών και μόλις τις εξασφάλισαν άρχισαν σταδιακά να στρέφονται προς την πολιτική της συντήρησης του Οθωμανικού κράτους.


Οι σταθμοί στην πορεία του Ανατολικού ζητήματος προς την επίλυσή τους είναι οι συνθήκες της Αδριανουπόλεως (1829), στην οποία οι Αγγλογάλλοι βρέθηκαν για πρώτη φορά αντιμέτωποι με τον κίνδυνο κατάρρευσης του Οθωμανικού κράτους. Η συνθήκη των Παρισίων , στην οποία διατυπώθηκε για πρώτη φορά τόσο κατηγορηματικά σε ευρωπαϊκό επίπεδο το δόγμα της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Η συνθήκη του Βερολίνου (1878) που σήμανε την είσοδο των Γερμανών στη Μέση Ανατολή. Και τέλος οι συνθήκες που τερμάτισαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918) και διαμόρφωσαν τη σημερινή κατάσταση στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Ο Όρος
Ανατολικό Ζήτημα ονομάζεται το διεθνές ζήτημα που προκλήθηκε από τη βαθμιαία υποχώρηση της ισχύος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την πλήρωση του κενού που προέκυψε από αυτή την υποχώρηση στην Εγγύς Ανατολή και ιδίως στη Χερσόνησο του Αίμου. Η παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας χρονολογείται από τον 17ο αιώνα, όταν τερματίστηκαν οι Οθωμανικές κατακτήσεις και εκδηλώθηκαν προβλήματα στην οικονομία και στη διοίκηση της αχανούς αυτοκρατορίας.


Η κατάκτηση της Κρήτης (1669) από τους Οθωμανούς Τούρκους ήταν η τελευταία μεγάλη επιτυχία τους, ενώ η αποτυχία της δεύτερης -και τελευταίας- πολιορκίας της Βιέννης (1683) σήμανε το τέρμα των επιτυχιών τους σε βάρος των Ευρωπαίων. Την ίδια εποχή στους Αψβούργους προστέθηκε νέος μεγάλος αντίπαλος των Οθωμανών Τούρκων, οι Ρώσοι.

Το Ανατολικό Ζήτημα κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα.
Κατά τους αιώνες αυτούς άρχισε μια νέα φάση του Ανατολικού Ζητήματος: την προέλαση των Οθωμανών Τούρκων εναντίον της χριστιανικής Ευρώπης διαδέχτηκε η περίοδος των σχεδίων για την εκδίωξή τους από τη γηραιά ήπειρο και για τη διανομή των ευρωπαϊκών τους κτήσεων, ενώ η πρωτοβουλία για την υλοποίηση αυτών των σχεδίων ανήκε, όχι πλέον στην Ισπανία, τη Βενετία ή τον Πάπα, αλλά στην Αυστρία και τη Ρωσία. Επί Μεγάλης Αικατερίνης της Ρωσίας (βασίλεψε από το 1762 έως το1796) καταβλήθηκε σοβαρή προσπάθεια από τη Ρωσία να εκδιωχθούν οι Οθωμανοί Τούρκοι από την Ευρώπη.

Η κατάληψη των Επτανήσων από τους Γάλλους το 1797 και η εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο το 1798 αποτελούν την αφετηρία μιας νέας φάσης του Ανατολικού Ζητήματος. Η Πύλη κάλεσε τότε τους Ρώσους σε βοήθεια εναντίον των Γάλλων. Για πρώτη φορά ο ρωσικός πολεμικός στόλος πέρασε από τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων, το 1798, στο Αιγαίο, έπλευσε στο Ιόνιο και κατέλαβε τα Επτάνησα.

Οι εξελίξεις υπήρξαν στο εξής ραγδαίες. Οι Βρετανοί έσπευσαν αρωγοί της Πύλης στην Αίγυπτο, όπου ο βρετανικός στόλος καταναυμάχησε τον γαλλικό στο Αμπουκίρ (1798), και αποκατέστησαν την εξουσία του σουλτάνου στην Αίγυπτο.


Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1828-1829 άσκησε την απαιτούμενη πίεση στην Πύλη να αναγνωρίσει με τη Συνθήκη Ειρήνης της Αδριανούπολης (1829) την αυτονομία της Σερβίας. Την ίδια περίπου εποχή η Ελλάδα εξασφάλισε την ανεξαρτησία της (1830).

Το ζήτημα των Στενών. Την κυριότερη ανησυχία των Βρετανών ωστόσο προκαλούσε η διέλευση του ρωσικού στόλου από τα Στενά στη Μεσόγειο. Το ενδεχόμενο να καταλάβει η Ρωσία τη στρατηγική θέση των Στενών και να επιδιώξει τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου, απειλώντας έτσι τα συμφέροντα της Βρετανίας πρωτίστως, αλλά και της Γαλλίας, ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο απέκτησε η Οθωμανική Αυτοκρατορία τη σημασία αναχώματος και αναβλήθηκε επ' αόριστον το ενδεχόμενο διαμελισμού της. Το ζήτημα των Στενών οξύνθηκε, όταν ο Μεχμέτ Αλή πασάς της Αιγύπτου ενεπλάκη σε πόλεμο με τον σουλτάνο και ο τελευταίος ζήτησε τη βοήθεια της Ρωσίας εναντίον του.

Στις αρχές του 1833 ο Ρωσικός στόλος κατέπλευσε και αγκυροβόλησε στον Κεράτιο Κόλπο. Η ισχυρή παρουσία των Ρώσων στον Βόσπορο οδήγησε τον σουλτάνο και τον Αιγύπτιο πασά στη σύναψη της Συνθήκης Ειρήνης της Κιουτάχειας (4 Μαίου 1833). Ο ρωσικός στόλος εγκατέλειψε τον Βόσπορο, αφού όμως υπογράφτηκε προηγουμένως μεταξύ Ρωσίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η Συνθήκη του Χουνκιάρ Ισκελεσί (8 Ιουλίου 1833).


Η Διένεξη για τους Αγίους Τόπους 

Στα 1850, παρατηρητές της διεθνούς κατάστασης, μεταξύ αυτών ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς, ήδη είχαν προβλέψει τη βεβαιότητα ενός νέουρωσοτουρκικού πολέμου. Η αυτοκρατορική Ρωσία, ως μέλος της Ιερής Συμμαχίας, λειτουργούσε τον καιρό εκείνο ως αστυφύλακας της Ευρώπης, διατηρώντας σταθερό το ισοζύγιο δυνάμεων που είχε αποφασιστεί στο Συνέδριο της Βιέννης το 1815, διαδραματίζοντας καταλυτικό ρόλο στην κατάπνιξη κάθε επαναστατικού κινήματος στον ευρωπαϊκό χώρο. 

Σε αντάλλαγμα για την παροχή στρατευμάτων που υπεράσπιζαν την ισορροπία δυνάμεων και έπαιξαν μάλιστα σημαίνοντα ρόλο στην κατάπνιξη των μεγάλων επαναστάσεων του ευρωπαϊκού χώρου των ετών 1848 και 1849, ανέμενε την ανοχή των άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων και τη μη ανάμειξή τους στις διαμάχες της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, το Μεγάλο Ασθενή όπως την έλεγαν, λόγω των πολλών δομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε και την είχαν φέρει στα όρια της κατάρρευσης.

Παρόλα αυτά, τόσο ο Μαρξ όσο και ο Ένγκελς προέβλεψαν ότι οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις δε θα επέτρεπαν στους Ρώσους μια τέτοια ελευθερία κινήσεων, καθώς μια περαιτέρω διείσδυση της Ρωσίας στα Βαλκάνια έπληττε θανάσιμα τα συμφέροντά τους (τότε δεν είχε προσαρτηθεί ακόμα η Αίγυπτος από τους Βρετανούς και το μεταγενέστερο ρόλο του Σουέζ ως δρόμου για τις βρετανικές κτήσεις στην Ινδία είχαν τότε τα Στενά των Δαρδανελλίων).


Ένας αναπόφευκτος λοιπόν γενικευμένος ευρωπαϊκός πόλεμος πρόβαλλε επί θύραις. Οι προβληματισμοί και οι συζητήσεις που άνοιξαν για το μέλλον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε μια τέτοια περίπτωση, συμπυκνώθηκαν στον όρο που δέσποσε επί 70 σχεδόν χρόνια στη διπλωματική σκακιέρα και πήρε το όνομα Ανατολικό Ζήτημα. Δηλαδή για κάθε μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη ο όρος αντανακλούσε τους προβληματισμούς της ως προς το πώς θα διαφυλαχθούν καλύτερα τα συμφέροντα της μετά την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ποιες ενέργειες έπρεπε να αναληφθούν.

Το 1851 ήταν η αρχή της αλυσίδας που οδήγησε στα μετέπειτα γεγονότα. Το έτος εκείνο, πραξικόπημα στη Γαλλία κατέλυσε τη Δημοκρατία και αναγόρευσε σε αυτοκράτορα τον Ναπολέοντα Γ', ο οποίος έστειλε κατόπιν τον πρέσβη του στην Κωνσταντινούπολη με την εντολή να αναγκάσει τους Οθωμανούς να αναγνωρίσουν τη Γαλλία ως επικυρίαρχη αρχή των Αγίων Τόπων. Η προσπάθεια της Γαλλίας ήταν να επωφεληθεί από την ανάδειξή της ως προστάτιδος δύναμης των χριστιανών στην περιοχή, προβάλοντας ως ηγέτιδα δύναμη στην Ευρώπη μεταξύ των καθολικών πιστών και με μοχλό το κύρος αυτό να εκμαιεύσει επιπλέον εισχώρηση στο μαλακό υπογάστριο της παρηκμασμένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποκτώντας περαιτέρω προνομιακούς εμπορικούς όρους όσο και κοινωνική διείσδυση επηρεάζοντας έτσι πιο αποφασιστικά την κεντρική οθωμανική διοίκηση. 

Η Ρωσική Αυτοκρατορία αντέδρασε στην επιχειρούμενη αλλαγή καθεστώτος στους Αγίους Τόπους. Σύντομα οι Οθωμανοί, υπό την πίεση των Ρώσων, που έβλεπαν εξίσου καχύποπτα τη γαλλική διείσδυση σε περιοχές που υπέβλεπαν οι ίδιοι, βασιζόμενοι σε δύο συνθήκες, μία του 1757 και αυτή του Κιουτσιούκ-Καϊναρτζή του 1774, άλλαξαν την απόφασή τους, αποκηρύσσοντας τη γαλλο-οθωμανική συμφωνία και αναγορεύοντας τη Ρωσία σε προστάτιδα δύναμη των ορθόδοξων χριστιανών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.


Ο Ναπολέοντας Γ' αντέδρασε κάνοντας επίδειξη ισχύος, στέλνοντας ένα γαλλικό πολεμικό πλοίο της σύγχρονης σειράς Καρλομάγνος στη Μαύρη Θάλασσα, πράξη που αποτελούσε παραβίαση της Σύμβασης του Λονδίνου για τα Στενά. Η επίδειξη αυτή δύναμης της Γαλλίας, συνδυασμένη με επιθετική διπλωματία και χρήματα, ανάγκασε το Σουλτάνο Αμπντούλ Μετζίτ Α΄ να αποδεχθεί μια νέα συνθήκη, επιβεβαιώνοντας ότι η Γαλλία και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αποτελούσαν τις ανώτατες αρχές ελέγχου στους Αγίους Τόπους καθώς και τους κτήτορες των κλειδιών της Εκκλησίας της Γεννήσεως, που πριν ανήκαν στην ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία.

Ο τσάρος Νικόλαος Α' ανέπτυξε τις 4η και 5η τσαρικές στρατιές κατα μήκος του ποταμού Δούναβη, ως μέσο πίεσης στους Τούρκους, ενώ ταυτόχρονα άρχισαν συζητήσεις του υπουργού του των Εξωτερικών, κόμη Καρλ Νέσσελροντ, με Τούρκους αξιωματούχους. Ο κόμης Νέσσελροντ αφού ανέφερε στο βρετανό πρέσβη στην Αγία Πετρούπολη, σερ Τζωρτζ Χάμιλτον Σέιμουρ, ότι η πράξη της Γαλλίας αποτελούσε πράξη βίας και παρασκηνιακών σκοτεινών διεργασιών, κατακρίνοντας παράλληλα τη συνήθεια του γάλλου αυτοκράτορα να προσφεύγει από την πρώτη στιγμή στην απειλή χρήσης βίας, τόνισε ότι η παραβίαση αυτή έπρεπε να επανορθωθεί. Σύντομα η Ρωσία ενέτεινε την επιθετική χροιά της διπλωματίας της, ελπίζοντας να αποτρέψει τη Γαλλία ή τη Βρετανία ή και τις δυο μαζί από το να πάρουν μέρος στην επικείμενη σύρραξη με την Τουρκία, η οποία αρνείτο να υποκύψει στις Ρωσικές πιέσεις.

Το φλερτ των Ρώσων με τους Βρετανούς συνεχίστηκε μέσω του βρετανού πρέσβη, με τον τσάρο Νικόλαο να επιμένει ότι η Ρωσία δεν είχε πρόθεση να επεκτείνει την επιρροή της, αλλά ότι έπρεπε να ανταποκριθεί στην υποχρέωση που είχε έναντι των χριστιανικών κοινοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στη συνέχεια, ο τσάρος έστειλε τον πρίγκιπα Μένσικωφ σε ειδική αποστολή στην Υψηλή Πύλη. Προηγούμενες συνθήκες όριζαν ότι ο Σουλτάνος ήταν υποχρεωμένος να προστατεύει τη χριστιανική θρησκεία και τα δόγματά της.


 Ο πρίγκιπας Μένσικωφ προσπάθησε επί τη βάσει αυτών των συνθηκών να διαπραγματευτεί μια νέα πανευρωπαϊκή συνθήκη, η οποία θα παραχωρούσε και στους Ρώσους παρόμοια προνόμια να παρεμβαίνουν στα ζητήματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας στους Αγίους Τόπους όπως και οι Γάλλοι επί των θεμάτων της Καθολικής Εκκλησίας. 

Μια τέτοια συνθήκη θα επέτρεπε στη Ρωσία να ελέγξει την ιεραρχία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και κατά συνέπεια τους ορθόδοξους χριστιανικούς πληθυσμούς, χρησιμοποιώντας τους ως πιόνια ανάλογα με τα στρατηγικά της συμφέροντα. Στις 16 Φεβρουαρίου ο πρίγκιπας Μένσικωφ έφτασε στην Κωνσταντινούπολη με το πολεμικό Γκρομόβνικ. Στην πρώτη του συνάντηση με το Σουλτάνο, παραβίασε το πρωτόκολλο, στηλιτεύοντας μπροστά στην ιερή ανώτατη οθωμανική Αρχή τις οθωμανικές παραχωρήσεις στους Γάλλους. Ακολούθησε η απαίτησή του για αντικατάσταση των υψηλά ιστάμενων Οθωμανών αξιωματούχων.

Τον καιρό εκείνο η βρετανική πρεσβεία στην οθωμανική πρωτεύουσα ήταν υπό τις διαταγές του πρέσβη Χιου Ρόουζ, ο οποίος χρησιμοποιώντας τις ανεξάντλητες επαφές του εντός της αυτοκρατορίας, συγκέντρωσε πληροφορίες για τις κινήσεις και την ανάπτυξη των ρωσικών στρατευμάτων κατά μήκος του Δούναβη, συνόρου τότε της Ρωσίας και της Οθωμανικής Τουρκίας στην Ευρώπη. Αμέσως ο Ρόουζ ανησυχώντας για τον πραγματικό σκοπό της αποστολής του Μένσικωφ στην Τουρκία, έδωσε εντολή σε μια βρετανική πολεμική μοίρα να αποπλεύσει τάχιστα για την ανατολική Μεσόγειο, κατευθυνόμενη στην Κωνσταντινούπολη.


 Παρόλα αυτά, ο Ουίτλεϊ Ντάντας, Βρετανός ναύαρχος και διοικητής της μοίρας, δεν ακολούθησε τις εντολές του πρεσβευτή θεωρώντας ότι ανακατευόταν στις υποθέσεις του Ναυαρχείου. Μέσα σε μια εβδομάδα, οι ενέργειες του Ρόουζ ακυρώθηκαν. Αντιθέτως, οι Γάλλοι έστειλαν μια ναυτική πολεμική δύναμη να υποστηρίξει τους Οθωμανούς, λειτουργώντας ως μοχλός πίεσης στους Ρώσους και δηλώνοντας την αποφασιστικότητα των Γάλλων να παρέμβουν υπέρ των Οθωμανών σε πιθανή σύρραξη.

Πρώτες Εχθροπραξίες 

Την ίδια ώρα, η βρετανική κυβέρνηση του πρωθυπουργού λόρδου Αμπερντίν, έστελνε το λόρδο Στράτφορντ να αντικαταστήσει το συνταγματάρχη Χιου Ρόουζ ως απεσταλμένο της Βρετανίας στην Υψηλή Πύλη. Ο λόρδος Στράτφορντ έπεισε το Σουλτάνο να απορρίψει τις ρωσικές απαιτήσεις. Ο Μπέντζαμιν Ντισραέλι, πολιτικός αντίπαλος του λόρδου Αμπερντίν, κατηγόρησε τον πρωθυπουργό και το λόρδο Στράτφορντ ότι με τις ενέργειές τους ο πόλεμος καθίστατο αναπόφευκτος, εκκινώντας τη διαδικασία κατά την οποία η κυβέρνηση του λόρδου Αμπερντίν θα έφτανε στην παραίτηση αργότερα μεσούντος του πολέμου.

Μετά την αποτυχία του πρίγκιπα Μένσικωφ, ο τσάρος Νικόλαος προήλασε με τις στρατιές του μέσα στα εδάφη των παραδουνάβιων ηγεμονιών της Μολδαβίας και της Βλαχίας. Οι παραδουνάβιες ηγεμονίες ήταν αυτόνομες ηγεμονίες με χριστιανό ηγεμόνα υπό την επικυριαρχία της Υψηλής Πύλης, στις όχθες του ποταμού Δούναβη. Ουσιαστικά η μορφή της πολιτικής τους υπόστασης ήταν προϊόν συμβιβασμού μεταξύ Τούρκων και Ρώσων, λειτουργώντας ως ανάχωμα από την πλευρά της Ευρώπης ανάμεσα στις δύο αυτοκρατορίες. Η μη δυνατότητα πλήρους ελέγχου τους από την Τουρκία και η παράλληλη μη δυνατότητα κατοχής τους από τους Ρώσους λόγω της τουρκικής αντίδρασης αλλά και ευρωπαϊκών πιέσεων που δεν επιθυμούσαν τη Ρωσία να κατέβει νοτιότερα, είχε οδηγήσει σε αυτό το ιδιόμορφο πολιτικό καθεστώς.


Η Ρωσία μέσω πιέσεων είχε αποσπάσει σε προγενέστερο χρόνο την αναγνώρισή της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως προστάτιδας δύναμης των ορθόδοξων χριστιανών σε αυτές τις δυο επαρχίες. Αυτό το είχε καταφέρει πιέζοντας τους Οθωμανούς με δικαιολογίες ότι απειλούντο οι χριστιανοί των ηγεμονιών, εκμεταλλευόμενη την αδυναμία απάντησης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία για να μη δώσει ισχυρή λαβή στη Ρωσία για επέκτασή της προς νότο είχε αποδεχθεί τα ρωσικά αιτήματα. Η δε Ρωσία αρκείτο σε αυτές τις παραχωρήσεις επηρεάζοντας κατά το δοκούν τα πολιτικά πράγματα σε αυτές τις ηγεμονίες, δημιουργώντας προβλήματα στους Οθωμανούς, μη μπορώντας όμως να επέμβει ανοιχτά χωρίς να αντιδράσουν οι έτερες μεγάλες δυνάμεις. 

Έτσι Ρωσία και Τουρκία μέσω αυτών των συμβιβασμών έπαιρναν ό,τι θεωρούσαν καλύτερο υπό τις υπάρχουσες συνθήκες και ανέμεναν την κατάλληλη στιγμή, η μεν Ρωσία της επίθεσης και κατοχής τους, η δε Οθωμανική Τουρκία την ισχυροποίησή της και την επαναφορά του απόλυτου ελέγχου επί αυτών χωρίς το φόβο πιέσεων.

Χρησιμοποιώντας όμως το πρόσχημα της απειλής της προστασίας των ορθόδοξων πληθυσμών των Αγίων Τόπων μέσω των οθωμανικών παροχών στους καθολικούς Γάλλους, η Ρωσία προχώρησε στην κατοχή των δύο αυτών ηγεμονιών του Δούναβη. Ο τσάρος Νικόλαος πίστευε ότι οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, ειδικότερα η Αυστρία η οποία επίσης είχε βλέψεις στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο, δεν θα πρόβαλλαν ισχυρή αντίδραση στην προσάρτηση των παραδουνάβιων ηγεμονιών, ειδικά από τη στιγμή που η Ρωσία είχε βοηθήσει τις αυστριακές προσπάθειες για την κατάπνιξη των μεγάλων επαναστατικών κινημάτων του 1848.


Όταν στις 2 Ιουλίου 1853 τα τσαρικά στρατεύματα εισέβαλαν στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, η Μεγάλη Βρετανία, ελπίζοντας να διατηρήσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως ανάχωμα στη ρωσική επέκταση στην Ασία, έστειλε ένα στόλο στα Δαρδανέλλια, όπου ενώθηκε με το στόλο που είχε στείλει η Γαλλία. Την ίδια ώρα παρόλα αυτά, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις ήλπιζαν για ένα διπλωματικό συμβιβασμό. Οι αντιπρόσωποι των τεσσάρων ουδέτερων Μεγάλων Δυνάμεων - Βρετανίας, Γαλλίας, Αυστρίας και Πρωσίας - συναντήθηκαν στη Βιέννη, όπου ετοίμασαν μια διπλωματική νότα που τους έκανε αισιόδοξους ότι θα δέχονταν οι Ρώσοι και οι Οθωμανοί. 

Η νότα αν και έγινε δεκτή από τον τσάρο Νικόλαο Α', απορρίφθηκε από το σουλτάνο, ο οποίος θεωρούσε ότι οι ασαφείς διατυπώσεις της επέτρεπαν πολλές διαφορετικές ερμηνείες. Προσπαθώντας να εξευμενίσουν το σουλτάνο, οι Βρετανία, Γαλλία και Αυστρία πρότειναν τροποποιήσεις, οι οποίες όμως δεν έγιναν δεκτές από τη ρωσική Αυλή. Οι Βρετανία και Γαλλία απέρριψαν την ιδέα των νέων διαπραγματεύσεων, παρότι οι Αυστρία και Πρωσία δε θεωρούσαν ότι η απόρριψη των προτεινόμενων τροποποιήσεων δικαιολογούσε την εγκατάλειψη της διπλωματικής οδού.

Στις 23 Οκτωβρίου 1853, ο σουλτάνος κήρυξε επίσημα τον πόλεμο κατά της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και πέρασε στην επίθεση, μετακινώντας τα στρατεύματά του κοντά στο ρωσικό στρατό στο Δούναβη αργότερα τον ίδιο μήνα. Η Ρωσία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία συγκέντρωσαν στρατιωτικές δυνάμεις σε δύο κύρια μέτωπα, τον Καύκασο (όριο των δύο αυτοκρατοριών στην Ασία) και το μέτωπο του Δούναβη. Ο Οθωμανός στρατιωτικός διοικητής Ομάρ Πασάς κατάφερε να πετύχει κάποιες νίκες στο μέτωπο του Δούναβη. Στον Καύκασο, οι Οθωμανοί κατάφεραν να κρατήσουν τις θέσεις τους με τη βοήθεια των μουσουλμάνων Τσετσένων υπό τον ιμάμη Σαμίλ.


Ο τσάρος Νικόλαος απάντησε με την εμπλοκή πολεμικών πλοίων, τα οποία στη μάχη της Σινώπης στις 30 Νοεμβρίου 1853 κατέστρεψαν μια μοίρα οθωμανικών φρεγατών και κορβεττών που εκτελούσε καθήκοντα περιπολίας, ενώ ήταν αγκυροβολημένη στο λιμάνι της Σινώπης, στην περιοχή του Πόντου, στη βόρεια Ανατολία. Η καταστροφή της οθωμανικής ναυτικής μοίρας αποτέλεσε το πρόσχημα για τους Βρετανούς και τους Γάλλους για να κηρύξουν τον πόλεμο ενάντια στη Ρωσία, στο πλευρό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με το πέρας της 28ης Μαρτίου 1854 και την αδιαφορία από τη Ρωσία για το βρετανο-γαλλικό τελεσίγραφο που της είχε επιδοθεί λίγες ώρες πριν, περί απόσυρσης του τσαρικού στρατού από τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία κήρυξαν επισήμως τον πόλεμο στη Ρωσία.

Ειρηνευτικές Προσπάθειες στο Αρχικό Στάδιο του Πολέμου 

Ο τσάρος Νικόλαος πίστευε ότι εξαιτίας της ρωσικής βοήθειας προς την Αυστρία για την κατάπνιξη της ουγγρικής εξέγερσης του 1848, οι Αυστριακοί θα του συμπαραστέκονταν, ή θα έμεναν στη χειρότερη περίπτωση ουδέτεροι. Παρόλα αυτά, η Αυστρία ένιωσε απειλή από τα ρωσικά στρατεύματα. Όταν η Βρετανία και η Γαλλία απαίτησαν την απόσυρση των ρωσικών δυνάμεων από τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, η Αυστρία υποστήριξε το αίτημά τους και παρότι δεν κήρυξε αμέσως τον πόλεμο στη Ρωσία, αρνήθηκε να εγγυηθεί την ουδετερότητά της.

Η Ρωσία τότε απέσυρε τα στρατεύματά της από τις ηγεμονίες του Δούναβη, οι οποίες καταλήφθηκαν στη συνέχεια από τους Αυστριακούς, στην κατοχή των οποίων παρέμειναν ώς τη λήξη του πολέμου. Αν και με τη ρωσική απόσυρση από τις ηγεμονίες αυτές, εξέλιπαν πλέον οι αφορμές κήρυξης του πολέμου, οι Βρετανία και Γαλλία συνέχισαν τις εχθροπραξίες.


 Αποφασισμένες να αντιμετωπίσουν το Ανατολικό Ζήτημα βάζοντας ένα τέλος στη ρωσική απειλή κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι σύμμαχοι πρότειναν διάφορους όρους για μια ειρηνική διευθέτηση, οι οποίοι περιελάμβαναν ότι η Ρωσία έπρεπε να πάψει να χρησιμοποιεί ως προτεκτοράτα της τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, να εγκαταλείψει κάθε απαίτηση που αφορούσε οποιοδήποτε δικαίωμα παρέμβασής της στα οθωμανικά πολιτικά πράγματα εκ μέρους των ορθόδοξων χριστιανών, να συναινέσει στην αναθεώρηση της Σύμβασης των Στενών του 1841 και να δεχθεί να έχουν πρόσβαση (δικαίωμα ναυσιπλοΐας) στον ποταμό Δούναβη όλα τα έθνη. Ο τσάρος αρνήθηκε να συμμορφωθεί με αυτά τα τέσσερα Σημεία και ο Κριμαϊκός Πόλεμος μπήκε στην κύρια φάση του.

Χρονολόγιο των Μαχών 

• Μάχη της Σινώπης, 30 Νοεμβρίου 1853
• Πολιορκία του Πετροπαβλόφσκ, 30-31 Αυγούστου 1854, στις ακτές του Ειρηνικού
• Μάχη της Άλμα, 20 Σεπτεμβρίου 1854
• Πολιορκία της Σεβαστούπολης, 25 Σεπτεμβρίου 1854 και 8 Σεπτεμβρίου 1855
• Μάχη της Μπαλακλάβα, 25 Οκτωβρίου 1854, στην οποία πραγματοποιήθηκε η αποτυχημένη 'επέλαση της Ελαφράς Ταξιαρχίας'
• Μάχη του Ίνκερμαν, 5 Νοεμβρίου 1854
• Μάχη της Ευπατόρια, 17 Φεβρουαρίου 1855
• Μάχη του ποταμού Τσερνάγια, 25 Αυγούστου 1855
• Ναυτικές επιχειρήσεις στην Αζοφική θάλασσα, Μάιος-Νοέμβριος 1855
• Πολιορκία του Καρς, Ιούνιος- 28 Νοεμβρίου 1855


Η Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων 1856

Τον Σεπτέμβριο του 1855 οι Βρετανοί και οι Γάλλοι εκπόρθησαν τη Σεβαστούπολη. Οι εχθροπραξίες τερματίστηκαν τον Ιανουάριο του 1856, ενώ τον Μάρτιο του ίδιου έτους υπογράφτηκε η Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων (30 Μαρτίου 1856). Με τη συνθήκη αυτή η Πύλη εξασφάλισε το δικαίωμα συμμετοχής της στο σύστημα ασφάλειας των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης (Concert of Europe), ο Εύξεινος Πόντος κατέστη ουδέτερη θάλασσα, απαλλαγμένη από πολεμικά σκάφη, οι εκβολές του Δούναβη δόθηκαν και πάλι στην Πύλη και επιβεβαιώθηκε η αυτονομία των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών υπό την προστασία των μεγάλων δυνάμεων.


 Ο σουλτάνος είχε ήδη εκδώσει, στις 18 Φεβρουαρίου 1856, το περίφημο αυτοκρατορικό διάταγμα «Χάτι Χουμαγιούν», με το οποίο υποσχόταν πλήρη ισότητα των υπηκόων του ανεξαρτήτως θρησκεύματος ή καταγωγής. Με το διάταγμα αυτό εγκαινιάστηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η περίοδος του Τανζιμάτ (μεταρρυθμίσεων). Ο Κριμαϊκός Πόλεμος, ο οποίος έληξε με την ήττα και την ταπείνωση της Ρωσίας, συνέβαλε στην αποδοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη λέσχη των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης, υπό την προστασία της Βρετανίας.

Η Συνθήκη με την οποία τερματίστηκε ο Κριμαϊκός Πόλεμος υπογράφτηκε στο Παρίσι στις 30 Μαρτίου 1856. Η συνθήκη υπογράφτηκε μεταξύ Ρωσίας, Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας, Πεδεμοντίου και Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Με βάση τη συνθήκη η Μαύρη Θάλασσα μετατρεπόταν σε ουδέτερη ζώνη, απαγορευομένης της εισόδου πολεμικών πλοίων και οχυρώσεως των παραλίων, εξαιρώντας μόνο τα οθωμανικά εδάφη. Επίσης οι Παραδουνάβιες ηγεμονίες ετέθησαν υπό καθεστώς συλλογικής προστασίας, απ' όλες τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, παραμένοντας υπό ονομαστική οθωμανική επικυριαρχίας. Επίσης αποδόθηκε στη Μολδαβία η νότιος Βεσσαραβία, που είχε καταληφθεί από τους Ρώσους με τη συνθήκη της Αδριανουπόλεως (1828). Τέλος η Ρωσία υποχρεώθηκε να παραιτηθεί των δικαιωμάτων της ως προστάτιδος των Ορθοδόξων.


Οι κυριότερες συνέπειες της συνθήκης ήταν η ένταξη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στη χωρία των Ευρωπαϊκών δυνάμεων (Ευρωπαϊκή Συναυλία) και η προσωρινή, όπως αποδείχθηκε, ανάσχεση της ρωσικής επεκτατικής πολιτικής. Παράλληλα αναθερμάνθηκαν οι σχέσεις των Οθωμανών με τους Γάλλους.

Η Ελλάδα Κατά την Διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου

Ελληνική Λεγεώνα


Η Ελληνική Λεγεώνα του Αυτοκράτορα Νικόλαου Α' (1854-Ιούνιος 1856) – ήταν σώμα Ελλήνων εθελοντών στον ρωσικό στρατό, κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου και πήρε μέρος στις μάχες στο Δούναβη και την Κριμαία.

Η Ιστορία της Λεγεώνας 
Σύμφωνα με τον Έλληνα ιστορικό Π.Καρολίδη η Ρωσία ξεκίνησε τον πόλεμο της Κριμαίας « χωρίς ούτε ένα σύμμαχο, εκτός από την μικρή Ελλάδα, όχι το Ελληνικό βασίλειο, αλλά τους Έλλήνες ανά τον κόσμο και ειδικά στο Ελληνικό Βασίλειο». Η συμμετοχή των ευρωπαϊκών δυνάμεων στον πόλεμο στο πλευρό των Τούρκων, προσέδωσε, για τους Έλληνες, στον πόλεμο αυτό τον χαρακτήρα του πολέμου της Ορθοδοξίας. Στις 6 Δεκεμβρίου, ανήμερα του Αγίου Νικολάου, τα πορτρέτα του αυτοκράτορα της Ρωσίας, στολισμένα με δάφνες, ήταν παντού στην Αθήνα, το όνομα του αυτοκράτορα είχε αναφερθεί σε όλες τις εκκλησίες.


Όταν ήρθε η είδηση της ήττας του Τουρκικού στόλου στην Σινώπη, ο ελληνικός πληθυσμός αντάλλασε την Πρωτοχρονιά την ευχή «Και του χρόνου στην Κωνσταντινούπολη». Ο Έλληνας ευεργέτης Γρηγόριος Μαρασλής που έζησε στην Οδησσό, παρέδωσε στον Νικόλαο Ά 550 χιλιάδες ρούβλια για την αποκατάσταση του ναού της Αγίας Σοφίας, όταν ο ρωσικός στρατός θα καταλάμβανε την Κωνσταντινούπολη. Μετά το τέλος του ακήρυχτου πόλεμου, στις υπό οθωμανικό έλεγχο επαρχίες Ήπειρος, Θεσσαλία και Μακεδονία πολλοί Έλληνες εθελοντές αποτέλεσαν την Ελληνική Λεγεώνα του Ρωσικού στρατού στο έδαφος της Ρωσίας.

Η πρωτοβουλία της δημιουργίας της Λεγεώνας ήταν του έλληνα αξιωματικού Α.Χρυσοβέργη (Αριστείδης Χρυσοβέργης). Στις αρχές του 1854 στο Βουκουρέστι , ο Χρυσοβέργης συναντήθηκε με τον διοικητή του ρωσικού Στρατού στον Δούναβη στρατηγό Μ.Γκορτσακόβ με πρόταση την δημιουργία μιας ξεχωριστής μονάδας Ελλήνων εθελοντών. Με διάταγμα του Γκορτσάκοβ, Ο Χρυσοβέργης στάλθηκε στην μονάδα του στρατηγού Ουσακόβ στις εκβολές του Δούναβη. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Έλληνες εθελοντές δεν ήταν ντυμένοι με ρωσικές στρατιωτικές στολές, αλλά φορούσαν φουσταννέλα, όπως στην Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Οι Έλληνες εθελοντές έλαβαν μέρος στις μάχες του Μαρτίου του 1854, περνώντας στην δεξιά όχθη του Δούναβη, και το Μάιο του ίδιου έτους στη μάχη εναντίον των Τούρκων στο νησί Ραντομάν.Το καλοκαίρι του 1854, στον βραχίονα Σωλήν, ο Χρυσοβέργης με τον βαθμό του λοχαγού, και επικεφαλής 25 Ελλήνων εθελοντών έδωσε μάχη ενάντια σε βρετανικό άγημα 700 στρατιωτών. Κατά τη διάρκεια αυτής της μάχης οι Βρετανοί έχασαν έξι αξιωματικούς και 72 στρατιώτες, συμπεριλαμβανομένου του αριστοκράτη Ρίτσαρντ Πάρκερ Χάιντ IV.


Αυτός ήταν ολόγος που για την μάχη αυτή έγινε συζήτηση στο Βρετανικό Κοινοβούλιο. Στις αρχές του 1855 η Λεγεώνα, η οποία αριθμούσε περίπου 800 εθελοντές, μεταφέρθηκε στην Κριμαία. Με το λάβαρο της Λεγεώνας όπου ήταν γραμμένο στα ελληνικά "Για την Ορθοδοξία". Έλαβε μέρος στην επίθεση της Ευπατόριας στις 5 Φλεβάρη του 1855, όπου έχασε μερικές δεκάδες άτομα σκοτωμένους και 30 τραυματίες, συμπεριλαμβανομένων των αξιωματικών Χρυσοβέργη και Σταμάτη. Ο τελευταίος αργότερα πέθανε από τις πληγές του. Μετά την Ευπατόρια η Ελληνική Λεγεώνα συμμετείχε στην άμυνα της Σεβαστούπολης, ως μέρος της φρουράς από τις 1 Μαρτιο μέχρι τις 27 Αυγούστου 1855 και στην Μάχη του Μαύρου ποταμού στις 16 Αυγούστου. Στο τέλος του πολέμου σε 735 λεγεωνάριους απονεμήθηκαν τα μετάλλια ''Για την άμυνα της Σεβαστούπολης''. Περισσότεροι από 500 Έλληνες εθελοντές έχουν πέσει στο πεδίο της μάχης και πέθαναν από ασθένειες.

Τον Ιούνιο του 1856 η Λεγεώνα διαλύθηκε. Μερικοί από τους εθελοντές αρνήθηκαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους για τον φόβο των διώξεων από τις τουρκικές αρχές, καθώς πολλοί ήταν Τούρκοι υπήκοοι. 201 εθελοντές έχουν εγκατασταθεί στη Μαριούπολη, όπου τον 18ο αιώνα, είχε εγκατασταθεί ο γηγενής Ελληνικός πληθυσμός της Κριμαίας. 

Οι Λεγεωνάριοι ονόμασαν το χωριό τους Νόβο-Νικολάγιεβκα προς τιμήν της Λεγεώνας του αυτοκράτορα Νικόλάου. Αργότερα, στην καθομιλουμένη της Μαριούπολης έλαβε το όνομα Βολοντιόροβκα – το χωριό των εθελοντών. Το 1864, ο συνταξιούχος πια συνταγματάρχης Χρυσοβέργης έγραψε ένα υπόμνημα προς τις ρωσικές αρχές για να στήσει μνημείο για τους Έλληνες, που έπεσαν στον πόλεμο της Κριμαίας. Το σχέδιο του αυτό δεν υλοποιήθηκε. Σήμερα, στην Σεβαστούπολη υπάρχει μια αναμνηστική πλάκα προς τιμήν της Ελληνικής Λεγεώνας.


Οι Επιπτώσεις του Κριμαϊκού Πολέμου στην Ελληνική Πολιτική Αντίληψη

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος ήταν η αποφασιστική καμπή για τη γνωριμία του Ελληνικού έθνους με τα γειτονικά του, γιατί απέδειξε μ' έναν τρόπο που δεν χωρούσε διάψευση ότι τα συμφέροντα των υποδούλων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν ήταν εκείνα που θεωρούσε δεδομένα η φιλοπόλεμη μερίδα στην Ελλάδα, αφού τίποτε το αντίστοιχο με την κινητοποίηση του Αγώνα δεν σημειώθηκε το 1854. Επιπλέον ο φιλορωσισμός δέχεται βαρύ πλήγμα.


Στο εξής δεν παύει βέβαια να συνδέεται αόριστα με την προοπτική της γενικής απελευθέρωσης της Ανατολής, η ήδη υποτυπώδης όμως επιχειρηματολογία του στερείται οριστικά τη δυνατότητα εμπλουτισμού ή ανανέωσης της, κι αυτό σε αντίθεση με τον αντιρωσισμό, για τον οποίο αρχίζει περίοδος σταθερής ανόδου. Ο θρίαμβος της αγγλικής πολιτικής στην Ελλάδα αφήνει στον αντιρωσισμό ένα πεδίο τελείως ελεύθερο, ενώ η σύμπτωση της έγερσης βουλγαρικού ζητήματος αμέσως μετά τον Κριμαϊκό δίνει την απαραίτητη αφορμή για την αμετάκλητη πλέον μετατροπή του αντιρωσισμού σε αντισλαβισμό.

Ο Ναυτικός Αποκλεισμός του Πειραιά και το "Υπουργείο Κατοχής"

Κατά την διάρκεια του 19ου Αιώνα η πολιτική της Γαλλίας αλλά κατ΄εξοχήν της Αγγλίας στην Ανατολή πρότασσε ως βασική προτεραιότητα την εδαφική ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως βασική ανάσχεση της Ρωσικής καθόδου στην Μεσόγειο. Αντιθέτως η Ρωσία είχε προαιώνιο πόθο την συντριβή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την κάθοδο της στο Αιγαίο. Για τρεις αιώνες η Ρωσία επεδίωκε τον στόχο αυτό προσεταιριζόμενη όλους τους Χριστιανικούς λαούς (και κυρίως τους Έλληνες. Η πολιτική αυτή θα άλλαζε το 1860 όταν η Ρωσία (δυστυχώς για την Ελλάδα και τα συμφέροντα του Ελληνισμού) θα εστερνιζόταν την Θεωρία του Πανσλαβισμού.

Την εξιστορούμενη εποχή Οθωμανική Αυτοκρατορία αντιμετώπιζε μια σειρά σοβαρών προβλημάτων με κυριότερο την οικονομική χρεοκοπία και τις αντίπαλες φατρίες μέσα στην Υψηλή Πύλη. Αυτό την καθιστούσε αδύναμη πολιτικά και στρατιωτικά (ο περίφημος "μεγάλος ασθενής") και έσπρωχνε την Ρωσία του τσάρου Νικολάου Α΄ να αναζητά μια αφορμή για να επέμβει εις βάρος της.
Αυτή δόθηκε στις αρχές του 1850 με το πρόβλημα της ιδιοκτησίας του πανάγιου Τάφου της Βηθλεέμ στα Ιεροσόλυμα και την διένεξη μεταξύ των Ορθοδόξων και των Καθολικών.


Η διένεξη αυτή σοβούσε επί δύο αιώνες και πλέον, με τον εκάστοτε Σουλτάνο να εκδίδει διαδοχικά αντιφατικά φιρμάνια για το καθεστώς ιδιοκτησίας. Με αφορμή μια Γαλλική επέμβαση στον Σουλτάνο υπέρ των Καθολικών, ο Ρώσος απεσταλμένος του Τσάρου στην Κωνσταντινούπολη Μεντσίκωφ επέδωσε τελεσίγραφο στον Σουλτάνο στις 23 Απριλίου 1853 με το οποίο όχι μόνο ζητούσε να αποδοθεί η ιδιοκτησία του τάφου στους Ορθοδόξους, αλλά ζητούσε ο Σουλτάνος να αναγνωρίσει με επίσημο φιρμάνι τους Ρώσους ως προστάτες των Ορθοδόξων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Οι δύο πρεσβευτές της Γαλλίας και της Αγγλίας ώθησαν τον Σουλτάνο να απορρίψει το τελεσίγραφο υποσχόμενοι αμέριστη υποστήριξη σε περίπτωση ένοπλης αναμέτρησης. Η Ρωσία προσπάθησε να έρθει σε συνεννόηση με την Αγγλία και την Αυστρία πριν ξεκινήσουν οι εχθροπραξίες, αλλά μάταια. Αντιθέτως σχηματίστηκε μια πανίσχυρη συμμαχία εναντίον της στην οποία συμμετείχαν και οι 2 άλλες υπερδυνάμεις της εποχής Αυστρία και Πρωσία. Στις 18 Νοεμβρίου 1853 ξεκίνησαν οι εχθροπραξίες μεταξύ Ρώσων και Τούρκων στον Δούναβη και ο Ρωσικός στόλος κατέστρεψε μοίρα του Τουρκικού στόλου που ναυλοχούσε στο λιμάνι της Σινώπης.

Ακολούθησε απόβαση των όψιμων συμμάχων της Οθ. Αυτοκρατορίας στην χερσόνησο της Κριμαίας και έναρξη εχθροπραξιών που περιορίστηκαν πλέον σε Ρωσικό έδαφος. Τα νέα του Ρωσοτουρκικού πολέμου συγκίνησαν σφοδρά τους Έλληνες και τον Βασιλιά Όθωνα που στην κυριολεξία εκείνη την εποχή φλέγονταν από τον πυρετό της "Μεγάλης Ιδέας" του Κωλέττη και της απελευθέρωσης των Ελλήνων που βρίσκονταν υπό Οθωμανικό ζυγό.


Ο ίδιος ο Όθων αδιαφορώντας για τις προειδοποιήσεις των ξένων πρεσβευτών στην Αθήνα, συγκέντρωσε μυστικά μεγάλα ποσά από πλούσιους ομογενείς και οργάνωσε μια σειρά από επαναστατικά κινήματα στην Ήπειρο στην Θεσσαλία και στην Μακεδονία, τα οποία εμψύχωσε με τους καλύτερους μόνιμους Έλληνες αξιωματικούς και άλλους τοπικούς οπλαρχηγούς (Σπυρίδων Καραϊσκάκης, Θεόδωρος Γρίβας, Κίτσος Τζαβέλας στην Ήπειρο), (στρατηγός Χριστόδουλος Χατζηπέτρος, Καταραχιάς, αδελφοί Μπασδέκη, Καραούλης στην Θεσσαλία) εκ των οποίων οι περισσότεροι απόγονοι των Αγωνιστών του 1821.

Τα κινήματα αυτά παρουσιάστηκαν στους ξένους ως δήθεν αυθόρμητα και αρχικά σημείωσαν κάποιες ασήμαντες τοπικές επιτυχίες καθώς οι Τουρκικές δυνάμεις ήταν αποσπασμένες στην Κωνσταντινούπολη και στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Τα νέα των Ελληνικών εξεγέρσεων καταθορύβησαν την Αγγλία και την Γαλλία, όχι τόσο γιατί θεωρούσαν το μικρό Ελληνικό Βασίλειο επικίνδυνο στρατιωτικά, αλλά επειδή υπήρχε φόβος για έναν γενικό ξεσηκωμό των Χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που ίσως είχε απρόβλεπτα αποτελέσματα.

Ο Άγγλος πρεσβευτής Ουάιζ και ο Γάλλος Ρουάν πίεζαν τον Όθωνα να μην υποθάλπτει τα κινήματα αυτά,απειλώντας ανοιχτά με συμμαχική στρατιωτική επέμβαση (όπως είχε ήδη γίνει μια φορά στο παρελθόν). Μάλιστα κλιμάκωσαν τις απειλές τους όταν μαθεύτηκε πως ο Όθων σκόπευε να μεταβεί στην Θεσσαλία και να ηγηθεί ο ίδιος προσωπικά των επαναστατών. Την πρόθεση του Όθωνα που στήριζε αποφασιστικά η Βασίλισσα Αμαλία και θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες αν μετουσιωνόταν σε πράξη, εμπόδισαν την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή ο υπουργός Προβελέγγιος και ο υπουργός στρατιωτικών Σκαρλάτος Σούτζος.


Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Νέσελροντ με διακοίνωση του στήριξε την Ελληνική εξέγερση, αλλά αυτό δεν είχε κανένα πρακτικό αντίκρυσμα. Στην Γαλλία ο Ναπολέων Γ΄ υπό το βάρος των εξελίξεων, αποφάσισε την άμεση εκθρόνιση του Όθωνα δια της βίας, ενώ από κοινού με την Αγγλία αποφασίστηκε ναυτικός αποκλεισμός του Πειραιά. Έτσι, στις 13 Μαΐου 1854 γαλλικά πολεμικά πλοία εμφανίστηκαν στον Πειραιά και αποβίβασαν στρατεύματα υπό τον στρατηγό Φορέυ.

Οι πρέσβεις των τεσσάρων μεγάλων δυνάμεων επέδωσαν τελεσίγραφο με τις αξιώσεις τους στον Όθωνα, επιβάλλοντας του να κηρύξει ουδετερότητα έναντι των εμπολέμων και να δώσει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Μαυροκορδάτο (το περίφημο "υπουργείο κατοχής"), πρόσωπο που εμπιστεύονταν και ο οποίος θα αναλάμβανε να εκπληρώσει όλες τις Ελληνικές υποσχέσεις. 

Έτσι σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Μαυροκορδάτο και μέλη του Αγγλικού και Γαλλικού κόμματος όπως ο Ρήγας Παλαμίδης (Εσωτερικών), Δημήτριος Καλλέργης (Στρατιωτικών), της οποίας άλλαξε πολλές φορές η σύνθεση καθώς πολλοί υπουργοί παραιτούνταν λόγω της απροκάλυπτης αποδοκιμασίας της Ελληνικής κοινής γνώμης στο έργο τους. Και αυτό γιατί η κυβέρνηση αυτή δεν είχε την παραμικρή ανεξαρτησία, αλλά αντιθέτως οι αποφάσεις της ειδικά σε θέματα εξωτερικής πολιτικής υπαγορεύονταν άμεσα και χωρίς να τηρούνται ούτε καν τα προσχήματα από τους πρέσβεις των Μ. Δυνάμεων στην Αθήνα.


Μάλιστα τα Γαλλικά στρατεύματα κατοχής υπό τον "γενναίο" στρατηγό Τινάν, προσπαθώντας να εξευτελίσουν τον Όθωνα παρήλαυναν επιδεικτικά σχεδόν καθημερινά μπροστά από τα Ελληνικά ανάκτορα. Αλλά ο στρατός κατοχής δεν περιορίστηκε μόνο σε περιπάτους. Κατά διαταγή του "γενναίου" στρατηγού Τινάν, Γάλλοι στρατιώτες κατέστρεψαν το τυπογραφείο της εφημερίδας "Αιών" και συνέλαβαν και απήγαγαν στον Πειραιά τον διαπρεπή δημοσιογράφο Ιωάννη Φιλίμωνα, οπαδό του Ρωσικού κόμματος, που είχε στηλιτεύσει με άρθρα του την αποικιακή πολιτική των Αγγλογάλλων. 

Η γενικότερη αυθάδης συμπεριφορά των Γάλλων στρατιωτών προς τους Αθηναίους είχε αυξήσει την λαϊκή δυσαρέσκεια στο κατακόρυφο, και η τάξη εντός της πόλης διατηρείτο με μεγάλη δυσκολία. Η τελευταία τραγική συνέπεια της παρουσίας των στρατευμάτων κατοχής ήταν η διάδοση της χολέρας στους πολίτες των Αθηνών και ο θάνατος εκατοντάδων από την μεταδοτική αυτή ασθένεια. Υπό την πρόφαση της επιδημίας ο στρατός κατοχής ζήτησε την μεταστάθμευση του στα Πατήσια (έτσι ώστε να σκληρύνει περαιτέρω το καθεστώς κατοχής), αλλά συνάντησε την αποφασιστική στάση του Μαυροκορδάτου ο οποίος απείλησε με την παραίτηση του. Ο Μαυροκορδάτος ήταν και ο μοναδικός ο οποίος διασώθηκε στην συνείδηση του λαού, καθώς όρθωσε το ανάστημα του σε κάποιες πρωτοφανείς απαιτήσεις των ξένων, ενώ έδιωξε από το γραφείο του τον γραμματέα της Αγγλικής πρεσβείας γιατί μίλησε απρεπώς για τον Βασιλιά.

Ο βίος του "υπουργείου Κατοχής" ήταν βραχύς και διήρκεσε ως τον Σεπτέμβριο του 1855, καθώς τότε η κυβέρνηση αναγκάστηκε σε παραίτηση υπό το βάρος ενός μεγάλου κοινωνικού σκανδάλου που αφορούσε τον Καλέργη και την Βασίλισσα Αμαλία.Ακολούθησε νέα κυβέρνηση υπό τον Δημήτριο Βούλγαρη με τα ίδια υποτελή χαρακτηριστικά. Ο στρατός κατοχής αποχώρησε από τον Πειραιά στις 15 Φεβρουαρίου 1857, μετά το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου και την οριστική συντριβή όλων των εστιών επανάστασης στις επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που συνόρευαν με την Ελλάδα.

      

Το Ελληνικό Βασιλικό ζεύγος υπέμεινε τους συνεχείς εξευτελισμούς από τα στρατεύματα κατοχής και τους πρεσβευτές με καρτερία και υπερηφάνεια και η γενναία τους στάση, τους είχε καταστήσει ιδιαίτερα αγαπητούς σε όλους τους Έλληνες. Η δημοτικότητα του Όθωνα άγγιξε το απόγειο της στους δημόσιους πανηγυρισμούς για την εικοσιπενταετία της Βασιλείας του στις 25 Ιανουαρίου 1858. Στους πανηγυρισμούς συμμετείχαν με ανυπόκριτο ενθουσιασμό όλοι οι Έλληνες επιβραβεύοντας την ανδροπρεπή στάση του Όθωνα στην μεγάλη κρίση του Κριμαϊκού πολέμου που μόλις είχε τερματιστεί. Παρά το πανηγυρικό κλίμα, η κρίση για τον Θρόνο του Όθωνα πλησίαζε....

Το Ελληνικό Επαναστατικό Κίνημα του 1854 

Όπως συνέβη και σε παλαιότερες περιπτώσεις επαναστατικών κινήσεων στη Μακεδονία, η επανάσταση του 1854 εκδηλώθηκε σε δύο σκέλη. Το πρώτο, στη νότια Μακεδονία όπου οι Ολύμπιοι οπλαρχηγοί (με τη συμβολή πολεμιστών που έσπευσαν από την ελεύθερη Ελλάδα και τα επαναστατικά κινήματα της Θεσσαλομαγνησίας) κατέλαβαν πρόσκαιρα τα Τέμπη και μερικά σημεία της Πιερίας.

Παράλληλα, ο οπλαρχηγός Θεόδωρος Ζιάκας κατέλαβε τη δυτική Πίνδο και από εκεί εξαπέλυε επιδρομές στην περιοχή των Γρεβενών. Κάτω όμως από την πίεση του πολυάριθμου τουρκικού στρατού και του δυσμενούς διπλωματικού σκηνικού συμφωνήθηκε ανακωχή με μεσολάβηση των προξένων Βρεταννίας και Γαλλίας και οι εχθροπραξίες διακόπηκαν τον Ιούνιο του 1854, οπότε οι οπλαρχηγοί επέστρεψαν στο Ελληνικό βασίλειο.


Το δεύτερο σκέλος της επανάστασης εκδηλώθηκε στη Χαλκιδική. Παράτολμες ήταν εκεί οι ενέργειες του ίδιου του Τσάμη Καρατάσου που είχε αποβιβαστεί στη Σιθωνία τον Απρίλιο του 1854. Παρά το γενικό ενθουσιασμό των Χαλκιδιωτών, οι Αγιορείτες μοναχοί δεν υποστήριξαν το κίνημα. Τελικά, κάτω από τις διπλωματικές αλλά και τις στρατιωτικές πιέσεις (αποβίβαση αγγλογαλλικών δυνάμεων στον Πειραιά) και οι τελευταίοι επαναστάτες επανήλθαν στη νότια Ελλάδα με γαλλικό ατμόπλοιο αποσύοντας έτσι τον κίνδυνο της εισβολής τον Τούρκων στο Άγιον ‘Ορος και της καταστροφής του.

Ρωσοτουρκικές Διαμάχες και Συνθήκες ως το Συνέδριο του Βερολίνου 1878

Ζωηρή ανησυχία είχε προξενήσει στις δυτικές δυνάμεις, ιδιαίτερα στην Αγγλία και στην Αυστρία, η έκβαση του τελευταίου από τους πολλούς ως τότε ρωσοτουρκικούς πολέμους, το 1877-78. H Τουρκία είχε υποστεί δεινή ήττα και τα ρωσικά στρατεύματα είχαν απειλήσει την Κωνσταντινούπολη. Από την πλεονεκτική της θέση η Ρωσία, με τη συνθήκη που υπογράφτηκε τον Μάρτιο του 1878 στον Αγιο Στέφανο, είχε επιβάλει στην Τουρκία βαρύτατους όρους για εδαφικές παραχωρήσεις υψίστης πολιτικής σημασίας.

H εφαρμογή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου θα είχε πολύ ευρύτερες συνέπειες από την ταπείνωση και τον ακρωτηριασμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Θα ανέτρεπε άρδην τις γεωπολιτικές ισορροπίες στη Νοτιοανατολική Ευρώπη πραγματοποιώντας παλαιά επεκτατικά όνειρα της Ρωσίας και εξασφαλίζοντάς της ισχυρά πλεονεκτήματα απέναντι στις δυτικές δυνάμεις. Με άλλα λόγια, θα έδινε εξαιρετικά δυσμενή για αυτές τροπή στο περιβόητο Ανατολικό Ζήτημα, το οποίο εξέφραζε τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς των Μεγάλων Δυνάμεων για την τύχη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.


Αν η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρεε, πράγμα που το καθιστούσε ολοένα πιθανότερο η προϊούσα παρακμή της, στις περιοχές που την αποτελούσαν θα προέκυπτε κενό εξουσίας. Ζωτική ανάγκη για την καθεμία από τις Μεγάλες Δυνάμεις αποτελούσε να μην επιτρέψει σε μία ή περισσότερες από τις υπόλοιπες να επωφεληθούν δυσανάλογα από αυτό το κενό. H ανάγκη αυτή καθόριζε και την πολιτική τους απέναντι στα γεγονότα που θα μπορούσαν να βλάψουν υπέρμετρα την ισχύ και την ακεραιότητα του κράτους των σουλτάνων. Αν έκριναν ότι τα γεγονότα θα εξελίσσονταν προς όφελός τους, τα υποβοηθούσαν. 

Αν διαπίστωναν ότι οι εξελίξεις θα ευνοούσαν κάποια άλλη δύναμη, μεταβάλλονταν σε προμάχους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εξάλλου δεν έλειψαν οι περιπτώσεις όπου κάποιες από τις Μεγάλες Δυνάμεις είχαν σκεφθεί και συμφωνήσει μεταξύ τους, μυστικά συνήθως, να διαμελίσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία και να μοιραστούν τα κομμάτια της. Αλλά στη μακρά ιστορία του Ανατολικού Ζητήματος η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, αν εφαρμοζόταν, θα ήταν η καταφανέστερη ίσως περίπτωση μονομερούς απολαβής των καρπών της τουρκικής αδυναμίας.

Οι δυτικές δυνάμεις αισθάνθηκαν ότι δεν μπορούσαν και δεν έπρεπε να το επιτρέψουν αυτό. Ασκώντας πίεση που έφθανε ως την απειλή του πολέμου κατά της Ρωσίας, η οποία αδυνατούσε να αντιταχθεί δυναμικά λόγω της εξάντλησης των δυνάμεών της από τον πόλεμο που είχε μόλις λήξει, απαίτησαν και πέτυχαν την αναθεώρηση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου.
Το έργο αυτό, η αναθεώρηση, ανατέθηκε στο διεθνές Συνέδριο του Βερολίνου, το οποίο κατέληξε να μηδενίσει σχεδόν τα κέρδη της Ρωσίας από τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου.


Επικίνδυνες Σχέσεις

Οι δύο αυτοκρατορίες, η Ρωσική και η Οθωμανική, είχαν και άλλες φορές στο παρελθόν αναμετρηθεί στα πεδία των μαχών, αν και οι σχέσεις τους είχαν επίσης γνωρίσει περιόδους σύμπνοιας. H Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν ανέκαθεν ο κυριότερος στόχος των προσπαθειών της Ρωσίας για εδαφική επέκταση. Ως έναν βαθμό η πολιτική της αυτή ενισχυόταν από θρησκευτικά κίνητρα, από τη ρομαντική επιθυμία να απελευθερωθεί η Κωνσταντινούπολη, η ιερή πόλη της Ορθοδοξίας. Πολύ επιτακτικότερη όμως ήταν η ανάγκη της Ρωσίας να αποκτήσει στον Εύξεινο Πόντο έξοδο για τις εξαγωγές των σιτηρών της. 

Σε μερικές περιόδους η Ρωσία επεδίωκε να δεσπόζει της Τουρκίας ως ισχυρός σύμμαχος. Οταν αυτή η πολιτική της απέδιδε, υποστήριζε την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και δεν προέβαλλε εδαφικές απαιτήσεις. Όταν η πολιτική της δεν απέδιδε, η Ρωσία υπονόμευε την Τουρκία, είτε έμμεσα, υποστηρίζοντας τις εξεγέρσεις των υπόδουλων βαλκανικών λαών, είτε άμεσα, πολεμώντας εναντίον της. Οι πόλεμοι της Ρωσίας εναντίον της Τουρκίας αναπτέρωναν τις ελπίδες των υπόδουλων χριστιανών, οι οποίοι προσδοκούσαν ότι η νίκη της μεγάλης ομόδοξης δύναμης θα επέφερε και την πραγματοποίηση των δικών τους εθνικών πόθων.



Σπεύδοντας να σταθούν στο πλευρό της εξεγείρονταν κατά του Οθωμανού δυνάστη. Όταν τα συμφέροντά της επέβαλλαν στη Ρωσία ελιγμούς και αλλαγή πολιτικής, οι εξεγερμένοι αφήνονταν στο έλεος του δυνάστη, συχνά με φρικαλέα για αυτούς αποτελέσματα. Οι υπόδουλοι Έλληνες είχαν βρεθεί σε αυτή την κατάσταση περισσότερες από μία φορές.

Χαρακτηριστικό σύμπτωμα ειρηνικής συμβίωσης ανάμεσα στη Ρωσία και στην Τουρκία υπήρξε η Συνθήκη του Ουνκιάρ Σκελεσί, η οποία υπογράφτηκε από τις δύο χώρες τον Ιούλιο του 1833 και προέβλεπε την παροχή βοήθειας μεταξύ τους αν το ένα από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη δεχόταν επίθεση από τρίτη δύναμη. Με μυστικό όρο της συνθήκης η Τουρκία απαλλασσόταν από αυτή την υποχρέωση εφόσον θα έκλεινε τα στενά των Δαρδανελίων για τα ξένα πολεμικά πλοία.
Πολύ περισσότερα ωστόσο είναι τα αξιομνημόνευτα παραδείγματα εχθρικής προσέγγισης ανάμεσα στις δύο χώρες.

Ιστορικό Πολέμων

H μεγάλη επέκταση της Ρωσίας προς ανατολάς κατά τον 16ο και τον 17ο αιώνα είχε μολοντούτο αφήσει τις ακτές του Ευξείνου Πόντου στα χέρια των Οθωμανών σουλτάνων και των υποτελών τους χάνων της Κριμαίας.


Οι Ρωσοτουρκικοί πόλεμοι είχαν κυριότερη αιτία τις απόπειρες της Ρωσίας να εκμεταλλευθεί την αυξανόμενη αδυναμία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και να αποκτήσει διέξοδο στα θερμά νερά του Ευξείνου Πόντου και, σε μεταγενέστερα στάδια, να κατακτήσει τον Καύκασο, να κυριαρχήσει στη Βαλκανική Χερσόνησο, να θέσει υπό τον έλεγχό της τα στενά των Δαρδανελίων και του Βοσπόρου και να εξασφαλίσει πρόσβαση στις παγκόσμιες εμπορικές οδούς.

Οι πόλεμοι είχαν αποτέλεσμα την επέκταση των συνόρων της Ρωσίας νότια ως τον Εύξεινο Πόντο και τον Καύκασο και νοτιοδυτικά ως τον ποταμό Προύθο, που τη χώριζε από τις τουρκοκρατούμενες Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, τη Μολδοβλαχία, την κατοπινή Ρουμανία. Οι πόλεμοι είχαν επίσης συνέπεια την αύξηση της ρωσικής επιρροής στις οθωμανικές περιοχές.
Θέατρο των επιχειρήσεων του πρώτου πολέμου, 1676-81, ο οποίος δεν είχε θετικό αποτέλεσμα για τη Ρωσία, ήταν η Ουκρανία δυτικά του ποταμού Δνείπερου. H Ρωσία επανήλθε το 1687 και το 1689 με ανεπιτυχείς επιδρομές στην Κριμαία. Κατά τον πόλεμο του 1695-96 οι δυνάμεις του τσάρου της Ρωσίας Πέτρου A' του Μεγάλου κατέλαβαν το Αζόφ.

Το 1710 η Τουρκία πήρε μέρος στον Βόρειο Πόλεμο μεταξύ Ρωσίας, Δανίας και Σαξονίας-Πολωνίας από τη μια, και Σουηδίας από την άλλη, και όταν η απόπειρα του Μεγάλου Πέτρου να απελευθερώσει τα Βαλκάνια από την τουρκική κυριαρχία κατέληξε σε ήττα στον ποταμό Προύθο το 1711, ο τσάρος υποχρεώθηκε να επιστρέψει το Αζόφ στην Τουρκία.


Νέος πόλεμος ξέσπασε το 1735, με τη Ρωσία και την Αυστρία σύμμαχες κατά της Τουρκίας. Οι Ρώσοι εισέβαλαν με επιτυχία στη Μολδαβία, αλλά οι Αυστριακοί ηττήθηκαν, με αποτέλεσμα η Ρωσία να μην κερδίσει σχεδόν τίποτε από τη Συνθήκη του Βελιγραδίου (18 Σεπτεμβρίου 1739).
Ο πρώτος μεγάλος ρωσοτουρκικός πόλεμος, του 1768-74, ξέσπασε όταν η Τουρκία απαίτησε να πάψει η αυτοκράτειρα της Ρωσίας Αικατερίνη B' η Μεγάλη να επεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις της Πολωνίας. 

Οι Ρώσοι κατήγαγαν εντυπωσιακές νίκες επί των Τούρκων. Κατέλαβαν το Αζόφ, την Κριμαία και τη Βεσσαραβία, και υπό τον στρατάρχη Π.A. Ρουμιάντσεφ επέδραμαν στη Μολδαβία και νίκησαν τους Τούρκους στη Βουλγαρία. Οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να ζητήσουν ειρήνη και στις 21 Ιουλίου 1774 υπογράφτηκε η Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή. Με τη συνθήκη αυτή το χανάτο της Κριμαίας αποκτούσε την ανεξαρτησία του από τον σουλτάνο, τα νότια σύνορα της Ρωσίας προχωρούσαν ακόμη νοτιότερα, η Ρωσία εξασφάλιζε το δικαίωμα να διατηρεί στόλο στον Εύξεινο Πόντο και της αναγνωρίζονταν ασαφή δικαιώματα προστασίας των χριστιανών υπηκόων του σουλτάνου σε όλη τη Βαλκανική Χερσόνησο.

Περαιτέρω Επέκταση

H Ρωσία ήταν τώρα σε ισχυρή θέση ώστε να επιχειρήσει περαιτέρω επέκταση και το 1783 η Μεγάλη Αικατερίνη προσήρτησε χωρίς προσχήματα τη Χερσόνησο της Κριμαίας. Ακολούθησε νέος πόλεμος το 1787, με την Αυστρία πάλι στο πλευρό της Ρωσίας (ως το 1791). Υπό τον στρατηγό A.B. Σουβόροφ οι Ρώσοι νίκησαν σε πολλές μάχες, με αποτέλεσμα σημαντικά εδαφικά κέρδη στις περιοχές των ποταμών Δνείστερου και Δούναβη. H Τουρκία αναγκάστηκε να υπογράψει τη Συνθήκη του Ιασίου, στις 9 Ιανουαρίου 1792, με την οποία παραχωρούσε στη Ρωσία τα επί της Δυτικής Ουκρανίας παράλια του Ευξείνου Πόντου.


Ο επόμενος Ρωσοτουρκικός πόλεμος άρχισε ουσιαστικά το 1806, αλλά στην αρχική του φάση οι εχθροπραξίες ήταν ακατάστατες, δεδομένου ότι η Ρωσία, λόγω των αβέβαιων σχέσεών της με τη ναπολεόντεια Γαλλία, δεν ήταν πρόθυμη να συγκεντρώσει μεγάλες δυνάμεις κατά της Τουρκίας. Οταν όμως το 1811 το ενδεχόμενο Ρωσογαλλικού πολέμου εμφανίστηκε περισσότερο συγκεκριμένο, η Ρωσία επεδίωξε γρήγορη λύση στα νότια σύνορά της. H επιτυχής εκστρατεία του στρατάρχη M.I. Κουτούζοφ το 1811-12 υποχρέωσε την Τουρκία, με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Μαΐου 1812), να παραχωρήσει στη Ρωσία τη Βεσσαραβία.

H Ρωσία είχε πλέον εξασφαλίσει ολόκληρη τη βόρεια ακτή του Ευξείνου Πόντου. Με τους επόμενους πολέμους της κατά της Τουρκίας επεδίωξε να αποκτήσει επιρροή στην τουρκοκρατούμενη Βαλκανική Χερσόνησο, να εξασφαλίσει τον έλεγχο των στενών των Δαρδανελίων και του Βοσπόρου και να επεκταθεί στον Καύκασο.

Κατά τον πόλεμο του 1828-29 οι ρωσικές δυνάμεις προήλασαν στη Βουλγαρία, στον Καύκασο και στη Βορειοανατολική Μικρά Ασία. H Τουρκία ζήτησε ειρήνη και η Συνθήκη της Αδριανουπόλεως, που υπογράφτηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1829, έδωσε στη Ρωσία το μεγαλύτερο μέρος των ανατολικών παραλίων του Ευξείνου Πόντου, ενώ η Τουρκία αναγνώρισε τη ρωσική κυριαρχία επί της Γεωργίας και μεγάλου μέρους της σημερινής Αρμενίας.


H Τελευταία Σύρραξη

Ο τελευταίος Ρωσοτουρκικός πόλεμος, του 1877-78, που ήταν και ο σημαντικότερος, είχε τις ρίζες του στο συνεχιζόμενο ενδιαφέρον της Ρωσίας για τις τύχες των ορθοδόξων χριστιανών, και ιδίως των Σλάβων, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Τον Ιούλιο του 1875 οι χριστιανοί χωρικοί της Ερζεγοβίνης εξεγέρθηκαν εναντίον των μουσουλμάνων κυρίων τους και των οθωμανικών αρχών. H εξέγερση, που δεν άργησε να μεταδοθεί στη Βοσνία, προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση στη Σερβία, η οποία ήταν τότε αυτόνομο πριγκιπάτο υπό την κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Μεγάλες Δυνάμεις επιχείρησαν να μεσολαβήσουν ανάμεσα στους εμπολέμους, αλλά οι προσπάθειές τους δεν ευδοκίμησαν. Τότε οι ηγεμόνες της Σερβίας Μίλος Οβρένοβιτς Δ' και του επίσης αυτόνομου Μαυροβουνίου Νικόλαος A' δεν μπόρεσαν παρά να ενδώσουν στην πίεση των υπηκόων τους και στις 30 Ιουνίου 1876 κήρυξαν τον πόλεμο κατά της Τουρκίας.


H στρατιωτική δύναμη της Σερβίας ήταν εξαιρετικά περιορισμένη και μολονότι Ρώσος στρατηγός είχε αναλάβει τη διοίκηση του στρατού της και Ρώσοι εθελοντές τον είχαν ενισχύσει, η Ρωσία δεν είχε προσφέρει σε αυτή τη φάση την αναμενόμενη στρατιωτική βοήθεια. H προσπάθεια των σερβικών δυνάμεων να εισβάλουν στη Βοσνία απέτυχε και παρ' όλο που οι μοναδικοί σύμμαχοί τους, οι Μαυροβούνιοι, μάχονταν αποτελεσματικά στην Ερζεγοβίνη, οι Σέρβοι, ηττώμενοι, αντιμετώπιζαν τουρκική προέλαση προς το Βελιγράδι. Μόνο τότε η Ρωσία απέστειλε τελεσίγραφο στην Τουρκία και την υποχρέωσε να δεχθεί ανακωχή. H Τουρκία και η Σερβία συνήψαν συνθήκη ειρήνης με βάση το status quo την 1η Μαρτίου 1877.

Ανάλογα γεγονότα διαδραματίζονταν την ίδια περίοδο και στη Βουλγαρία. H εξέγερση που εκδηλώθηκε στις 6 Απριλίου (παλαιό ημερολόγιο) / 2 Μαΐου (νέο) 1876 αντιμετωπίστηκε από τους Τούρκους με απίστευτη ωμότητα. Στη Φιλιππούπολη Τούρκοι άτακτοι κατέσφαξαν 15.000 Βουλγάρους.

Οι τουρκικές αγριότητες προκάλεσαν την αγανάκτηση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Ευρωπαίοι πολιτικοί ήρθαν σε διαπραγματεύσεις με τον σουλτάνο προσπαθώντας να του αποσπάσουν εγγυήσεις για την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που θα βελτίωναν τη θέση των χριστιανών υπηκόων του. Οταν πέρασαν δύο χρόνια χωρίς οι διαπραγματεύσεις να αποδώσουν καρπούς, στις 24 Απριλίου 1877 η Ρωσία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου την ακολούθησαν η Σερβία και το Μαυροβούνιο.


Οι Ρώσοι επιτέθηκαν από τη Βουλγαρία και προήλασαν στη Θράκη, και τον Ιανουάριο 1878 κατέλαβαν την Αδριανούπολη.

Ο πόλεμος έληξε με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, χωριού στα δυτικά της Κωνσταντινούπολης, η οποία υπογράφτηκε στις 3 Μαρτίου 1878. H συνθήκη μετέβαλλε ριζικά την κατάσταση των ευρωπαϊκών κτήσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τερμάτιζε κάθε είδους τουρκικό έλεγχο επί της Βαλκανικής Χερσονήσου. Ο κυριότερος όρος της προέβλεπε την ίδρυση ανεξάρτητου βουλγαρικού πριγκιπάτου, της λεγόμενης Μεγάλης Βουλγαρίας, η οποία περιελάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας και εκτεινόταν από το Αιγαίο Πέλαγος ως τον Εύξεινο Πόντο. 

Με τη συνθήκη αναγνωριζόταν η ανεξαρτησία της Σερβίας, του Μαυροβουνίου και της Ρουμανίας. Τα σύνορα της Σερβίας και του Μαυροβουνίου επεκτείνονταν και η Ρουμανία παραχωρούσε στη Ρωσία τη Νότια Βεσσαραβία λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα τη Δοβρουτσά από την Τουρκία. H Βοσνία και η Ερζεγοβίνη ανακηρύσσονταν αυτόνομες. H Τουρκία παραχωρούσε στη Ρωσία μέρη των ασιατικών εδαφών της και υποχρεωνόταν να καταβάλει υψηλή πολεμική αποζημίωση. Ο σουλτάνος παρείχε εγγυήσεις για την ασφάλεια των χριστιανών υπηκόων του.


Ταπείνωση και Αυθαιρεσία

Με τις ρυθμίσεις της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου η Αυστρία αντιλαμβανόταν ότι θα έπρεπε να εγκαταλείψει τις βλέψεις της για τα Βαλκάνια, όπου θα αυξανόταν και θα εδραιωνόταν η ρωσική επιρροή. H Αγγλία από την πλευρά της έβλεπε ότι κινδύνευε η κυριαρχία της στη Μεσόγειο, όπου η Ρωσία, πραγματοποιώντας το παλαιότατο όνειρό της, θα μπορούσε επιτέλους να έχει πρόσβαση μέσω της Μεγάλης Βουλγαρίας, η οποία δεν θα ήταν παρά απλός δορυφόρος της.

Οι εργασίες του Συνεδρίου του Βερολίνου, που συγκλήθηκε με σκοπό την αναθεώρηση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, κράτησαν από τις 13 Ιουνίου ως τις 13 Ιουλίου 1878. Την προεδρία του προσφέρθηκε να ασκήσει ο πολύς καγκελάριος της Γερμανίας Οθων Βίσμαρκ, ο οποίος και κυριάρχησε σε αυτό. Οι περισσότερες από τις ρυθμίσεις του συνεδρίου συμφωνήθηκαν προκαταβολικά σε ιδιωτικές διπλωματικές διαπραγματεύσεις αλλά επικυρώθηκαν με τη Συνθήκη του Βερολίνου.


H συνθήκη προέβλεπε τη δημιουργία αυτόνομου πριγκιπάτου της Βουλγαρίας. Νοτίως του πριγκιπάτου δημιουργήθηκε η αυτόνομη επαρχία της Ανατολικής Ρωμυλίας υπό τουρκική κυριαρχία αλλά με χριστιανό ηγεμόνα διοριζόμενο από τον σουλτάνο. Επικυρώθηκε η ανεξαρτησία της Σερβίας και του Μαυροβουνίου και τους παραχωρήθηκαν εδάφη. Αναγνωρίστηκε η ανεξαρτησία της Ρουμανίας, η οποία έλαβε τη Βόρεια Δοβρουτσά σε αντάλλαγμα για τη Βεσσαραβία, την οποία παραχώρησε στη Ρωσία. H κατοχή του Καυκάσου από τη Ρωσία επικυρώθηκε. Στην Αυστροουγγαρία δόθηκε το δικαίωμα να καταλάβει τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, και στην Αγγλία το δικαίωμα να καταλάβει την Κύπρο. Στην Κρήτη παραχωρήθηκε αυτονομία.

Σε γενικές γραμμές οι ρυθμίσεις του Συνεδρίου του Βερολίνου παρέμειναν σε ισχύ σχεδόν επί 30 χρόνια. H κυριότερη από τις αρνητικές πλευρές του συνεδρίου, εκτός από την ταπείνωση της Ρωσίας, ήταν ότι με τις αυθαίρετες αποφάσεις του ρύθμισε τις τύχες λαών των οποίων αγνόησε τις πραγματικές επιθυμίες, θέτοντας έτσι τις βάσεις για τις κρίσεις που επρόκειτο να εκδηλωθούν τα κατοπινά χρόνια. 

O κόμης Οντράσι ανήκε στο ουγγρικό ριζοσπαστικό μεταρρυθμιστικό κόμμα του Λάγιος Κόσουτ όταν το 1847 έγινε μέλος της ουγγρικής Δίαιτας. Κατά την ουγγρική επανάσταση του 1848-49 εναντίον της Αυστρίας ο Οντράσι ήταν διοικητής τάγματος του επαναστατικού στρατού. Με την ήττα της επανάστασης κατόρθωσε να διαφύγει και αυτοεξορίστηκε. Καταδικάστηκε ερήμην εις θάνατον και το ομοίωμά του απαγχονίστηκε. Το 1857 ο Οντράσι αμνηστεύθηκε και επέστρεψε. Υποστήριξε κατόπιν τις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν το 1867 στη δημιουργία της «δυαδικής μοναρχίας» της Αυστροουγγαρίας.


Τον ίδιο χρόνο έγινε πρωθυπουργός και υπουργός Άμυνας της Ουγγαρίας. Θεωρώντας τους Σλάβους απειλή για τη χώρα του ο Οντράσι καλλιέργησε τις σχέσεις του με τη Γερμανία ως αντίβαρο στη Ρωσία και αντιτάχθηκε στη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, για την οποία πίστευε ότι θα συνεπαγόταν τεράστια πλεονεκτήματα για τις σλαβικές δυνάμεις. Το 1871 ο Οντρασι έγινε υπουργός Εξωτερικών της Αυστροουγγαρίας. Αργότερα πρωτοστάτησε στη σύγκληση του Συνεδρίου του Βερολίνου. 

Εκεί συμφώνησε στην κατάληψη της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης από την Αυστρία, πράξη που προκάλεσε την έντονη αποδοκιμασία της κοινής γνώμης τόσο στην Αυστρία όσο και στην Ουγγαρία. Αυτό συνέτεινε στην απόφαση του Οντρασι να παραιτηθεί στις 8 Οκτωβρίου 1879. Την προηγουμένη είχε υπογράψει τη μοιραία συμφωνία της Γερμανοαυστριακής συμμαχίας, η οποία κράτησε δεμένες τις δύο χώρες ως το τέλος του A' Παγκοσμίου Πολέμου.


Ιστορικά Πρόσωπα στην Διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου

ΤΣΑΡΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ Α’ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ 


Ο Νικόλαος Α΄ της Ρωσίας (Никола́й I Па́влович) ήταν Τσάρος της Ρωσίας , Βασιλιάς της Πολωνίας και Μέγας Δούκας της Φινλανδίας. Ήταν ο τρίτος γιος του Μεγάλου Δούκα Παύλου Πέτροβιτς, αργότερα Αυτοκράτορα Παύλου Α΄, και της Μαρίας Φεοντόροβνας, κόρης του Δούκα της Βυρτεμβέργης, και αδελφός του αυτοκράτορα Αλέξανδρου Α΄, πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου Β΄. 

Ξεκίνησε την βασιλεία του με την καταστολή της εξέγερσης των Δεκεμβριστών. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, πραγματοποιήθηκε κωδικοποίηση της νομοθεσίας , όμως ενισχύθηκε η λογοκρισία, αυξήθηκε η πολιτική δίωξη. Κατεστάλησαν βίαια η Πολωνική εξέγερση και η επανάσταση στην Ουγγαρία. Ενώ διεξαγόταν και αιματηρός πόλεμος στον Καύκασο.

Ο Νικόλαος Α΄ γεννήθηκε στις 25 Ιουνίου [6 Ιουλίου] 1796, στο Τσάρσκογιε Σελό λίγους μήνες πριν την στέψη του Μεγάλου Δούκα Παύλου Πέτροβιτς αργότερα Αυτοκράτορα Παύλου Α΄ στο θρόνο. Ήταν από τα τελευταία εγγόνια της Αυτοκράτειρας Αικατερίνης Β΄, που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια της ζωής της.

Στις 19 Νοεμβρίου (1 Δεκεμβρίου), 1825, ενώ βρισκόταν στο Ταγκανρόγκ, ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ πέθανε. Όμως παρόλο που ο Κωνσταντίνος είχε παραιτηθεί του δικαιώματος του ο Νικόλαος Α΄ δεν ανέβηκε στον θρόνο, απαίτησε από τη Γερουσία να αναγνωρίσει τον Κωνσταντίνος ως τσάρο της Ρωσίας. Ο Κωνσταντίνος όμως βρισκόταν στην Βαρσοβία και τελικά αρνήθηκε να επιστρέψει πίσω στην Αγία Πετρούπολη και παραιτήθηκε από το τσαρικό θρόνο με γραμμα που έστειλε στον Νικόλαο Α΄ και στον πρόεδρο της Γερουσίας και στον υπουργό δικαιοσύνης.

Ο Νικόλαος Α΄ τελικά στέφθηκε στις 22η Αυγούστου (3 Σεπτεμβρίου) 1826, στη Μόσχα - αντί Ιουνίου του ίδιου έτους, όπως είχε προγραμματιστεί αρχικά - εξαιτίας του πένθους για τον θάνατο στις 4 Μαΐου της αυτοκράτειρας Ελισάβετ Αλεξέγεβνα (Λουίζα του Μπάντεν). Η στέψη του Νικολάου Α΄ και αυτοκράτειρας Αλεξάνδρας πραγματοποιήθηκε στον Καθεδρικό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Κρεμλίνο.


Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του έγιναν συνεδριάσεις των επιτροπών που έχουν σχεδιαστεί για να διευκολύνουν την κατάσταση των δουλοπάροικων. Νομοθετήθηκε απαγόρευση να στέλνονται στην εξορία οι αγρότες, να πωλούνται ξεχωριστά και χωρίς γη, οι αγρότες έχουν το δικαίωμα να εξαγοράζουν την ελευθερία τους με λεφτά από την πώληση ακινήτων. Υπέγραψε το "διάταγμα υπόχρεων αγροτών", το οποίο έγινε το θεμέλιο της κατάργησης της δουλοπαροικίας. Ωστόσο, η πλήρης απελευθέρωση των αγροτών κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα δεν πραγματοποιήθηκε.

Κατά τη βασιλεία του Νικόλαου Α΄ της Ρωσίας έγινε η βιομηχανική επανάσταση, όπως αυτή που ξεκίνησε στην Αγγλία το δεύτερο εξάμηνο του XVIII αιώνα. Η εντατική εισαγωγή των μηχανών (μηχανική αργαλειούς, ατμομηχανές, κλπ) είχαν αυξήσει την παραγωγικότητα: από 1825 - 1863 χρ., η ετήσια παραγωγή της ρωσικής βιομηχανίας ανά εργαζόμενο αυξήθηκε κατά 3 φορές. Από το 1819 - 1859 χρ., η ποσότητα της παραγωγής βαμβακιού στη τσαρική Ρωσία αυξήθηκε κατά σχεδόν 30 φορές. Το ποσό των προϊόντων 1830 έως 1860 αυξήθηκε κατά 33 φορές.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξωτερική πολιτική του Νικολάου Α΄, που επηρέασε σημαντικά τις διεθνείς εξελίξεις στην Ανατολή και συνέβαλε στην αίσια κατάληξη του Αγώνα των Ελλήνων για την ανεξαρτησία. Συγκεκριμένα, ο Ρώσος μονάρχης υποστήριξε θερμά, από τις αρχές της βασιλείας του, τις αντιφιλελεύθερες αρχές της καταρρέουσας τότε Ιεράς Συμμαχίας αλλά, παράλληλα -θέλοντας να αντιμετωπίσει αποφασιστικά τις ανατολικές βλέψεις της Αγγλίας κυρίως και της Γαλλίας- εμφανίστηκε ως αυτόκλητος υπερασπιστής της Ορθοδοξίας, σφοδρός πολέμιος του Ισλάμ και οπαδός της αυτονομίας των υποτελών στους Τούρκους βαλκανικών λαών.

Στα πλαίσια της πολιτικής του αυτής εντάσσεται η συμμετοχή της Ρωσίας στην ναυμαχία του Ναυαρίνου (1827) και οι νικηφόροι για τους Ρώσους πόλεμοι εναντίον της Περσίας (1827- 28) και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1828-29). Συνέπεια του τελευταίου πολέμου υπήρξε η αναγνώριση της ελληνικής εθνικής ανεξαρτησίας από τηνΠύλη (Συνθήκη της Αδριανούπολης) (1829), με την οποία άρχισε η πορεία διάλυσης του πολυεθνικού Οθωμανικού κράτους.

Κατά τη διάρκεια των Ρώσο-τούρκικων πόλεμων του 1806-1812 και 1828-1829 η Ρωσία έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο όσον αφορά την εφαρμογή αυτής της πολιτικής. Κατόπιν αιτήματος της Ρωσίας, που δήλωσε προστάτιδα όλων των χριστιανικών πληθυσμών τηςΟθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο σουλτάνος αναγκάστηκε να αναγνωρίσει την ελευθερία και την ανεξαρτησία της Ελλάδος και την αυτονομία της Σερβίας (1830). Κορυφώθηκε η επιρροή της Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη, η Ρωσία κέρδισε το δικαίωμα να εμποδίσει την διέλευση ξένων πλοίων στη Μαύρη Θάλασσα.


Η υποστήριξη των ορθόδοξων Χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τη Ρωσία είχε ως αποτέλεσμα την επιδείνωση των σχέσεων της με την Τουρκία, η οποία τελικά κήρυξε πόλεμο στη Ρωσία. Το ξέσπασμα του πολέμου με την Τουρκία το 1853 σημαδεύτηκε από την λαμπρή νίκη του ρωσικού στόλου κάτω από το ναύαρχο Ναχίμοφ, που νίκησε τον εχθρό στη Σινώπη. Ήταν η τελευταία μεγάλη μάχη των ιστιοφόρων.

Στρατιωτικές επιτυχίες της Ρωσίας είχαν δημιουργήσει μια αρνητική κίνηση τη Δύσης. Οι μεγάλες δυνάμεις δεν ήταν ικανοποιημένες με την ενίσχυση της Ρωσίας εξαιτίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έτσι δημιουργήθηκε η στρατιωτική συμμαχία της Μεγάλης Βρετανίαςκαι της Γαλλίας.

Το 1854, η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία εισήλθαν στον πόλεμο στο πλευρό της Τουρκίας. Λόγω καθυστέρησης της Ρωσίας , ήταν δύσκολο να αντισταθεί σε αυτές τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Κύρια πολεμική σύγκρουση εκτυλίχθηκε στην Κριμαία. Τον Οκτώβριο του 1854, οι Σύμμαχοι πολιόρκησαν την Σεβαστούπολη. Ρωσικός στρατός υπέστη μια σειρά από ήττες και δεν μπορούσε να παρέχει βοήθεια στην πολιορκημένη πόλη-φρούριο. 

Παρά την ηρωική άμυνα της πόλης επί 11 μήνες η πόλη πολιορκήθηκε , και τον Αύγουστο του 1855, οι υπερασπιστές της Σεβαστούπολης αναγκάστηκαν να παραδώσουν την πόλη. Στις αρχές του 1856 μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, υπογράφηκε η συνθήκη ειρήνης του Παρισιού. Σύμφωνα με τους όρους της η Ρωσίας δεν μπορούσε να διατηρεί ναυτικό στόλο στη Μαύρη Θάλασσα. Έτσι η Ρωσία γίνεται ευάλωτη στη θάλασσα και καθίσταται αδύνατη να διεξαγάγει ενεργή εξωτερική πολιτική στην περιοχή.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Νικολάου Ι, Ρωσία πήρε μέρος στους εξης πολέμους: στο Καυκάσιο πόλεμο 1817-1864, στον Ρωσο-περσικό πόλεμο του 1826-1828, στον Ρώσο-τουρκικό πόλεμο του 1828-29 και στο Κριμαϊκό πόλεμο του 1853-56.

Πέθανε το απόγευμα στις 18 Φεβρουαρίου (2 Μαρτίου) του 1855.Ο θάνατος του οφείλεται σε πνευμονία (είχε κρυώσει , στην παρέλαση όπου φορούσε ελαφρά στολή).

ΚΑΡΟΛΟΣ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΝΑΠΟΛΕΩΝ Γ' ΒΟΝΑΠΑΡΤΗΣ



Κάρολος Λουδοβίκος Ναπολέων Βοναπάρτης ή Ναπολέων Γ΄ (Charles-Louis-Napoléon Bonaparte) (1808-1873). Ανιψιός του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, εκλέχτηκε πρόεδρος της Δεύτερης Γαλλικής Δημοκρατίας, (1848-1852) την οποία κατέλυσε με πραξικόπημα στις 2 Δεκεμβρίου 1851, και έγινε δικτάτορας. Στη συνέχεια αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας (1852-1870) και ονομάστηκε Ναπολέων ο Γ', ξεκινώντας την Δεύτερη Γαλλική Αυτοκρατορία η οποία τελείωσε με τον Γαλλο-Πρωσικό πόλεμο του 1870 κατά τον οποίο ο Ναπολέων αιχμαλωτίστηκε στο Ανάκτορο του Βιλχελμσχόε και η αυτοκρατορία κατέρρευσε δίνοντας την θέση της στην Τρίτη Γαλλική Δημοκρατία (1870-1942).


ΤΣΑΡΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Β' ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ 


Ο Αλέξανδρος Β΄ Νικολάγεβιτς (Александр II Николаевич , ορθή προφορά: Αλιξάντρ Νικαλάγιεβιτς, 29 Απριλίου 1818 – 13 Μαρτίου 1881), γνωστός ως Αλέξανδρος ο Ελευθερωτής, ήταν τσάρος της Ρωσίας από τις 3 Μαρτίου 1855 έως τη δολοφονία του το Μάρτιο του 1881. Είχε επίσης τον τίτλο του βασιλέα της Πολωνίας και του Μεγάλου Δούκα της Φινλανδίας.

Γεννημένος το 1818, ήταν ο πρωτότοκος γιος του τσάρου Νικολάου Α΄ της Ρωσίας και της γερμανίδας πριγκίπισσας Καρλόττας της Πρωσίας, κόρης του Φρειδερίκου Γουλιέλμου Γ΄ της Πρωσίας και της δούκισσας Λουίζας του Μεγάλου Δουκάτου του Μέκλενμπουργκ-Στρέλιτς. Λίγοι θα μπορούσαν να φανταστούν τον καιρό που ήταν τσάρεβιτς (δηλ. διάδοχος) ο μικρός Αλέξανδρος, ότι μεγαλώνοντας θα γινόταν ένας σπουδαίος ηγέτης ο οποίος θα αναμόρφωνε τη Ρωσία, με αποφάσεις τόσο τολμηρές και γενναίες που οι Ρώσοι είχαν να δουν από τον καιρό του Μεγάλου Πέτρου.

Εκείνη την εποχή στη Ρωσία τα πράγματα ήταν πολύ περιορισμένα, με την ελευθερία της σκέψης και της ατομικής πρωτοβουλίας να καταστέλλεται αυστηρά. Υπήρχε λογοκρισία σε όλο το φάσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας, με την κριτική στις Αρχές να αποτελεί σοβαρό παράπτωμα. Παρόλα αυτά, όταν ανέλαβε την εξουσία εισήγαγε σημαντικές αλλαγές σε φιλελεύθερη κατεύθυνση, αλλά παρόλα αυτά δολοφονήθηκε σε δημόσιο χώρο από την τρομοκρατική οργάνωση Λαϊκή Θέληση (Narodnaya Volya, ναρόντναγια βόλια).


Ο Αλέξανδρος Β΄ έτυχε εξαιρετικής μόρφωσης υπό την επίβλεψη του φιλελεύθερου ρομαντικού ποιητή και χαρισματικού μεταφραστή Βασίλι Ζουκόφσκι, μελετώντας πληθώρα επιστημών και μαθαίνοντας τις κυρίαρχες ευρωπαϊκές γλώσσες της εποχής.

ΑΜΠΝΤΟΥΛ ΜΕΤΖΙΤ Α'


Ο Αμπντούλ Μετζίτ Α΄ (23 Απριλίου 1823 - 25 Ιουνίου 1861) ήταν ο 31ος σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ήταν γιος του Μαχμούτ Β΄ και τον διαδέχθηκε στο θρόνο στις 2 Ιουλίου του 1839 σε ηλικία μόλις 15 ετών. Συνέχισε το μεταρρυθμιστικό έργο του πατέρα του, το οποίο ονομάστηκε Τανζιμάτ, που σημαίνει Ευτυχής οργάνωση. Η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση, που επιβλήθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από τις Δυτικές Δυνάμεις μετά από τους Κριμαϊκούς πολέμους, παραχώρησε πολλά δικαιώματα στους υπηκόους των χριστιανικών κοινοτήτων και έδωσε σημαντική ώθηση στην ανάπτυξη του εμπορίου, των γραμμάτων κ.α. 

Το 1839 με τη συνθήκη Χάτι Σερίφ και το 1856 με τη συνθήκη Χάτι Χουμαγιούν δημιουργήθηκε ένα προστατευτικό πλαίσιο για τις μειονότητες και να εξασφαλίσει δικαιώματα για ισότιμη μεταχείρηση, ίση απονομή δικαιοσύνης κ.ά. Το Χάτι Χουμαγιούν χαρακτηρίστηκε η Magna Carta της Τουρκίας. Παρ' όλο που οι διατάξεις των συνθηκών αυτών περί θρησκευτικών ελευθεριών παραβιάζονταν συστηματικά (Pears, σ. 2), οι θρησκευτικές και εθνικές μειονότητες (μεταξύ των οποίων και η Ελληνική) επωφελήθηκαν και προχώρησαν σε μαζική ίδρυση σχολείων, ναών και άλλων ιδρυμάτων.

Στην εξωτερική πολιτική ο Αμπντούλ Μετζίτ Α΄ κατάφερε να καταστείλει τα επαναστατικά κινήματα στη Συρία, στην Αλβανία, στη Βοσνία και στο Μαυροβούνιο. Στον Κριμαϊκό πόλεμο προστάτεψε εν μέρει τα συμφέροντα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά αναγκάστηκε να αναγνωρίσει την ένωση των παραδουνάβιων χωρών. Οι σφαγές του χριστιανικού πληθυσμού στο Λίβανο υπήρξε αφορμή για επέμβαση των Ευρωπαϊκών δυνάμεων το 1860 και τον ανάγκασαν να αναγνωρίσει την αυτονομία της χώρας.

Απεβίωσε στις 25 Ιουνίου του 1861 από φυματίωση και τον διαδέχτηκε ο αδερφός του Αμπντούλ Αζίζ. Γιοί του ήταν οι Μουράτ Ε΄ και Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ που επίσης έγιναν σουλτάνοι.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ


















ΠΗΓΕΣ :

(1)

(2)

(3)

(4)

(5)

(6)

(7)


(9)
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%82_%CE%91%CE%84_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A1%CF%89%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82

(10)
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%92%CE%84_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A1%CF%89%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82

(11)
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BC%CF%80%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%BB_%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B6%CE%AF%CF%84_%CE%91%CE%84

(12)
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD_%CE%93%CE%84

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου