Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΣΤOΝ ΑΡΧΑΙO ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΟ ΚΟΣΜΟ
Γενικά

Αίτια του Φαινομένου
Δεν είναι υπερβολή εάν ειπωθεί, πως η ιστορία της πειρατείας ξεκινά σχεδόν ταυτόχρονα με την ιστορία της ναυτιλίας και του εμπορίου. Το πού ακριβώς ο άνθρωπος ξεκίνησε να χρησιμοποιεί συστηματικά θαλάσσια μέσα, το γνωρίζουμε: στη Μεσόγειο. Το πότε, δεν μπορεί να προσδιορισθεί με ακρίβεια.
Σίγουρα πάντως ήταν πολύ πριν απ' το 3000 π.Χ., όταν δημιουργήθηκαν οι πρώτες σωζόμενες αναπαραστάσεις πλοίων. Τέχνεργα από οψιανό (ορυκτό γυαλί της Μήλου) που βρέθηκαν σε νεολιθικούς οικισμούς της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Πελοποννήσου, πιστοποιούν ότι η ναυσιπλοΐα δεν ήταν άγνωστη για τον κάτοικο της νεολιθικής Ελλάδας. Στο ίδιο συμπέρασμα συνηγορεί η εμφάνιση ενός ώριμου πολιτισμού άγνωστης προέλευσης στην Κρήτη γύρω στο 6000 π.Χ.
Τι παρακινούσε όμως τον ψαρά ή τον έμπορο της Μεσογείου να γίνει «ληστής της θάλασσας»;
- Επειδή μπορούσε. Καταγόταν από κοινωνίες με ναυτική πείρα, άρα διέθετε τις απαραίτητες δεξιότητες για να καταλάβει ένα πλοίο στη θάλασσα, ή να μεταφέρει άνδρες σε μια γειτονική στεριά, να την ληστέψει και μετά να εξαφανιστεί.
- Επειδή σε κάποιο βαθμό τού ήταν απαραίτητο. Συνήθως η πατρώα γη του ήταν πετρώδης και απέφερε χαμηλή ή μηδενική αγροτική παραγωγή, η δε αλιεία δεν αρκούσε από μόνη της για να εξασφαλίσει ευημερία σε μεγάλη κλίμακα. Επομένως όσο ο πληθυσμός αυξανόταν, έπρεπε να βρει εναλλακτικές πηγές εισοδήματος γι' αυτόν και την κοινότητά του.
- Το κυριότερο, επειδή υπήρχε πρόσφορο έδαφος. Ο κύριος όγκος του εμπορίου διεκπεραιωνόταν μέσω θαλάσσης, αφού οι τρεις μεγάλες χερσόνησοι του τότε γνωστού κόσμου (Μικρά Ασία, Βαλκανική, Ιταλική), με τις απότομες οροσειρές και την έλλειψη πλωτών ποταμών, καθιστούσαν πολύ αργές και ακριβές τις χερσαίες μεταφορές ακόμα και μεταξύ γειτονικών περιοχών.
Όμως η ναυτοσύνη δεν είχε ακόμα αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είναι εφικτή η ναυσιπλοΐα στην ανοιχτή θάλασσα. Συνήθως τα πλοία έπλεαν κοντά στην ξηρά για να είναι εύκολος ο προσανατολισμός, για να βρουν γρήγορα αγκυροβόλιο εάν χαλάσει ο καιρός ή γιατί χρειάζονταν συχνό ανεφοδιασμό. Έτσι λοιπόν εντοπίζονταν εύκολα από κακόβουλα βλέμματα και ήταν ευάλωτα σε πειρατικές ενέδρες.
Εξ' αιτίας των παραπάνω, η πειρατεία είχε ενδημικό χαρακτήρα στα περισσότερα ύδατα της Μεσογείου. Για να κατανοηθεί όμως καλύτερα, είναι απαραίτητο να έχουμε κατά νου και δύο παραμέτρους που όριζαν το ιδεολογικό πλαίσιο, εντός του οποίου μεμονωμένοι άνθρωποι ή ολόκληρες κοινότητες επιδίδονταν στη συγκεκριμένη δραστηριότητα:
- Πρώτον, στην αρχαιότητα δεν υφίστατο διάκριση μεταξύ πειρατείας και κούρσας, συνεπώς δύσκολα διακρινόταν ηθικά και πολιτικά η καθαρή πειρατεία (με τα σημερινά κριτήρια) από τη λεηλασία ξένων πλοίων σε καιρό πολέμου ή τα αντίποινα.
- Δεύτερον, ο βιοπορισμός μέσω της ληστείας (τόσο στην ξηρά όσο και στη θάλασσα) θεωρείτο φυσιολογικός ακόμα και στις πλέον εξελιγμένες κοινωνίες - χαρακτηριστικά στα Πολιτικά του Αριστοτέλη, ο «ληστρικός βίος» συμπεριλαμβάνεται στις πέντε κατά φύσιν δραστηριότητες με τις οποίες εξασφαλίζεται η αυτάρκεια, δίπλα στην κτηνοτροφία, την αλιεία, το κυνήγι και τη γεωργία.
Λαοί της Θάλασσας
Για τους Λαούς της Θάλασσας που δέσποσαν στην Ανατολική Μεσόγειο κατά την ύστερη Εποχή του Χαλκού, η πειρατεία και το εμπόριο αποτελούσαν αλληλοσυμπληρούμενες δραστηριότητες. Πολύ συχνά τα αγαθά ή οι σκλάβοι που εμπορεύονταν ήταν προϊόν λεηλασίας πλοίων και παραλιακών πόλεων.
Σε μία από τις Επιστολές της Αμάρνα, ο Αλασγός βασιλιάς δικαιολογεί τη μικρή αξία των δώρων που στέλνει προς τον Αιγύπτιο ομόλογό του (πιθανά τον Ακενατόν - 14ος αι. π.Χ.) με το επιχείρημα ότι Λύκιοι ληστές επιδράμουν κάθε χρόνο εναντίον της χώρας του. Στα τέλη του 13ου και τις αρχές του 12ου αιώνα, κυρίως επί βασιλείας των Ραμσή Β' και Ραμσή Γ', φαίνεται πως οι Αιγύπτιοι πέτυχαν καίρια πλήγματα στους Λαούς της Θάλασσας. Στον τάφο του δευτέρου έχει βρεθεί μια επιγραφή σε ιερογλυφικά που περιγράφει την τελική νικηφόρα ναυμαχία (1186 π.Χ.) στο Δέλτα του Νείλου, μετά την οποία οι ηττημένοι δεν ξαναεμφανίσθηκαν στην Αίγυπτο.
Για λίγες δεκαετίες ακόμα συνέχισαν να απειλούν τις πιο αδύναμες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου - στην αλληλογραφία των βασιλιάδων της Ουγκαρίτ και της Αλασγίας που διασώζεται στα Ουγκαριτικά κείμενα, ο πρώτος γράφει ότι οι πειρατές λυμαίνονται την απροστάτευτη επικράτειά του. Μετά χάνονται απότομα από την ιστορία, πιθανότατα επειδή εγκαταστάθηκαν μόνιμα σε περιοχές της Εγγύς Ανατολής. Παραδείγματος χάριν, πολλοί εκτιμούν πως οι Φιλισταίοι της Παλαιάς Διαθήκης είναι οι ίδιοι με τους Πελεσέτ των Αιγυπτιακών επιγραφών.
Για το Αιγαίο της ίδιας περιόδου, δηλαδή πριν τον Τρωικό πόλεμο, ο Θουκυδίδης υποστηρίζει πως η πειρατεία αποτελούσε συνήθεια τόσο για τους Έλληνες όσο και για τους ξένους (Φοίνικες και Κάρες) από πολύ παλιά, και ότι αυτό το έργο χάριζε δόξα. Περιγράφει μάλιστα το φόβο των πειρατών ως την αιτία που οι πρώτοι Έλληνες κυκλοφορούσαν πάντα ένοπλοι, ακόμα και στις καθημερινές ασχολίες τους, και έκτιζαν τις πόλεις (των νησιωτικών συμπεριλαμβανομένων) «ἐπὶ πολὺ ἀντίσχουσαν ἀπὸ θαλάσσης», δηλ. μακριά από τη θάλασσα. Αναφέρει τέλος το Μίνωα ως τον πρώτο που κυριάρχησε στο μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής θάλασσας και έδιωξε τους ληστές απ' τα νερά της.
Αρχαία Ελλάδα
Στη Μυκηναϊκή και Γεωμετρική Ελλάδα, η πειρατεία θεωρείτο κοινωνικά αποδεκτή δραστηριότητα που έχρηζε καταστολής μόνο όταν στρεφόταν εναντίον συμπολιτών, ο δε πειρατής συχνά λάμβανε την ενθάρρυνση των τοπικών ηγεμόνων στο έργο του. Αυτό αντικατοπτρίζεται εύγλωττα στον τρόπο που ο μεταμφιεσμένος Οδυσσέας συστήνεται στον Εύμαιο ως δήθεν βετεράνος του Τρωικού Πολέμου που εν συνεχεία έγινε πειρατής στην Αίγυπτο, με λόγια που δείχνουν ότι ο πειρατής ήταν αξιοσέβαστη προσωπικότητα.
Γενικά, ο Όμηρος περιγράφει συχνά με θαυμασμό σχετικές πράξεις από Έλληνες. Αναφέρει μάλιστα πόλεις-κράτη που ζούσαν σχεδόν αποκλειστικά από την καταλήστευση ξένων εμπορικών πλοίων, όπως για παράδειγμα η Τάφος (σύμπλεγμα μικρών νησιών ανατολικά της Λευκάδας) που οι πολίτες της αγαπούσαν το κουπί και εμπορεύονταν σκλάβους. Οι Τάφιοι πειρατές ήταν τόσο ξακουστοί, που μια κεντητή απεικόνισή τους «επί το έργον» ήταν το κεντρικό θέμα στη διακόσμηση του μαγικού χιτώνα, τον οποίο χάρισε η Αθηνά στον Ιάσονα σύμφωνα με τη φαντασία του Απολλώνιου του Ρόδιου.
Συναφής δραστηριότητα ήταν και η ληστεία πλοίων από τους ναυαγιστές. Αυτοί άναβαν παραπλανητικές φωτιές στην ξηρά τα βράδια, ώστε να μπερδέψουν τους καπετάνιους των διερχόμενων πλοίων (που νόμιζαν ότι πλησίαζαν σε λιμάνι) και να τους οδηγήσουν σε ξέρες. Τότε επέδραμαν στα ακινητοποιημένα ή βυθιζόμενα πλοία και τα λεηλατούσαν - πρόκειται για μια πρακτική που εγκαταλείφθηκε μόλις το 19ο αιώνα μ.Χ.
Αρχαία Ελλάδα και Πειρατεία
Αν σήμερα η άσκηση πειρατείας - θαλάσσιας η εναέριας - με σκοπό τον προσπορισμό υλικών ωφελημάτων προκαλεί τη γενική κατακραυγή, δεν συνέβαινε το ίδιο και κατά την αρχαιότητα. σε ποίο παρωχημένες εποχές, οι Φοίνικες και οι Κάρες καταγίνονταν τόσο με το εμπόριο όσο και με την πειρατεία, λεηλατώντας τα εμπορικά πλοία, πραγματοποιώντας επιδρομές στη στεριά, αρπάζοντας άντρες, γυναίκες, παιδιά, τούς όποίους είτε απελευθέρωναν μετά από την καταβολή λύτρων είτε πουλούσαν για δούλους στις αγορές της Μικρός Ασίας. σε διαφορετικές στιγμές της Ιστορίας τους, οι περισσότεροι ναυτικοί λαοί της Μεσογείου άσκησαν πειρατικές δραστηριότητες.
Εννοιολογικό Πλαίσιο
Για τούς Έλληνες των Ομηρικών έπών και των αρχαϊκών χρόνων, η πειρατεία δεν είναι αξιόποινη παρά μόνο όταν στρέφεται εναντίον συμπολιτών ενώ θεωρείται απόλυτα θεμιτή και αποδεκτή όταν θύματά της είναι ξένοι.
Σε ορισμένες περιοχές της Μεσογείου η πειρατεία είχε χαρακτήρα ενδημικό: η Κιλικία, η Λιγουρία, οι Ιλλυρικές ακτές, η Κρήτη, η Αιτωλία υπήρξαν από τα σημαντικότερα ορμητήρια πειρατών. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ως πειρατικούς λαούς τούς Λοκρούς, τούς Αιτωλούς, τούς Άκαρνάνες, ενώ ο Ηρόδοτος περιγράφει τις πειρατικές δραστηριότητες των Σαμίων, των Ιώνων ή των κατοίκων της Καρίας πού έπέδραμαν στην Αίγυπτο κατά τούς χρόνους της βασιλείας τού Ψαμμήτιχου.
Ιστορικό Πλαίσιο
Τα ερωτήματα πού προκύπτουν από τη μελέτη της πειρατείας δεν συνδέονται τόσο με την έμφάνισή της ως Ιστορικού φαινόμενου όσο με τη στιγμή κατά την όποία πρωτομαρτυρείται οργανωμένη καταστολή της όχι από ιδιώτες άλλά από το ίδιο το «κράτος». Παρόμοιο εγχείρημα προϋποθέτει εξελιγμένες πολιτειακές δομές, αναπτυγμένη οικονομία και ισχυρό πολεμικό ναυτικό.
Η πρώτη πηγή άντλησης δούλων ήταν η αιχμαλωσία. Οι νικητές εισβολείς πολεμιστές σκότωναν τους ηττημένους άνδρες και έσερναν στην αιχμαλωσία τις γυναίκες και τα παιδιά, που μπορούσαν να χειραγωγήσουν εύκολα. Η ενέργεια εθεωρείτο πολεμική αρετή και ευκαιρία για καύχημα. Το εθνικό δίκαιο των Ελλήνων άλλωστε όριζε ότι όλοι οι βάρβαροι αιχμάλωτοι γίνονταν δούλο. Άλλες πηγές δούλων ήσαν η αρπαγή, η αγορά αιχμαλώτων από πλανόδιους δουλεμπόρους – απαγωγείς, η φυσική αναπαραγωγή, μετά την άδεια του αφέντη-άρχοντα.
Δούλοι ακόμα αποτελούσαν μέρος της προίκας της νύφης. Ο άρχοντας μπορούσε επίσης να τους προσφέρει και ως δώρο. Όσο η οικονομία εξελισσόταν και οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις εμβάθυναν, οι ευκαιρίες για αύξηση του δουλικού προσωπικού πολλαπλασιάζονταν. Φτωχοί Έλληνες από ανέχεια υποχρεώνονταν ή να πουλάνε τα παιδιά τους ως δούλους ή οι ίδιοι να ανταλλάσσουν την ελευθερία τους με τη δουλεία, για να επιβιώσουν, μετά από αδυναμία εκπλήρωσης των οικονομικών τους υποχρεώσεων. Στη δουλεία ακόμη κατέληγαν ελεύθεροι μετά από εμπλοκή τους σε βιαιοπραγίες ή εγκλήματα.
Θα σταθούμε λίγο περισσότερο στην πειρατεία, φαινόμενο που έλαβε τεράστιες διαστάσεις με το χρόνο και απέβη πηγή χρυσοφόρα, που τροφοδοτούσε τους οίκους με δούλους και τους δουλεμπόρους με χρήμα. Αποτελούσε κατ’ εξοχήν ασχολία των ηρώων, γιατί η επιτυχία στις πειρατικές επιχειρήσεις ήταν έκφραση των σωματικών και πνευματικών προτερημάτων του ομηρικού ήρωα. Η πειρατεία συνδεόταν άμεσα με το εμπόριο, γιατί προμήθευε τα δουλοπάζαρα με σκλάβους και οι ρίζες της φτάνουν ως τη βαθιά αρχαιότητα.
Οι πειρατές άρπαζαν και ελεύθερους και δούλους με σκοπό να τους εμπορευτούν. Μια επιτυχημένη πειρατική επιδρομή αποτελούσε ευκαιρία για καύχημα των πρωταγωνιστών της. Η ανδραγαθία αυτή δεν άφησε ανεπηρέαστη ούτε την ποίηση. Ένα πολύ παλιό τραγούδι, που η αρχαία παράδοση αποδίδει στον Υβρία τον Κρητικό, διασώζεται για να υμνήσει εκείνους που ζούσαν από την πειρατεία, που έκαναν επιδρομές, κυρίευαν τις πολιτείες, σκότωναν τους άντρες και έσερναν στα σκλαβοπάζαρα τις γυναίκες και τα παιδιά. Διασώζει ακόμη σαφέστατα την αντίληψη ότι αυτός που ηττάται στις μάχες είναι δειλός ή ανίκανος να χειρίζεται τα όπλα και γι αυτό του αξίζει η σκλαβιά .
Το φαινόμενο της πειρατείας έχει τα ίχνη της στο πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα, όπως πληροφορούμεθα από τα έπη του Ομήρου, στα οποία εμφανίζεται ως άθλημα. Το γεγονός βεβαιώνει και ο Θουκυδίδης, που είχε υπόψη του την αρχαία παράδοση. Γρήγορα η πειρατεία συνδέθηκε με το εμπόριο και διαδόθηκε σε πολλές πόλεις της Μεσογείου. Οι Μυκηναίοι άνακτες και βασιλείς κέρδιζαν τους θησαυρούς τους κυρίως με τον πόλεμο και την αρπαγή και λιγότερο με την παραγωγή και το εμπόριο .
Δεν είναι εύκολο να γνωρίζουμε την κοινωνική προέλευση των πειρατών. Θα μπορούσε κάλλιστα να βρίσκονται και εύποροι ανάμεσα στους πειρατές, όπως για παράδειγμα ο Οδυσσέας, ο οποίος δεν διστάζει να καυχηθεί στις παραπλανητικές ιστορίες του προς τον Εύμαιο για τη δράση του ως πειρατής, καμαρώνει που άσκησε το έργο του πειρατή εννέα φορές και εμφανίζει την πειρατεία ως νόμιμο μέσο πλουτισμού, σύμφωνα με τα ηθικά κριτήρια της εποχής. Όμως το πιθανότερο είναι η στροφή προς την πειρατεία αρχικά να συνδέεται με την ανάγκη εξεύρεσης πόρων για επιβίωση και στη συνέχεια με την ανάγκη της ικανοποίησης της απληστίας των ανθρώπων, που δεν έχει φραγμό.
Οι πειρατές άρπαζαν και ελεύθερους και δούλους. Αλλά ο δούλος άξιζε λιγότερο από έναν ελεύθερο. Η πώληση ή απελευθέρωση ενός ελεύθερου άφηνε μεγαλύτερα κέρδη. Ο λόγος για πώληση δούλων μας οδηγεί στην διατύπωση της άποψης ότι από την εποχή του Ομήρου ακόμη ανθούσε το δουλεμπόριο. Το δουλεμπόριο είναι άλλη μια πηγή πλουτισμού για τους «χρυσοθήρες» της εποχής. Οι πειρατές θα πρέπει να έπαιζαν επίσης το ρόλο του δουλέμπορα με μεγάλη επιτυχία και το επιτήδευμα θα πρέπει να απέδιδε σοβαρά κέρδη.
Δεν γνωρίζουμε μόνο αν στην εποχή του Ομήρου υπήρχε τόπος, στον οποίο θα μπορούσε κανείς να πουλήσει ή να αγοράσει δούλους για τις ανάγκες του, όπως συνέβαινε στους κλασικούς χρόνους. Οι μαρτυρίες από τα έπη μιλάνε για γυρολόγους δουλεμπόρους, που πήγαιναν οι ίδιοι στα παλάτια των πλουσίων και παζάρευαν το εμπόρευμά τους. Στον ελληνικό χώρο, όπως παραδίδεται, το δουλεμπόριο ξεκίνησε από τη Χίο. Γρήγορα όμως εξαπλώθηκε και στην άλλη Ελλάδα. Χώρες όπως η Συρία, η Μικρά Ασία, η Φρυγία, η Λυκία, η Καρία, ο Πόντος, η Θράκη, η Δήλος, η Σάμος, το Βυζάντιο, η Αθήνα. επιδίδονταν σε σκληρό δουλεμπόριο.
Η κατώτερη τιμή δούλου στην Κλασική Αρχαιότητα ήταν μισή μνα και η ανώτερη έφτανε στις δέκα μνες. Η τιμή τριπλασιαζόταν αν υπήρχε προτίμηση για ορισμένες κατηγορίες δούλων, όπως στις ωραίες γυναίκες, τις αυλητρίδες, τους κιθαρωδούς, τους ειδικευμένους τεχνίτες και τους μορφωμένους, τους οποίους χρησιμοποιούσαν για γραμματείς και δασκάλους των παιδιών τους. Στα ομηρικά χρόνια όμως η αξία των δούλων μετρούσε με τον αριθμό των βοών. Ξεκινούσε για παράδειγμα από τέσσερα βόδια και έφτανε τα είκοσι, αν επρόκειτο για δούλο εκλεκτής γενιάς, από τον οποίο προσδοκούσαν πολλά οφέλη.
Αρχαϊκή και Κλασική Περίοδος
Καθώς ο Ελληνικός κόσμος όδευε προς την κλασική εποχή, οι περισσότερες πόλεις προσπαθούσαν να θωρακισθούν εναντίον όσων ληστών απειλούσαν τις ακτές ή τα πλοία τους κατά μόνας, αλλά συνέχιζαν να αδιαφορούν για την εξάλειψη της πειρατείας εκτός των ορίων τους. Αρκετές εξακολούθησαν να είναι ηθικοί ή φυσικοί αυτουργοί: o Ηρόδοτος περιγράφει σχετικές δραστηριότητες των Σαμίων και των Ιώνων της Μικράς Ασίας, ενώ ο Θουκυδίδης αναφέρει τους Λοκρούς, Αιτωλούς και Ακαρνάνες ως λαούς που επιδίδονταν στη θαλάσσια ληστεία.
Χαρακτηριστικότερη όλων ήταν η περίπτωση του Σαμίου τυράννου Πολυκράτη, ο οποίος συγκρότησε ένα στόλο από 100 «πεντηκοντέρους» (πολεμικά πλοία με 50 κουπιά) και 1.000 τοξότες και λυμαινόταν το Αιγαίο Πέλαγος. Για τον Ηρόδοτο ο Πολυκράτης δεν ήταν κατακριτέος για αυτές καθ' αυτές τις ενέργειες, αλλά διότι ἔφερε καὶ ἦγε πάντας διακρίνων οὐδένα, δηλ. λήστευε τους πάντες χωρίς να κάνει διάκριση σε φίλους και εχθρούς.
Η πρώτη προσπάθεια συστηματικής καταστολής και συνάμα ηθικής απονομιμοποίησης της πειρατείας στους ιστορικούς χρόνους, ήλθε από την Αθήνα τον 5ο αιώνα π.Χ. Έχοντας εξασφαλίσει τον πολιτικό και οικονομικό έλεγχο σχεδόν ολόκληρου του Αιγαίου Πελάγους μέσω της Δηλιακής Συμμαχίας, οι Αθηναίοι εξαπέλυσαν άγριο κυνηγητό εναντίον οποιουδήποτε απειλούσε την απρόσκοπτη διακίνηση των πλοίων και των εμπορευμάτων.
Με εξαίρεση τα πρώτα χρόνια μετά την ήττα τους στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, οι Αθηναίοι κράτησαν έως και τον 4ο αιώνα π.Χ. τα σκήπτρα στο Αιγαίο, καταδιώκοντας την πειρατεία. Ο Δημοσθένης διασώζει πως στην εποχή του ίσχυε το ψήφισμα του συγχρόνου του Μοιροκλή «κατὰ τῶν τοὺς ἐμπόρους ἀδικούντων», βάσει του οποίου τιμώρησαν τους Μηλίους με πρόστιμο δέκα ταλάντων, επειδή υποδέχθηκαν πειρατές στο νησί τους. Όμως οι πειρατές δε σταμάτησαν να αποτελούν κίνδυνο, ιδιαίτερα όσοι εξορμούσαν από μακρινές περιοχές, δεδομένου μάλιστα ότι η Αθήνα έμπαινε σε φάση παρακμής.
Ελληνιστική Περίοδος
Η διάσπαση της αυτοκρατορίας του Μ. Αλεξάνδρου σε μικρότερα βασίλεια, τα οποία αναλώνονταν σε μεταξύ τους διενέξεις, οδήγησε την πειρατεία σε νέα άνθιση. Δεν ήταν μόνο η αδυναμία των διαδόχων να ελέγξουν τις θάλασσες, αλλά και το ότι συχνά τα Ελληνιστικά βασίλεια επιζήτησαν τη συνεργασία των πειρατών στους μεταξύ τους πολέμους, εργαλειοποιώντας την πειρατεία σε μέθοδο ρύθμισης των ναυτικών ισορροπιών της Ανατολικής Μεσογείου. Πολλοί μονάρχες στρατολογούσαν Κρήτες και Αιτωλούς. Ο «αρχιπειρατής» του 3ου αιώνα π.Χ. υπηρετούσε όποιον του προσέφερε περισσότερα σε καιρό πολέμου, ενώ λεηλατούσε πλοία και πόλεις για λογαριασμό του σε καιρό ειρήνης.
Επίσης οι Ιλλυριοί επανεμφανίσθηκαν στο Ιόνιο Πέλαγος, εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία των Αντιγονιδών και των Ηπειρωτών, και από εκεί επέδραμαν εναντίον των ακτών της Δυτικής Ελλάδας (χαρακτηριστικά: Ήπειρος και Μοθώνη, Αιτωλία) ή λεηλατούσαν Ελληνικά και Ρωμαϊκά πλοία. Η Ρώμη δοκίμασε το 230 π.Χ. να έλθει σε συνεννόηση μαζί τους, ώστε να εξασφαλίσει ελεύθερο διάπλου για τα καράβια της, αλλά οι Ιλλυριοί δολοφόνησαν ένα μέλος της αντιπροσωπείας (άγνωστο εάν έγινε με βασιλική εντολή). Μετά από αυτό, Ρωμαϊκές λεγεώνες εξεστράτευσαν για πρώτη φορά στα Βαλκάνια (Α' Ιλλυρικός Πόλεμος).
Στο Αιγαίο, βασικός διώκτης των πειρατών σε αυτήν την περίοδο υπήρξε η Ρόδος, η οποία γύρω στο 300 π.Χ. δημιούργησε ένα νέο σκάφος, την τριημιολία, για την καταδίωξη των πειρατικών ημιολιών. Στο πρώτο μισό του 2ου αι. π.Χ. οι Ρόδιοι δοκίμασαν να περιορίσουν την κρητική πειρατεία στα πλαίσια δύο πολέμων, του Α' και του Β' Κρητικού, χωρίς απόλυτη επιτυχία.
Ύστερη Ελληνιστική Περίοδος : οι Κίλικες
Καθώς η Ελληνιστική εποχή πλησίαζε προς το τέλος της, τα πιο διαβόητα πειρατικά λημέρια του ελληνικού κόσμου μεταφέρονταν στην Τραχεία Κιλικία, δηλ. τα μικρασιατικά παράλια ΒΑ της Κύπρου.
Για μεγάλο διάστημα στον 3ο π.Χ. αιώνα, όσο η Αυτοκρατορία των Σελευκιδών περιπολούσε τις ρότες μεταξύ Συρίας και ελλαδικού χώρου, η πειρατεία στην Κιλικία βρισκόταν σε ύφεση, τουλάχιστον σε σύγκριση με το Αιγαίο. Όμως μετά το 190 π.Χ. και τις ήττες του Αντιόχου Γ' σε Μαγνησία και Μυόνησο, οι Σελευκίδες απέσυραν το ναυτικό τους, αφήνοντας ένα «κενό αστυνόμευσης» που δεν μπόρεσαν να αναπληρώσουν οι νέοι κύριοι της ευρύτερης περιοχής (οι σύμμαχοι των Ρωμαίων).
Ο Πλούταρχος, ο οποίος έζησε λίγες δεκαετίες μετά την καταστολή των Κιλίκων από τους Ρωμαίους, μας άφησε μία περιγραφή που ταιριάζει περισσότερο σε οργανωμένη κοινότητα παρά σε άθροισμα ληστρικών ομάδων. Αναφέρει ότι είχαν δικό τους θεό (το Μίθρα) και διέθεταν ένα οργανωμένο δίκτυο αμυντικών οχυρώσεων και λιμανιών, υπολογίζει δε ότι στο απόγειό τους διέθεταν πάνω από 1000 πλοία, είχαν καταλάβει 400 πόλεις και οργάνωναν επιδρομές μέχρι τη Σαμοθράκη, τη Λευκάδα και το Λακίνιο (περιοχή της Καλαβρίας).
Δυτική Μεσόγειος
Τα νερά στα δυτικά της Ιταλικής χερσονήσου δεν ήταν λιγότερο επικίνδυνα. Βασικός χώρος άσκησης της πειρατείας ήταν το Τυρρηνικό πέλαγος, απ' όπου διερχόταν το μεγαλύτερο κομμάτι του εμπορίου της Δυτικής Μεσογείου.
Σε Αιγυπτιακές επιγραφές (με την πρώτη να χρονολογείται την εποχή του Αμένοφι Γ', αρχές 14ου αι. π.Χ.) εμφανίζεται επανειλημμένα ένας Λαός της Θάλασσας με την ονομασία Σερντέν ή Σαρντάνα υπό διάφορες ιδιότητες: μισθοφόροι των Φαραώ, εισβολείς, ναυτικοί, πειρατές. Πολλοί ιστορικοί τοποθετούν την έδρα τους στη Σαρδηνία και την Κορσική. Επίσης κάποιοι ταυτίζουν τους Σεκλές (ή Σακλάσα) των ίδιων πηγών με προϊστορικούς αποικιστές της Σικελίας. Εάν αυτές οι ταυτίσεις είναι σωστές, οι Σερντέν και οι Σεκλές συγκαταλέγονται στους πρώτους καταγεγραμμένους πειρατές της Δυτικής Μεσογείου.
Ετρούσκοι
Μερικοί μελετητές υποστηρίζουν ότι ένας από τους Λαούς της Θάλασσας, αυτός που στις αιγυπτιακές γραφές περιγράφεται με το όνομα «Trš.w», είναι οι Τυρρηνοί (δηλ. οι Ετρούσκοι). Είτε αυτή η ερμηνεία στέκει είτε όχι, κατά τους αρχαϊκούς και πρώτους Κλασικούς Αιώνες η πειρατεία του Τυρρηνικού Πελάγους και οι Ετρούσκοι εξελίχθηκαν σε σχεδόν συνώνυμες έννοιες. Η συγκεκριμένη ενασχόληση, ως μία μορφή «πολύ ενεργητικού εμπορίου» κατά τα τότε ήθη, αποτέλεσε έναν από τους τρεις βασικούς παράγοντες για την άνθιση του πολιτισμού τους (οι άλλοι δύο ήταν η γεωργία και τα πλούσια μεταλλεία σιδήρου).
Ο μύθος της απαγωγής του Διονύσου καταδεικνύει πως δεν περιορίζονταν απλά στις κοντινές τους θάλασσες, αλλά μπορούσαν να φθάσουν μέχρι την Κύπρο, την Αίγυπτο και τη Μαύρη Θάλασσα. Θύματά τους ήταν κυρίως οι Ρωμαίοι, οι Έλληνες της Μεγάλης Ελλάδας ή άλλοι μικρότεροι λαοί της περιοχής, και αραιότερα οι Καρχηδόνιοι.
Κατά τα κλασικά χρόνια βγήκαν και στις ανατολικές τους θάλασσες (συμμετείχαν μάλιστα στη Σικελική Εκστρατεία), αλλά πλέον η δύναμή τους έβαινε φθίνουσα από το 474 π.Χ. (Μάχη της Κύμης) και ύστερα. Το κράτος τους κατέρρευσε οριστικά στα τέλη του 3ου αι. π.Χ. αδυνατώντας να ανταπεξέλθει στην πίεση των Ρωμαίων και των Γαλατών.
Έλληνες
Με την εγκατάσταση Ελλήνων στη Νότια Ιταλία -κι ακόμα παραπέρα- κατά την Αρχαϊκή εποχή (β' αποικισμός), οι Ετρούσκοι απέκτησαν ισχυρούς ανταγωνιστές. Πολλές φορές η τοποθεσία μιας αποικίας επιλεγόταν (μεταξύ άλλων κριτηρίων) από το πόσο θα ευνοεί τους νέους κατοίκους της στον πειρατικό ανταγωνισμό. Παραδείγματος χάριν, αυτός είναι ο βασικός λόγος που η Κύμη επέλεξε το συγκεκριμένο σημείο στο ΒΔ άκρο της Σικελίας για να ιδρύσει τη Ζάγκλη.
Οι Έλληνες πειρατές στη Δυτική Μεσόγειο πολλαπλασιάσθηκαν στη συνέχεια, συνεπεία της κατάρρευσης των Ετρούσκων, της ίδρυσης νέων αποικιών στο νότιο Τυρρηνικό και των αναστατώσεων στον κυρίως Ελληνικό χώρο κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. - χαρακτηριστική είναι η αφήγηση του Ηροδότου για ένα στρατηγό της Ιωνικής
Οι Αιολίδες Νήσοι (ΒΔ της Ζάγκλης) έγιναν πειρατικός παράδεισος. Ο Λίβιος αναφέρει ένα περιστατικό που βρίσκουμε και σε άλλους συγγραφείς: Όταν οι Ρωμαίοι υπέταξαν τους Βηίους (396 π.Χ.), αποφάσισαν να στείλουν στο Μαντείο των Δελφών ένα αναθηματικό χρυσό κύπελλο, αξίας ίσης με το 1/10 της λείας. Οι Αιολιανοί όμως κατέλαβαν εν πλω το καράβι που μετέφερε την πρεσβεία και το πήγαν στο Λίπαρι, για να κάνει τη μοιρασιά ο ανώτατος άρχοντάς τους.
Ρωμαίοι και Καρχηδόνιοι
Σε αντίθεση με τους Ετρούσκους και τους Έλληνες, φαίνεται πως οι Ρωμαίοι δεν άσκησαν πειρατεία σε κανένα στάδιο της εξέλιξής τους. Η αιτία είναι περισσότερο πρακτική παρά ηθική. Για να γίνει κάποιος πειρατής, πρέπει να προέρχεται από μια κοινωνία που διαθέτει συσσωρευμένες ναυτικές εμπειρίες, κάτι στο οποίο οι Ρωμαίοι υπολείπονταν, σε βαθμό που κάποιος μπορεί βάσιμα να ισχυρισθεί ότι είχαν την αντιπάθεια για τη θάλασσα στο αίμα τους.
Μια δύναμη που επίσης δεν επιδόθηκε στην πειρατεία, τουλάχιστον κατά την κλασική εποχή, ήταν η Καρχηδόνα. Μολονότι κατάγονταν από Φοίνικες, οι οποίοι φημίζονταν ως ικανότατοι πειρατές, οι Καρχηδόνιοι ενδιαφέρονταν για θάλασσες ανοικτές και ασφαλείς, ώστε να διεξάγουν απερίσπαστα το εμπόριό τους.
Η Ρώμη Πατάσσει την Πειρατεία
Η οριστική εκκαθάριση ολόκληρης της Μεσογείου από την πειρατεία έμελλε τελικά να επιτευχθεί από τη δύναμη που διέθετε τη μικρότερη ναυτική παράδοση: τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία.
Τον πρώτο καιρό αυτό δεν ήταν αποτέλεσμα συγκεκριμένης αντιπειρατικής δράσης (με εξαίρεση ίσως τον Α' Ιλλυρικό), αλλά παράπλευρη συνέπεια της εγκαθίδρυσης του Ρωμαϊκού imperium. Δηλαδή οι Ρωμαίοι κατακτούσαν νέες περιοχές και μια από τις συνέπειες της κατάκτησης ήταν οι πειρατές να χάνουν τα λημέρια τους. Η υποταγή της Ετρουρίας σήμανε το τέλος της ετρουσκικής πειρατείας στη Δυτική Μεσόγειο κατά τον 5ο αιώνα και στην Αδριατική λίγο αργότερα.
Σε τέσσερις λοιπόν αιώνες οι Ρωμαίοι κατέκτησαν δύο μεγάλες χερσονήσους, την Ιταλική και τη Βαλκανική, και περιόρισαν την πειρατεία που προερχόταν από αυτές, αλλά αυτό δε σημαίνει πως το φαινόμενο είχε εξαλειφθεί. Βασικό εμπόδιο αποτελούσε η έλλειψη ισχυρού πολεμικού ναυτικού, ικανού να καταστείλει όσους θύλακες βρίσκονταν σε απομακρυσμένα ή καλά οχυρωμένα σημεία.
Παραδείγματος χάριν, μπορεί η Ιλλυρία να έγινε προτεκτοράτο το 228 και να ενσωματώθηκε πλήρως ως επαρχία το 168 π.Χ., όμως πολλά Ιλλυρικά πειρατικά λημέρια στη Δαλματία έμειναν άθικτα, αφού οι Ρωμαίοι αδυνατούσαν να εισέλθουν στις δαιδαλώδεις ακτές της.
Ένας ακόμα λόγος που η πειρατεία παρέμενε διαχρονικά ισχυρή, είναι πως σε κάποιο βαθμό ήταν οικονομικά χρήσιμη! Αφ' ενός έδινε διέξοδο σε ανθρώπους από φτωχές περιοχές, άγονες ή κατεστραμμένες από πολέμους, ώστε να πλουτίσουν οι ίδιοι και να βοηθήσουν τους συμπολίτες τους, αυτό που ο Θουκυδίδης παλαιότερα αποκαλούσε «να θρέψουν τους ασθενέστερους».
Πρώτες Στοχευμένες Προσπάθειες
Έπρεπε να διογκωθεί το πρόβλημα σε τέτοιο βαθμό που δεν είχε μείνει μέρος ελεύθερο για ναυσιπλοΐα ή για εμπόριο, ώστε η Ρώμη να λάβει συγκεκριμένα μέτρα. Με την (ακόμα ελεύθερη) Κιλικία να λειτουργεί ως μαγνήτης για τους κυνηγημένους όλης της Μεσογείου και πάμπλουτη από τις επιδρομές και το δουλεμπόριο, τo 101 π.Χ. η Σύγκλητος ψήφισε τον πρώτο αντιπειρατικό νόμο, με τον οποίο απαγορευόταν στους συμμάχους/υποτελείς των Ρωμαίων να εμπορεύονται με πειρατές, αυτό όμως μικρή ζημιά έκανε στους τελευταίους.
Το 74 π.Χ. η Σύγκλητος ανέθεσε στον πραίτορα (και εν συνεχεία ανθύπατο) Μάρκο Αντώνιο, πατέρα του πιο διάσημου Μάρκου Αντωνίου της β' τριανδρίας, να χτυπήσει την πειρατεία. Η διαφορά με το παρελθόν δεν ήταν πως κάποιος ανώτατος αξιωματούχος αναλάμβανε ένα τέτοιο δύσκολο έργο, αλλά ότι για πρώτη φορά η πάταξη των πειρατών έμπαινε στην κορυφή των προτεραιοτήτων της Ρώμης και ο πραίτορας οπλιζόταν επίσημα με imperium infinitum (απεριόριστη εξουσία), κάτι πρωτόγνωρο για τις πολιτικές παραδόσεις της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας.
Ακολούθησαν μακρές διαπραγματεύσεις για την απελευθέρωσή του, οι οποίες απέβησαν άκαρπες και τελικά πέθανε αιχμάλωτος των πειρατών μετά από δύο χρόνια - εξ' ου και το ειρωνικό προσωνύμιο Κρητικός. Την ίδια εποχή συνέβησαν δύο γεγονότα που κατέδειξαν ότι η απειλή δεν περιοριζόταν στις μακρινές επαρχίες, αλλά βρισκόταν προ των πυλών της Αιώνιας Πόλης.
Πρώτον, κατά την Εξέγερση των Μονομάχων (73 έως 71 π.Χ.) ο Σπάρτακος βοηθήθηκε σημαντικά από τους Κίλικες.
Δεύτερον, σε μία επίδειξη δύναμης τo 68 π.Χ. οι πειρατές έφτασαν μέχρι τις εκβολές του Τίβερη. Απήγαγαν τους πραίτορες Σεξτίλιο και Μπελλίνο, λεηλάτησαν την Όστια (το επίνειο της Ρώμης) και βύθισαν τα πλοία που βρίσκονταν στο λιμάνι της.
Lex Gabinia - Εκστρατεία του Πομπήιου
Η απάντηση των Ρωμαίων στα παραπάνω δόθηκε το 67 π.Χ. με ένα ad hoc νομοθέτημα που όπλιζε τον Πομπήιο με υπερεξουσίες για να καταστείλει την πειρατεία εντός τριών ετών, το Γαβίνειο Νόμο (λατινικά: Lex Gabinia). Κατά τη συζήτησή του στα αρμόδια όργανα, οι συγκλητικοί τρόμαξαν μπροστά στη στρατιωτική δύναμη και τα χρήματα που θα διαχειριζόταν ένας μόνο άνδρας, γι' αυτό ήταν αντίθετοι.
Όταν όλο αυτό το σχέδιο υλοποιήθηκε, μπήκε σε εφαρμογή η τελική φάση της εκστρατείας: η κατάληψη της Κιλικίας. Δημιουργώντας αλλεπάλληλους κλοιούς γύρω από τις κιλικικές ακτές και αποβιβάζοντας πεζικό σε συγκεκριμένα σημεία της ξηράς, εξανάγκασε κάποιους πειρατές σε παράδοση και τους υπολοίπους να συγκεντρωθούν στο Κορακήσιον, όπου κατανικήθηκαν εύκολα από τις λεγεώνες.
Αποτελέσματα
Με αυτήν την αστραπιαία επιχείρηση που διήρκεσε λίγο περισσότερο από τρεις μήνες, ο Πομπήιος πέτυχε το καίριο πλήγμα στην πειρατεία των τότε γνωστών θαλασσών και εκθειάσθηκε ως ο ανθύπατος που προετοιμάσθηκε στα τέλη του χειμώνα, ανέλαβε δράση την άνοιξη και ολοκλήρωσε το καλοκαίρι. Χρησιμοποιήθηκαν 500 πλοία, 120.000 στρατιώτες και 6.000 τάλαντα - ένα ποσό μεγαλύτερο του μισού ετήσιου προϋπολογισμού των ΗΠΑ σε σημερινές συνθήκες.
Ο Πλούταρχος αποδίδει την επιτυχία του όχι μόνο στη στρατιωτική ισχύ, αλλά και στο ότι μπόρεσε να αναλύσει τις αιτίες του πειρατικού φαινομένου. Γράφει σχετικά πως (για τον Πομπήιο) ο άνθρωπος δεν είναι εκ φύσεως ούτε γεννιέται άγριος ή αντικοινωνικός, αλλά γίνεται έτσι από τις κακές συνθήκες (...) και γίνεται πολιτισμένος και ευγενής εάν αλλάξει τόπο, απασχόληση και τρόπο ζωής. Σε αυτή τη βάση έπεισε πολλούς πειρατές να εγκαταλείψουν τους αρχηγούς τους, παραχωρώντας ως επιβράβευση χωράφια στη Μικρά Ασία και την επαρχία της Αχαΐας για να ζήσουν ειρηνικά.
Η στρατιωτική επιτυχία όμως θα έμενε στη μέση, εάν δε συνέπιπτε με μια βαθιά πολιτική μετάλλαξη του ρωμαϊκού κράτους κατά το δεύτερο μισό του 1ου π.Χ. αιώνα: το πέρασμα από τη δημοκρατία στη μοναρχία. Η εγκαθίδρυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (31 π.Χ.) και ο ρόλος που επιφύλλασσε για τον εαυτό της ως εγγυήτριας της «ρωμαϊκής ειρήνης» (τμήμα της οποίας ήταν ο έλεγχος του mare nostrum), ήταν ο κρίσιμος παράγοντας που τα αποτελέσματα μιας τρίμηνης εκστρατείας διήρκεσαν επί αιώνες.
Ύστερη Αρχαιότητα
Για τους επόμενους αιώνες η ναυσιπλοΐα στη Μεσόγειο θα διεξαγόταν αδιατάρακτα, χωρίς το φόβο της πειρατείας, και οι λίγες προσπάθειες αναβίωσής της θα καταστέλλονταν εύκολα από τους Ρωμαίους (π.χ. Δυτικό Τυρρηνικό, 6 μ.Χ). Η επανεμφάνισή της έγινε πια κατά την κρίση του 3ου αιώνα και αργότερα κατά το πέρασμα από την Αρχαία Εποχή στο Μεσαίωνα, όταν γερμανικά φύλα επέδραμαν κατά εδαφών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Στα μέσα του 3ου αιώνα οι επιδρομές Γότθων και Ερούλων, ορμώμενων από τα βόρεια παράλια του Ευξείνου Πόντου και την Αζοφική Θάλασσα, έπλητταν όχι μόνο τις παραθαλάσσιες πόλεις και τα νησιά του Αιγαίου, αλλά εισχωρούσαν βαθιά στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία. Το 267 Έρουλοι πειρατές πέρασαν το Βόσπορο και αφού καταλήστευσαν όσα νησιά βρήκαν στη ρότα τους, αποβιβάσθηκαν στην Αθήνα. Ακολούθησε γενικευμένη λεηλασία, από την οποία γλίτωσε μόνο η Ακρόπολη χάρη στην ισχυρή οχύρωσή της.
Το 439, η κατάληψη της Καρχηδόνας από τους Βανδάλους σηματοδότησε την απώλεια των βορειοαφρικανικών επαρχιών και την έναρξη έντονης πειρατικής δραστηριότητας αυτού του γερμανικού φύλου, η οποία ταλαιπώρησε την ιταλική χερσόνησο και έφθανε έως τις ακτές του ανατολικού τμήματος της αυτοκρατορίας. Σε μια από τις επιδρομές τους, κατέλαβαν και λεηλάτησαν την ίδια τη Ρώμη (455).
Γενικά - και με αραιές εξαιρέσεις - το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας (που μετεξελίχθηκε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία) διατήρησε την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο έως την εμφάνιση των Αράβων πειρατών, σε αντίθεση με το δυτικό που κατέρρευσε και μαζί του η ειρήνη στις θάλασσες που εξουσίαζε.
Φωτογραφικό Υλικό
ΠΗΓΕΣ :
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου