Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΒΑΡΩΝΟΣ
ΟΙ ΑΝΕΡΧΟΜΕΝΟΙ ΑΕΤΟΙ OSWALD BOELCKE - MANFRED VON RICHTHOFEN : O ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΑΙ O ΜΑΘΗΤΗΣ

Παρόλα αυτά η λάμψη της στρατοκρατικής Γερμανίας του Κάϊζερ φαίνεται ότι στάθηκε ακαταμάχητη για τον 20χρονο νεαρό. Το 1911 κατετάγη στην Στρατιωτική Ακαδημία και στα τέλη του 1913 έγινε δεκτός στην Αεροπορία. Έναν χρόνο αργότερα, στις 15 Αυγούστου 1914, βρέθηκε να πολεμάει για κάποιον λόγο που δεν είχε πολυκαταλάβει, όπως τόσα άλλα εκατομμύρια στρατευμένων νεαρών της εποχής του...
Εκείνη την περίοδο ο σχεδιαστής αεροσκαφών Άντονυ Φόκκερ εργαζόταν πυρετωδώς επάνω στον σχεδιασμό ενός αντίστοιχου μονοθέσιου μαχητικού αεροσκάφους το οποίο θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τα γαλλικά. Το Fokker Eindecker I ήταν ένα ελαφρύ αεροσκάφος, οπλισμένο με ένα πολυβόλο ρυθμισμένο να βάλλει δια μέσου του δίσκου της έλικας, χάρη στην κατασκευή ενός αυτόματου μηχανισμού. Ο αρχηγός της Γερμανικής Αεροπορίας είχε υποσχεθεί στον Φόκκερ τον Σιδηρού Σταυρό αν ο μηχανισμός του κατάφερνε να καταρρίψει ένα εχθρικό αεροσκάφος, οπότε μόλις η κατασκευή ολοκληρώθηκε, ο Φόκκερ αναζήτησε αμέσως έναν έμπειρο πιλότο που θα το δοκίμαζε στον αέρα.
Αρχίζοντας τις πρώτες περιπολίες πάνω από τις Γερμανικές γραμμές, έμαθε να εκμεταλλεύεται την ταχύτητα, την ευελιξία και τον γρήγορο ρυθμό ανόδου του Fokker, μελετώντας ταυτόχρονα και τις επιδόσεις των αντιπάλων του, ώστε να προσαρμόζει ανάλογα τις δικές του τακτικές. Συνήθιζε να ανεβαίνει στα 1.500 m –ένα ύψος που σπανίως άγγιζαν τα συμμαχικά αεροπλάνα- εκμεταλλευόμενος την κάλυψη των νεφών και την θέση του ήλιου για να επιτεθεί. Παρακολουθούσε το θύμα του και την κατάλληλη στιγμή βυθιζόταν στα νώτα του ρίχνοντας σύντομες ριπές από μικρή απόσταση.
Κάτω από συνθήκες άκρας μυστικότητας, δύο μοναδικά Fokker Eindecker χορηγήθηκαν στο αεροδρόμιο του Ντουαί, με τα οποία ο Μπαίλκε θα άρχιζε να εκπαιδεύει το προσωπικό. Ένας από τους πρώτους μαθητές του ήταν και ο Μαξ Ίμμελμαν (Max Immelmann), ένας νεοφερμένος συνομήλικος του, του οποίου η μοναδική διάκριση ήταν η καταστροφή τεσσάρων αεροσκαφών –όλα γερμανικά! Λεγόταν ότι ο Ίμμελμαν μέχρι τότε σπανίως προσγειωνόταν -τις περισσότερες φορές απλά…“επέστρεφε” στη βάση του με τα πόδια. Οι επιδόσεις του στη σκοποβολή δεν ήταν καλύτερες: κατά τη διάρκεια μίας εξάσκησης, από μία ριπή 60 βολίδων μόνο τρεις είχαν βρει τον στόχο!
Από τις πρώτες κιόλας εκπαιδευτικές περιπολίες, ο Μπαίλκε τον δίδαξε τα πλεονεκτήματα της συνεργασίας και του αιφνιδιασμού. Για τον Μπαίλκε η αερομαχία δεν έπρεπε να είναι ένας μεμονωμένος, ατομικός πόλεμος. Οι πιλότοι έπρεπε να ενεργούν και να μάχονται σαν ομάδα. Μία από τις πρώτες τακτικές που εφάρμοσε ήταν ο ρόλος του δεύτερου πιλότου ο οποίος ερευνούσε τον ουρανό και κάλυπτε τα νώτα τού αρχηγού του, όταν εκείνος είχε στραμμένη την προσοχή του στην καταδίωξη ενός αντιπάλου. Τον ρόλο αυτόν τώρα, θα τον έπαιζε ο Ίμμελμαν και προς μεγάλη έκπληξη τού Μπαίλκε, ήταν εκείνος που θα σημείωνε την πρώτη κατάρριψη με το νέο αεροσκάφος, την 1η Αυγούστου 1915. Έκτοτε οι δύο τους αποτέλεσαν ένα αχώριστο κυνηγετικό δίδυμο όπου ο ένας προστάτευε τον άλλο.
Στο έδαφος όμως, δάσκαλος και μαθητής δεν είχαν τίποτα κοινό. Την στιγμή που ο Μπαίλκε είχε αρχίσει να χάνει την φήμη του αντικοινωνικού συναδέλφου στριμώχνοντας πίσω από το κάθισμα του Fokker του όμορφες νοσοκόμες για να τους δώσει το…“βάπτισμα του αέρα”, ο “ασκητικός” μαθητής του απείχε από παρόμοιες εκδηλώσεις. Τα απογεύματα, όταν όλοι οι πιλότοι πήγαιναν στη λέσχη για να διασκεδάσουν και να παίξουν χαρτιά, ο Μπαίλκε ήταν ο πρώτος που καθόταν στο τραπέζι και ο τελευταίος που σηκωνόταν -πάντοτε κερδισμένος. Όπως ανακάλυψαν γρήγορα οι συνάδελφοί του, στην τράπουλα και στον αέρα ο Μπαίλκε ήταν πάντοτε ένας σιωπηλός και επικίνδυνος αντίπαλος.
Οι αυστηρές εντολές που είχε λάβει ο Μπαίλκε ήταν να μη πετάξει ποτέ με το μονοπλάνο πάνω από εχθρικό έδαφος. Ο αυτοματοποιημένος συγχρονιστικός μηχανισμός του πολυβόλου θεωρείτο το «μυστικό όπλο» της εποχής και οι Γερμανοί δεν διακινδύνευαν να αφήσουν ένα Fokker να πέσει στα χέρια του εχθρού. Ο Μπαίλκε όμως ήταν από την φύση του “κυνηγός” και ανυπομονούσε να προκαλέσει τον εχθρό μέσα στο ίδιο του το έδαφος. Στις 19 Αυγούστου κατέρριψε ένα μαχητικό Bristol πάνω από τις βρετανικές γραμμές, σημειώνοντας την πρώτη του νίκη με το Eindecker και την δεύτερη της σταδιοδρομίας του και μέσα στον επόμενο μήνα θα πρόσθετε άλλα δύο. Ήταν η έναρξη ενός φιλικού συναγωνισμού μεταξύ Μπαίλκε και Ίμμελμαν, που σύντομα θα τους καθιστούσε γνωστούς μέχρι την απέναντι πλευρά των γραμμών.
ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΟΥ BOELCKE
Ο Όσβαλντ Μπαίλκε ήταν αυτός που διατύπωσε πρώτος τους οκτώ βασικούς κανόνες των αεροπορικών συμπλοκών οι οποίοι αποτελούσαν το απαύγασμα της μαχητικής του εμπειρίας. Η εφαρμογή τους από τους Γερμανούς πιλότους των μαχητικών θα τους χάριζε την τακτική υπεροχή έναντι των αντιπάλων τους και θα τους καθιστούσε αξεπέραστους τόσο στον Α΄, όσο και στον Β΄ ΠΠ. Σε ότι αφορά στις τακτικές της κλειστής αερομαχίας και μόνο, όπου η οπτική επαφή μεταξύ των αντιπάλων εξακολουθεί να είναι καθοριστικός παράγων, οι κανόνες αυτοί ισχύουν ακόμα και στην σημερινή εποχή της υψηλής ηλεκτρονικής τεχνολογίας.
1. Πριν την επίθεση εκμεταλλεύσου όλα τα δυνατά πλεονεκτήματα. Αν είναι δυνατόν κράτα τον ήλιο πίσω σου.
2. Από την στιγμή που αρχίζεις μία επίθεση, πάντοτε να την ολοκληρώνεις.
3. Άνοιγε πυρ μόνο σε μικρή απόσταση και όταν ο αντίπαλος βρίσκεται ακριβώς στο στόχαστρό σου.
4. Κράτα διαρκώς τα μάτια σου στραμμένα στον αντίπαλό σου και μην απατάσαι από τεχνάσματα.
5. Σε οποιαδήποτε επίθεση είναι ζωτικό να επιτίθεσαι στα νώτα του αντιπάλου σου.
6. Όταν δέχεσαι επίθεση στα νώτα μην προσπαθείς να διαφύγεις. Γύρισε να την αντιμετωπίσεις.
7. Όταν βρίσκεσαι πάνω από εχθρικό έδαφος μην ξεχνάς ποτέ την οδό διαφυγής σου.
8. Να μάχεστε σε ομάδες των τεσσάρων ή των έξι. Όταν η μάχη διασπασθεί σε μεμονωμένες αερομαχίες, φροντίστε να μη βάλλετε εναντίον του ίδιου αντιπάλου.
MANFRED ALBRECHT FREIHERR VON RICHTHOFEN (2 MAY 1892 - 21 APRIL 1918)
ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΒΑΡΩΝΟΣ : Ο ΤΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΑΙΘΕΡΩΝ
Μάνφρεντ Φον Ριχτχόφεν - ο φοβερός «Κόκκινος Βαρώνος», ο πιλότος μύθος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο σπουδαιότερος Γερμανός αεροπόρος και άσος των καταδρομών κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν γνωστός με το προσωνύμιο «Κόκκινος Βαρώνος», εξαιτίας της αριστοκρατικής του καταγωγής και του χρώματος του αεροπλάνου του.
Γεννήθηκε στο Μπρεσλάου της Σιλεσίας (σήμερα ανήκει στην Πολωνία) στις 2 Μαΐου 1892. Ακολούθησε τη στρατιωτική καριέρα του πατέρα του και το 1912 ονομάστηκε υπίλαρχος. Πολέμησε με το Γερμανικό ιππικό στο ρωσικό μέτωπο κατά την έκρηξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και στη συνέχεια πήρε μέρος στην εισβολή στο Βέλγιο και τη Γαλλία. Όταν οριστικοποιήθηκε ο πόλεμος των χαρακωμάτων και το ιππικό πέρασε σε δεύτερη μοίρα, κατατάχθηκε στο πεζικό. Το 1915 μεταπήδησε στη νεοσύστατη πολεμική αεροπορία της Γερμανίας και το 1916 τοποθετήθηκε σε μονάδα μαχητικών αεροπλάνων ως πιλότος καταδιωκτικού.
Γρήγορα έγινε ο φόβος και ο τρόμος των αιθέρων. Στον ίδιο αποδόθηκε προσωπικά η κατάρριψη 80 εχθρικών αεροπλάνων από τις 16 Σεπτεμβρίου 1916 έως τις 20 Απριλίου 1918. Το σμήνος καταδιωκτικών το οποίο διοικούσε (Jagdgeschwader 1) αποκλήθηκε «Το ιπτάμενο τσίρκο του Ριχτόφεν», επειδή τα αεροπλάνα του είχαν ευφάνταστα διακοσμητικά σχέδια και ήταν βαμμένα σε κόκκινο βαθύ χρώμα.
O Κόκκινος βαρώνος, ξεκίνησε να εκπαιδεύεται σαν πιλότος πολεμικού αεροσκάφους. Αρχικά,πετούσε με αεροσκάφη "Άλμπατρος" (διπλάνα αεροσκάφη με κινητήρα mercedes 160 ίππων,και ένα πυροβόλο 7,62 χιλιοστών). Το αεροσκάφος αυτό ήταν δύο θέσεων, και ο Κόκκινος βαρώνος είχε συνήθως την θέση του παρατηρητή και του χειριστή του πυροβόλου. Αργότερα άρχισε να πιλοτάρει ο ίδιος τα "Άλμπατρος" αλλά σε εκείνες τις πρώτες πτήσεις του,χαρακτηρίζονταν από τους εκπαιδευτές του σαν ένας μέτριος πιλότος. Σιγά-Σιγά όμως άρχισε να συνηθίζει το αεροσκάφος και έτσι λίγο αργότερα (Απρίλιος 1916) πραγματοποίησε πάλι μια κατάρριψη, η οποία όμως για άλλη μια φορά δεν επιβεβαιώθηκε καθώς το Γαλλικό αεροσκάφος έπεσε πάλι πίσω από τις εχθρικές γραμμές.
Στα φρέσκα και συνάμα αρχικά δειλά βήματα του περασμένου αιώνα ένα γεγονός ήρθε να ρίξει ανάγωγα τη βαριά του σκιά. Ήταν ο Πρώτος Μεγάλος Πόλεμος που θα γνώριζε η ανθρωπότητα σε καθολική κλίμακα. Η καθιερωμένη ισορροπία δυνάμεων έμελλε να αλλάξει άρδην σχηματοποιώντας εκ νέου τον εύπλαστο «σκελετό» του πλανήτη. Όμως το κουβάρι της ιστορίας του παρόντος θέματος άρχισε να ξετυλίγεται μερικά χρόνια πριν σε ένα αρχοντικό κάπου στη Νότια Σιλεσία (σημερινή Πολωνία)...
ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ - Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ
Μια διόλου ευκαταφρόνητη οικογενειακή παράδοση στόλιζε το όνομα των Φον Ριχτχόφεν. Όλοι τους εξαίρετοι στρατιωτικοί είχαν καταφέρει το 1741 να πάρουν τον τίτλο του Βαρώνου από τον Μεγάλο Φρειδερίκο ως ανταμοιβή τόσο για την πίστη όσο και για τις υπηρεσίες τους προς τον Βασιλικό Οίκο του Βραδεμβούργου. Τελευταίο μέλος τους ο Επίλαρχος Άλμπερτ Φον Ριχτχόβεν ο οποίος ένα Μαγιάτικο πρωινό του 1892 απέκτησε διάδοχο στον οποίο δόθηκε το όνομα Μάνφρεντ Άλμπερτ.
Τόσο ο Μάνφρεντ όσο και τα δύο μικρότερα αδέρφια που τον ακολούθησαν(Λόθαρ και Κάρολος) έλαβαν από νωρίς την ανατροφή που επέτασσε η αριστοκρατική προέλευσή τους. Πάντως ο μεγάλος γιος της οικογένειας επέδειξε από μικρός ιδιαίτερη έφεση στο κυνήγι(λέγεται πως τα πρώτα του θηράματα ήταν τρία μικρά παπάκια τα οποία σκότωσε στο κήπο με ένα αεροβόλο) καθώς διέθετε πολύ καλό σημάδι αλλά και μια σπάνια κυνικότητα.
Σε ηλικία 13 ετών εγγράφεται στο στρατιωτικό κολέγιο του Βάλστατ αν και ο ίδιος όπως αργότερα εκμυστηρεύεται δεν επιθυμούσε ιδιαίτερα να γίνει στρατιωτικός. Χωρίς να ξεχωρίζει ιδιαίτερα στα μαθήματα σε αντίθεση με τις αθλητικές δραστηριότητες(ιδιαίτερα την ιππασία) αποφοιτά και εισάγεται στη Στρατιωτική Σχολή του Βερολίνου. Την τελειώνει το 1912 και λαμβάνοντας το βαθμό του Ανθυπίλαρχου τοποθετείται στο Σύνταγμα Ουλάνων που έδρευε στο Μπρεσλάου.
ΤΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Το επόμενο χρονικό διάστημα κυλά ήρεμα σχεδόν ανιαρά για το νεαρό αξιωματικό. Τυπικές περιπολίες στα γερμανορωσικά σύνορα και τίποτε παραπάνω έκαναν τον Μάνφρεντ που επιζητούσε την περιπέτεια να εύχεται να συμβεί κάτι ώστε να μπορέσει να εκπληρώσει όσα πρόσταζε το ένστικτό του. Αυτό το κάτι δεν άργησε να έρθει. Το 1914 ο Διάδοχος του αυστρουγγρικού θρόνου Φερδινάνδος και η σύζυγος του δολοφονούνται εν ψυχρώ από Σέρβο εθνικιστή στο Σεράγεβο. Η σπίθα που χρειαζόταν το ποτισμένο με βενζίνη φυτίλι του πολέμου στη Γηραιά Ήπειρο είχε πεταχτεί. Σύντομα η έκρηξη παρέσυρε όλα σχεδόν τα κράτη στη φοβερή δίνη των εχθροπραξιών.
Ήταν Αύγουστος του 1914 όταν ο Ριχτχόφεν συμμετείχε σε μια μικρή γιορτή που είχε οργανώσει μαζί με τους συναδέλφους του στα καταλύματά τους. Η ευχάριστη ατμόσφαιρα δεν κράτησε για πολύ καθώς την θρυμμάτισαν τα νέα για την κήρυξη του πολέμου με τη Ρωσία.
Η ΔΡΑΣΗ ΣΤΟ ΠΕΖΙΚΟ
Τον πρώτο καιρό ο άκαπνος υπίλαρχος οδηγούσε τους άντρες του(έναν ουλαμό Ουλάνων λογχοφόρων) περισσότερο σε αναγνωριστικές αποστολές. Σύντομα το Σύνταγμα στο οποίο υπηρετούσε μεταφέρθηκε στο Δυτικό Μέτωπο. Εκεί ο ρομαντικός ευγενής αντιλήφθηκε πως ο πόλεμος απέχει πολύ από την ιδεατή εικόνα που ο ίδιος είχε σχηματίσει. Οι επελάσεις του ιππικού που χαρακτήριζαν τους Ναπολεόντειους Πολέμους στους οποίους είχαν διακριθεί οι πρόγονοι του «σκόνταφταν» πάνω στα αναχώματα, τα συρματοπλέγματα και τα τεράστια πυροβόλα που έριχναν ομοβροντίες από μακρυά. Επιπροσθέτως στις πρώτες επιχειρησιακές επαφές διαπίστωσε πως η επιβίωση και η άτακτη φυγή υπερισχύουν της «δονκιχωτικής» αντίληψης περί αυτοθυσίας στο τίμιο πεδίο της μάχης.
Ψάχνοντας μια διέξοδο από τον κλοιό της στασιμότητας του πολέμου χαρακωμάτων τον οποίο ο ίδιος θεωρούσε ταπεινωτικό ζήτησε να μετατεθεί στη στρατιωτική αεροπορία χωρίς να γνωρίζει σχεδόν τίποτα για τα αεροπλάνα. Ο ανώτερος που ενέκρινε τη μετακίνηση χωρίς να το ξέρει μόλις είχε σφραγίσει τη δημιουργία ενός ήρωα.
ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ
Το καλοκαίρι του 1915 πέρασε για το Μάνφρεντ με εκπαίδευση στη θέση του ιπτάμενου παρατηρητή. Από τις πρώτες κιόλας πτήσεις το αεροπλάνο τον κέρδισε απόλυτα. Στον αέρα βρήκε την ελευθερία που αποζητούσε, μια ελευθερία που δεν μπορούσε να περιοριστεί από συρματοπλέγματα και διαταγές αναμονής του εχθρού. Λίγο αργότερα η γνωριμία του με τον Όσβαλντ Μπέλκε, το μεγαλύτερο μέχρι εκείνη τη στιγμή Γερμανό άσσο, τον ώθησε να εκπαιδευτεί και στο χειρισμό του αεροπλάνου.
Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΒΑΡΩΝΟΥ
Η νέα του βάση βρισκόταν στο Ντουαί, στην “καρδιά” του μετώπου, όπου το Βασιλικό Αεροπορικό Σώμα συνεχίζοντας τις επιθετικές τακτικές του εισχωρούσε σε μεγάλους αριθμούς μέσα στις γερμανικές γραμμές. Ο Ριχτχόφεν ήταν πρόθυμος να προσφέρει τα βλήματα, αν οι Άγγλοι προσέφεραν τα αεροπλάνα. Η παρουσίασή του στο Ντουαί συνέπεσε και με την άφιξη των νέων Albatros D.III –ο βελτιωμένος τύπος του D.II, του οποίου τα κυριότερα χαρακτηριστικά ήταν η μεγαλύτερη ταχύτητα και ο μεγαλύτερος ρυθμός ανόδου, σε συνδυασμό πάντα με την ευελιξία του προγόνου του.
Την Τρίτη 23 Ιανουαρίου ο Ριχτχόφεν οδήγησε για πρώτη φορά πέντε πιλότους της Jasta 11 στη μάχη, βρίσκοντας έναν αγγλικό σχηματισμό “Ωθητών” F.E.8 να σκορπούν την καταστροφή σε ένα σμήνος οκτώ γερμανικών αναγνωριστικών. Για την ακρίβεια, την καταστροφή την σκορπούσε ένας και μόνο πιλότος, ο υπολοχαγός Τζων Χαίυ Το πρώτο αναγνωριστικό έπεφτε φλεγόμενο από το πολυβόλο του και το παρακολουθούσε να αποχωρίζεται τα φτερά του λίγο πριν συντριβεί στο έδαφος. Ο Χαίυ κατευθύνθηκε αμέσως εναντίον ενός δεύτερου και το αποτέλειωσε τη στιγμή που τα Albatros ορμούσαν να σώσουν την κατάσταση. Ένα από τα F.E.8 έστρεψε να αντιμετωπίσει την επίθεση, όταν ο πιλότος του ανακάλυψε ότι το ένα και μοναδικό του πολυβόλο είχε μπλοκάρει.
Όπως και στην περίπτωση του Μπαίλκε, το επιτελείο αποσκοπούσε στην συγκρότηση μίας ακόμη μονάδας ελίτ και είχε δώσει στον Ριχτχόφεν την άδεια να στρατολογεί πιλότους της επιλογής του. Εκείνος με την εμπειρία του είχε ήδη ξεχωρίσει κάποιους πιλότους του οι οποίοι φαίνονταν να διαθέτουν το χάρισμα του “κυνηγού”. Ο Καρλ Αλλμενρέντερ (Karl Allmenroeder) και ο Σεμπάστιαν Φέστνερ (Sebastian Festner), αν και αρχάριοι φαίνονταν ταλαντούχοι. Από τους εμπειρότερους, ο Κουρτ Βολφ (Kurt Wolff) είχε πολεμήσει κι εκείνος πάνω από το Βερντέν στο πίσω κάθισμα ενός αναγνωριστικού, ενώ ο Καρλ-Έμιλ Σέφερ (Karl-Emil Schaeffer) ήταν ένας βετεράνος των χαρακωμάτων που τον Σεπτέμβριο του 1914 είχε τραυματιστεί βαριά στον αριστερό μηρό.
Οι άσχημες καιρικές συνθήκες του Φεβρουαρίου δεν έδωσαν πολλές ευκαιρίες για δράση, αλλά με το τέλος του μηνός ο Ριχτχόφεν είχε ήδη φτάσει τις 21 νίκες και η ταυτότητα του κόκκινου Albatros είχε γίνει γνωστή μέχρι την άλλη πλευρά των χαρακωμάτων. Οι πιλότοι του τον παρακάλεσαν να βάψουν και τα δικά τους αεροσκάφη με ανάλογους χρωματισμούς για να μην προσελκύει εκείνος τα πυρά του εχθρού. Ο βαρώνος δέχθηκε αφού αυτό φαινόταν να δρα ευεργετικά για το ηθικό των πιλότων, ενώ ταυτόχρονα βοηθούσε και στην αναγνώριση κατά τη διάρκεια της αερομαχίας.
Το όνομά του είχε γίνει το βασικό αντικείμενο της Γερμανικής προπαγάνδας. Ο τύπος και το επιτελείο δεν θα μπορούσαν να είχαν βρει καταλληλότερο πρόσωπο, ακόμα κι αν το είχαν παραγγείλει σε εργαστήριο βιογενετικής: ο τολμηρός, παρασημοφορημένος άσσος, γιός αριστοκρατικής οικογένειας, επιδέξιος μαχητής και διοικητής μίας διάσημης μονάδας (έστω κι αν επρόκειτο για “Τσίρκο”), ο Ριχτχόφεν αποτελούσε την εικόνα του ιδανικού πολεμικού ήρωα.
Η επίσκεψη κράτησε μόνο λίγες μέρες. Καθώς η μητέρα του τον αποχαιρετούσε από την πόρτα του σπιτιού, θυμήθηκε την εποχή που ο Μάνφρεντ έκανε τα πρώτα του βήματα στον αέρα -το 1915, όταν ακόμα ο πόλεμος βρισκόταν στην βρεφική ηλικία του ενός έτους. Τότε είχε εκπλήξει την μητέρα του με μία πρόταση εντελώς αντίθετη με τον χαρακτήρα του: «Μητέρα, δεν νομίζω ότι θα νικήσουμε σε αυτόν τον πόλεμο».
Επιστρέφοντας στο Ντουαί ασχολήθηκε πρωτίστως με την οργάνωση της Μοίρας. Σαν νέος διοικητής σε άγνωστο περιβάλλον, φρόντισε να επιβάλλει αμέσως την απαιτούμενη ψυχολογική απόσταση μεταξύ του εαυτού του και των υφισταμένων του προκειμένου να εξασκήσει την διοίκησή του με απόλυτη εξουσία. Συνήθως απέφευγε να συμμετέχει στα γλέντια των πιλότων στη λέσχη. Έπαιρνε ένα ποτό, γελούσε με κάποιο ανέκδοτο και δεν αρνείτο να καπνίσει ένα τσιγάρο αν το απαιτούσε η περίσταση, αλλά κατά κύριο λόγο πρόσεχε την υγεία του και προσπαθούσε να διάγει μία μετρημένη ζωή.
Τον Μάρτιο οι ουρανοί πάνω από το μέτωπο γέμισαν και πάλι με βρετανικά αεροπλάνα. Στις 9 του μηνός, παρά την χαμηλή νέφωση και την σποραδική χιονόπτωση, ο Ριχτχόφεν οδήγησε τους πιλότους του πάνω από την περιοχή της Λενς όπου υπήρχε πάντα αρκετό κυνήγι. Γρήγορα συνάντησαν έναν σχηματισμό μονοθέσιων F.E.8 τα οποία υπερτερούσαν αριθμητικά σχεδόν κατά το διπλάσιο: πέντε Albatros εναντίον εννέα βρετανικών. Οι δύο σχηματισμοί σκορπίστηκαν και τα αεροπλάνα άρχισαν το εναέριο μπαλέτο τους, καταδιώκοντας το ένα το άλλο.
Το F.E.8 δεν είχε κανένα σκοπό να εμπλακεί σε αερομαχία με το κόκκινο Albatros. Έπεσε σε ταχεία βύθιση και κατευθύνθηκε προς τις γραμμές του. «Αυτός ο άνθρωπος είναι χαμένος!», σκέφτηκε. Το ακολούθησε, έφτασε στα 50 m από την ουρά του και σημάδεψε ψύχραιμα. Λίγο πριν πατήσει τις σκανδάλες η λάμψη ενός εκκωφαντικού κρότου γέμισε ξαφνικά τον κόσμο του με κόκκινα άστρα. Η διαπεραστική μυρωδιά της βενζίνης άρχισε να τον κυκλώνει.
Από πάνω του, ένα άλλο αεροπλάνο έπεφτε τυλιγμένο στις φλόγες σαν ρουκέτα. Συνειδητοποίησε ότι γύρω του “έβρεχε” φλεγόμενα F.E.! Τέσσερα βρετανικά είχαν ήδη καταρριφθεί από τους πιλότους του. Άλλα τέσσερα έκαναν αναγκαστικές προσγειώσεις, και το τελευταίο, το ένατο, φλεγόμενο κι αυτό, κατάφερε να φτάσει μέχρι το έδαφος. Ο τραυματισμένος πιλότος του πήδηξε έξω πριν ακόμη οι τροχοί αγγίξουν το χώμα.
Ο Ριχτχόφεν όμως εκείνη τη στιγμή δεν πανηγύριζε για καμία νίκη, επειδή μία αδέσποτη ριπή τον είχε αναγκάσει να εγκαταλείψει τη μάχη. Με τον κινητήρα του νεκρό, κατάφερε να προσγειωθεί ομαλά σε ένα χωράφι. Με τις δύο δεξαμενές καυσίμου διάτρητες, ήταν τυχερός που δεν είχε καεί ζωντανός.
Την επόμενη μέρα, 10 Μαρτίου, προστέθηκε ένα νέο μέλος στο προσωπικό του “Τσίρκου” -ο κατά δύο έτη νεότερος αδελφός του Μάνφρεντ, ο Λόταρ φον Ριχτχόφεν (Lothar von Richthofen), άρτι αφιχθείς από την εκπαιδευτική μονάδα. Ο Μάνφρεντ σαν πραγματικός επαγγελματίας δεν θα έπαιρνε ποτέ στην μονάδα του έναν τόσο άπειρο πιλότο, έστω κι αν αυτός ήταν ο ίδιος του ο αδελφός. Οι “γαλονάδες” όμως στο Βερολίνο είχαν διαφορετική γνώμη. Αναζητώντας διαρκώς νέους ήρωες για την προπαγάνδα, μπορούσαν εύκολα να φανταστούν τον αντίκτυπο που θα είχαν ΔΥΟ φον Ριχτχόφεν που θα πολεμούσαν δίπλα-δίπλα.
Έχοντας ακολουθήσει την ίδια επαγγελματική πορεία με τον αδελφό του, ο 22χρονος Λόταρ είχε καταταγεί αρχικά στο ιππικό και κατόπιν μεταπήδησε στην αεροπορία, όπου μετά την 12μηνη υπηρεσία του στα αναγνωριστικά, μετατέθηκε στην Jasta 11 για να υπηρετήσει κάτω από τις διαταγές του αδελφού του. Περισσότερο εσωστρεφής ακόμα κι από τον Μάνφρεντ, ο Λόταρ θα εμπλεκόταν έκτοτε σε έναν διπλό πόλεμο: έναν αιματηρό εναντίον των Άγγλων και έναν ψυχολογικό εναντίον του εαυτού του.
Ο Μάνφρεντ, ο οποίος διακατεχόταν κι εκείνος από τα δικά του παρόμοια συμπλέγματα επιτυχίας, ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να μπει βαθύτερα στην ψυχολογία του αδελφού του, αλλά κι αν το είχε κάνει δεν θα άλλαζε τίποτα: στον οίκο των Ριχτχόφεν ήσουν ένοχος αν δεν ήσουν ο πρώτος. Στον Λόταρ συμπεριφερόταν όπως και σε οποιοδήποτε άλλο μέλος του προσωπικού του, φροντίζοντας μάλιστα να τον εφοδιάσει με ένα προσωπικό αντικείμενο “καλής τύχης”.
Ήταν ένα παλιό ζευγάρι δερμάτινα γάντια με τα οποία ο Μάνφρεντ είχε σημειώσει τις πρώτες επιτυχίες του. Ο Λόταρ, όπως και όλοι οι πιλότοι, είχε άμεση ανάγκη από κάποιο “γούρι”. Όταν βρισκόταν στο ιππικό χρησιμοποιούσε ένα μαστίγιο ιππασίας, το οποίο όμως τώρα έπρεπε να εγκαταλείψει λόγω της στενότητας του κόκπιτ.
Οι καταστάσεις στο έδαφος είχαν αρχίσει να οδηγούν στην αιματηρή “ισοπαλία” που χαρακτήριζε τις μάχες του Μεγάλου πολέμου. Οι Βρετανοί έχοντας υποστεί τραγικές απώλειες από τις συγκρούσεις των δύο τελευταίων ετών, σταμάτησαν για να αναδιοργανωθούν και να σχεδιάσουν την επόμενη αποτυχημένη επίθεσή τους. Οι Γερμανοί συνειδητοποιώντας ότι είχαν αγγίξει το μέγιστο της προέλασης που τους επέτρεπε το δυναμικό τους, αποφάσισαν να εξασφαλίσουν τα κέρδη τους κατασκευάζοντας την αμυντική γραμμή “Χίντεμπουργκ”, αν και ο ίδιος ο στρατάρχης δεν είχε συμβάλλει καθόλου στο σκάψιμο. Στον αέρα επικρατούσε εντελώς αντίθετη εικόνα.
Από τα μέσα Μαρτίου η Jasta 11 θα ξεκινούσε μία ανοδική πορεία η οποία θα άγγιζε την κορυφή της το καλοκαίρι. Στις 11 του μηνός οι άνδρες του Ριχτχόφεν αιφνιδίασαν έναν μεγάλο σχηματισμό βρετανικών αναγνωριστικών B.E.2, συνοδευόμενων από F.E.2. Ο βαρώνος επέλεξε ένα αναγνωριστικό εξαπολύοντας επάνω του μία ριπή 200 βολίδων, μέχρι που η άτρακτος του έσπασε στη μέση και καταποντίστηκε στο κενό μαζί με τους πιλότους του. Έξι μέρες αργότερα οι Βρετανοί άλλαξαν τακτική: εφόσον τα F.E.2 ήταν ανίκανα να προστατεύσουν τα αναγνωριστικά, αντέστρεψαν τους ρόλους αναθέτοντας την προστασία των μαχητικών σε αναγνωριστικά.
Στις 22 Μαρτίου, μετά την 29η νίκη του, προήχθη κατ’ επιλογή σε υπολοχαγό, σχεδόν μισό έτος πριν την σειρά του. Αντίστοιχα ο Μάρτιος προβιβάστηκε σε Απρίλιο ο οποίος έφερε μαζί του το Πάσχα και μία όμορφη άνοιξη. Δεν άνθισαν τα λουλούδια, αφού τίποτα δεν άνθιζε πλέον στα σεληνιακά τοπία της Γαλλίας εκτός από τον θάνατο, αλλά ήταν όμορφη αν κάποιος την έκρινε από την πλευρά των γερμανικών επιτυχιών. Από οποιαδήποτε άλλη άποψη η άνοιξη του 1917 ήταν μία τραγωδία.
Το πρωινό της Μεγάλης Δευτέρας, 2 Απριλίου, επικρατούσε χαμηλή νέφωση και βροχή, αλλά τέσσερις από τους πιλότους της Jasta 11 βρίσκονταν σε ετοιμότητα από τις 05.00. Τρεις ώρες αργότερα το τηλέφωνο χτύπησε: έξι B.E.2 κατευθύνονταν από Αρράς προς Ντουαί, τη βάση του Ριχτχόφεν. Με επικεφαλής τον Σέφερ, τα τέσσερα Albatros απογειώθηκαν αφήνοντας πίσω τους το κόκκινο αεροσκάφος του διοικητή τους, σταθμευμένο μπροστά σε ένα υπόστεγο να δέχεται τις περιποιήσεις των μηχανικών. Το σμήνος ανέβηκε στα 3.000 m και περιπολούσε επί μία ώρα χωρίς να βρίσκει τον βρετανικό σχηματισμό.
Ο Ριχτχόφεν δεν ήταν άνθρωπος που θα μπορούσε να μείνει στο κρεβάτι του όταν κάποιοι άλλοι συνάδελφοί του θα σημείωναν καταρρίψεις. Ακούγοντας τα αεροπλάνα του πρώτου σμήνους να απογειώνονται, ξύπνησε και απογειώθηκε, αν και δεν ήταν η σειρά του να πετάξει. Σύντομα ανακάλυψε ένα θρασύ Β.Ε.2 το οποίο του επιτέθηκε από μεγαλύτερο ύψος. Ο Ριχτχόφεν βεβαιώθηκε ότι δεν παραμόνευε κάποιο άλλο βρετανικό στην περιοχή και επιστράτευσε όλες τις αισθήσεις του για να ριχτεί στη μάχη. Το ευέλικτο και ταχύτερο Albatros δεν άργησε να βρεθεί στα νώτα του Β.Ε.2. Το βρετανικό ανέπτυξε απότομα ταχύτητα προσπαθώντας να διαφύγει πετώντας πάνω από τις κορυφές των δένδρων.
«ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΩ ΠΙΑ ΚΑΝΕΝΑΝ ΟΙΚΤΟ»
Στις 10.00 το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης, 5 Απριλίου 1917, τα έξι Biff απογειώθηκαν για την πρώτη τους επιθετική περιπολία πάνω από το μέτωπο. Κατεύθυνσή τους το αεροδρόμιο του Ντουαί. Δεν είχαν τεθεί συγκεκριμένοι στόχοι. Ήταν μία συνηθισμένη επιχειρησιακή αξιολόγηση του νέου αεροσκάφους. Ίσως και μία επίδειξη δύναμης, από αυτές που αντιπαθούσε ο Ριχτχόφεν.
Ο Bαρώνος εκείνη τη μέρα είχε την επίσκεψη ενός υψηλόβαθμου καλεσμένου, ο οποίος θα παρακολουθούσε τη μάχη με ένα τηλεσκόπιο από το αεροδρόμιο, από όπου θα είχε μία δραματική θέα των γεγονότων. Από το έδαφος, ωστόσο, το θέαμα δεν φάνηκε καθόλου δραματικό: οι δύο σχηματισμοί πλησίασαν ο ένας τον άλλο και τα αεροσκάφη άρχισαν να περιστρέφονται γύρω-γύρω σαν πουλιά ανήσυχα για την επερχόμενη καταιγίδα. Μετά από λίγο, χωρίς κανένα φανερό λόγο, τέσσερα από αυτά άρχισαν να κατρακυλούν προς το έδαφος σαν φθινοπωρινά φύλλα, αφήνοντας πίσω τους μαύρα, ελαιώδη ίχνη καπνού που λέκιαζαν τον ουρανό. Αυτό ήταν όλο.
Στον αέρα βέβαια τα πράγματα έδειχναν διαφορετικά. Μία ώρα μετά την απογείωσή τους, οι Βρετανοί βρήκαν αυτό που έψαχναν: πέντε Albatros σε “αιχμή βέλους”, κόκκινα και φανταχτερά πάνω στο φόντο της λευκής νέφωσης. Ο Ρόμπινσον έπραξε όπως τον συμβούλευσαν οι κατασκευαστές και δεν σκέφτηκε ποτέ να παραβεί τους κανόνες. Τα έξι αεροσκάφη άρχισαν να πυκνώνουν τον σχηματισμό τους, καθώς οι πολυβολητές περίμεναν τα εχθρικά μαχητικά να μπουν στο βεληνεκές τους. Όταν τα Albatros έφτασαν στην κατάλληλη απόσταση, οι πολυβολητές άνοιξαν πυρ ταυτόχρονα.
Τρεις βολίδες σφηνώθηκαν στα πλευρά του πολυβολητή και οι υπόλοιπες συνέχισαν την πορεία τους διαπερνώντας το κόκπιτ. Ο ήχος της ριπής που έσκιζε το ύφασμα της ατράκτου τρομοκράτησε τον Άνταμς και ενστικτωδώς έριξε τα χειριστήρια σε μία πλευρά για να ξεφύγει. Ένιωσε το αόρατο χέρι της φυγοκέντρου να τον πετάει στην αντίθετη πλευρά, καθώς το B.F.2 προσπάθησε να εκτελέσει κάποιον ακροβατικό ελιγμό. Ταλαντεύτηκε δεξιά-αριστερά ανάμεσα στα υπόλοιπα και αυτό σήμανε το τέλος του κλειστού σχηματισμού. Ο Ρόμπινσον προσπάθησε να συγκεντρώσει πάλι τους πιλότους του ρίχνοντας μία κίτρινη φωτοβολίδα, πράγμα που τον εμπόδισε να δει το Albatros του Φέστνερ που ερχόταν από πίσω.
Το είδε όμως ο πολυβολητής του ο οποίος εκείνη τη στιγμή προσπαθούσε να αλλάξει γεμιστήρα. Η ριπή των δύο Spandau τον απάλλαξε από τον κόπο. Το Bristol του ανθυπολοχαγούς Λέκερ διέγραψε έναν κύκλο περιμένοντας τα υπόλοιπα να ενωθούν και να καλύψουν τα κενά του σχηματισμού. Ο πολυβολητής του στριφογύριζε το Lewis ρίχνοντας ριπές δεξιά-αριστερά, για να απομακρύνει τα περιφερόμενα Albatros. Όταν τα τέσσερα Biff ενώθηκαν δεν τόλμησαν ούτε να κουνηθούν από τη θέση τους, γεγονός που διευκόλυνε την δουλειά των Γερμανών.
Στις 7 Απριλίου ο Ριχτχόφεν οδήγησε άλλους τέσσερις πιλότους του εναντίον έξι Nieuport 17 της 60ης Μοίρας, μία από τις καλύτερες του Βασιλικού Αεροπορικού Σώματος. Αυτό δεν άλλαξε σε τίποτα την κατάσταση: δύο καταρρίφθηκαν και άλλα τρία υπέστησαν βαριές ζημιές, χωρίς καμία γερμανική απώλεια. Ο Ριχτχόφεν είχε συμπληρώσει την 37η νίκη του με ένα φλεγόμενο Nieuport. Τα περισσότερα από τα θύματα του βαρώνου ήταν συνήθως “πυρσοί”. Η αύξηση της έντασης του πολέμου είχε αρχίσει να γεννά μέσα του μία βαναυσότητα η οποία φαινόταν να τον καταλαμβάνει ολοκληρωτικά.
Την ίδια εκείνη ημέρα, 7 Απριλίου, Μεγάλο Σάββατο, του ανακοινώθηκε και η προαγωγή του σε ίλαρχο (Rittmeister), εφόσον εξακολουθούσε ακόμη να ανήκει επίσημα στο ιππικό. Από εκείνη τη στιγμή και μετά η λέξη «Ίλαρχος» στη Γερμανική Αεροπορία θα ταυτιζόταν αναπόσπαστα με το πρόσωπο του.
Ο Ριχτχόφεν δεν ήταν αυτό που θα αποκαλούσε κανείς “γεννημένος πιλότος”. Δεν ένιωθε κανένα ιδιαίτερο πάθος για την πτήση, ούτε του δημιουργούσε κάποιο ξεχωριστό συναίσθημα. Πετούσε απλά λόγω της αίσθησης του καθήκοντος. Ο ίδιος, όπως είχε ομολογήσει, θα προτιμούσε πολύ περισσότερο να ήταν ιππέας, παρά πιλότος. Το μόνο που απολάμβανε στην αερομαχία ήταν η έξαψη της μονομαχίας. Οι πτητικές του ικανότητες δεν διακρίνονταν από φαντασία.
Στις 13 του μηνός ένας ακόμα εχθρικός σχηματισμός έξι διθέσιων εμφανίστηκε πάνω από την περιοχή του Ντουαί, το οποίο είχε γίνει η έμμονη ιδέα των Βρετανών. Η Jasta 11 εμφανίστηκε και πάλι με το κόκκινο Albatros να ηγείται άλλων πέντε. Η αερομαχία ήταν τόσο σύντομη που θα μπορούσε να μετρηθεί σε δευτερόλεπτα. Όταν οι Γερμανοί επέστρεψαν στη βάση τους, τα έξι βρετανικά κείτονταν όλα κατεστραμμένα στο έδαφος. Από τους δώδεκα πιλότους, είχαν επιζήσει μόνο δύο. Όταν η αδιάκοπη σειρά των επιτυχιών τού Ριχτχόφεν άγγιξαν τις 41 οι επιτελείς άρχισαν να σκέπτονται σοβαρά το ενδεχόμενο της απομάκρυνσης του από την επιχειρησιακή δράση, όπως είχε γίνει και στην περίπτωση του Μπαίλκε.
Στις 29 Απριλίου ξεπέρασε ακόμα και τις δικές του προσδοκίες καταρρίπτοντας τέσσερα αεροπλάνα σε μία ημέρα. Πετώντας με τον αδελφό του και τον Βολφ, το σμήνος των Albatros επιτέθηκε σε τρία Spad της 19ης Μοίρας. Επικεφαλής του βρετανικού σμήνους ήταν ο πεπειραμένος ταγματάρχης Χάρβεϋ-Κέλλυ (Harvey-Kelly) –το αεροσκάφος του ήταν το πρώτο που είχε πατήσει σε γαλλικό έδαφος τον Αύγουστο του 1914. Ο διοικητής της Πτέρυγας, με τυπικό βρετανικό φλέγμα, είχε διατάξει τον Χάρβεϋ-Κέλλυ να ηγηθεί μίας περιπολίας: «Έχω ακούσει ότι το “Τσίρκο” του Ριχτχόφεν κυκλοφορεί πάνω από το Ντουαί. Καλό θα ήταν να του κάνουμε μία έκπληξη με τρία Spad!».
Αρκετά χιλιόμετρα μακρύτερα, στη βάση της 19ης Μοίρας, ο υποστράτηγος Τρέντσαρντ είχε γευματίσει χωρίς ακόμα να έχει επιστρέψει ο Χάρβεϋ-Κέλλυ. Σηκώθηκε διακριτικά μαζί με τον υπασπιστή του και σπάζοντας τη σιωπή μίας ηλεκτρισμένης ατμόσφαιρας, είπε «Πείτε στον ταγματάρχη ότι λυπήθηκα πολύ που δεν τον είδα». Ο τόνος της φωνής του όμως δεν άφηνε περιθώρια για αμφιβολίες: κανείς δεν θα τον έβλεπε ξανά. Στην πραγματικότητα ο Χάρβεϋ-Κέλλυ ήταν ζωντανός, αλλά όχι για πολύ ακόμα. Κειτόταν βαριά τραυματισμένος, κάπου πίσω από τις γερμανικές γραμμές και αργότερα θα υπέκυπτε στα τραύματά του.
Οι άνδρες του βαρώνου επέστρεψαν, ανεφοδιάστηκαν, πήραν ένα αναψυκτικό και απογειώθηκαν πάλι για να συναντήσουν ένα σχηματισμό απροστάτευτων F.E.2 τα οποία βρίσκονταν σε φωτογραφική αποστολή. Η λήψη φωτογραφιών ήταν εύκολη δουλειά αν ο πιλότος κρατούσε το αεροσκάφος σε σταθερή και ευθεία πορεία. Αν δεχόσουν επίθεση οι ελιγμοί δεν είχαν και μεγάλη αξία: κατέστρεφαν τη φωτογραφία και εκνεύριζαν τα Albatros. Ο Βολφ έριξε το πρώτο. Το θύμα του Ριχτχόφεν άναψε σαν λαμπάδα και οι πιλότοι βούτηξαν στο κενό για να κερδίσουν έναν ακαριαίο θάνατο. Και η μέρα δεν είχε τελειώσει ακόμα…
Δύο ώρες αργότερα η Jasta 11 βρισκόταν και πάλι στον αέρα για μία τελευταία απογευματινή περιπολία. Στις 19.00 εντόπισαν δύο B.E.2 που καθοδηγούσαν τις βολές του βρετανικού πυροβολικού. Μόλις ο Μάνφρεντ κατέρριψε το δικό του, παρακολούθησε τον Λόταρ να καταρρίπτει το άλλο. Ο Βρετανός πιλότος είχε σκοτωθεί ακαριαία από μία βολίδα στο κεφάλι. Το αεροπλάνο σήκωσε ξαφνικά το ρύγχος του και βυθίστηκε διπλώνοντας προς τα πίσω τα φτερά του, το ένα μετά το άλλο.
Ο Ματωμένος Απρίλης είχε φτάσει στο τέλος του. Είχε κοστίσει στους Βρετανούς 360 πιλότους και 245 αεροσκάφη. Το κόκκινο Albatros, ο Ριχτχόφεν και το “Τσίρκο” του, βρίσκονταν στα χείλη όλων. Η αποτελεσματικότητα του σαν διοικητού και η συνεισφορά του στην μεγάλη αυτή νίκη, ήταν καταφανής: η Jasta 11 είχε αποδειχθεί η επιτυχέστερη Μοίρα με 90 καταρρίψεις για την απώλεια δύο πιλότων της.
Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΣΣΟΥ
Τον Αύγουστο του 1916 ο Κόκκινος βαρώνος πέταξε για λίγο στο Ανατολικό μέτωπο (Ρωσία) για να επιστρέψει ξανά στις μάχες του Δυτικού μετώπου όπου για ακόμα μια φορά πάνω από την Γαλλική πόλη Καμπρέ (Cambrai), πραγματοπίησε την πρώτη επιβαιβεωμένη του κατάρριψη εναντίον ενός Γαλλικού Διπλάνου Νιούπορτ (Nieuport). Από εδώ και μετά θα ξεκινούσε η απίστευτη και Θρυλική πορεία του Κόκκινου βαρώνου.Κάθε φορά που απογειώνονταν με το αεροσκάφος του,γίνονταν ο φόβος και ο τρόμος των αντιπάλων του.
Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΣΤΙΣ ΑΕΡΟΜΑΧΙΕΣ
Η Τεχνική που χρησιμοποιούσε ο Κόκκινος Βαρώνος εναντίον των αντιπάλων του στον αέρα,δεν ήταν επιθετική αλλά και ούτε ασυνήθιστη. Αντιθέτως κρατούσε αμυντική τακτική,προσπαθώντας αρχικά να αποφεύγει τις επιθέσεις των αντιπάλων του, και στην συνέχεια να τους κυνηγάει, όταν του δινόταν η ευκαιρία, αδυσώπητα.Φρόντιζε πάντα όταν πραγματοποιούσε επίθεση, εναντίον ενός εχθρικού αεροσκάφους, να έχει τον ήλιο πίσω του και να επιτίθεται από μπροστά και από πάνω. Όταν πυροβολούσε εναντίον των στόχων του, φρόντιζε να στοχεύει πρώτα τους κινητήρες των εχθρικών αεροσκαφών.
ΥΠΟ ΤΟΝ ΜΠΑΙΛΚΕ
Το γεγονός πως το νεότευκτο αεροπορικό σώμα θεωρείτο ιδιαίτερα κρίσιμο για την έκβαση του πολέμου ήταν κάτι που βόλευε πολύ το φιλόδοξο ευγενή. Ήξερε πως εκεί μπορούσε πολύ πιο εύκολα απ'ότι στο πεζικό να κατακτήσει κάποιο μετάλλιο τιμής.
Έχοντας την τύχη από την αρχή της «σταδιοδρομίας» του να πετά πλάι στον Όσβαλντ Μπέλκε ο οποίος τον είχε επιλέξει προσωπικά για τη δική του Μοίρα και με την ύπαρξη φυσικά του αστείρευτου ταλέντου του οι πρώτες καταρρίψεις δεν άργησαν να έρθουν. Απέναντι στους ιπτάμενους του Μπέλκε δεν ήταν οποιοσδήποτε εχθρός αλλά η φημισμένη Βρετανική αεροπορία κάτι που έκανε τις εναέριες αναμετρήσεις ακόμη πιο αμφίρροπες.
Ο Ριχτχόφεν συνήθιζε να παραγγέλνει ένα ασημένιο κύπελλο για κάθε του κατάρριψη(λέγεται μάλιστα πως σταμάτησε στα 60 καθώς ο κατασκευαστής ξέμεινε από πρώτη ύλη). Μόλις όμως είχε δώσει την παραγγελία για το πέμπτο συνέβη κάτι που συντάραξε όχι μόνο ολόκληρη τη γερμανική αεροπορική δύναμη αλλά ίσως και ολόκληρη τη χώρα. Στις 28 Οκτωβρίου κατά τη διάρκεια μιας αποστολής πάνω από τη Γαλλική κωμόπολη του Φλερ μια μοίρα βρετανικών καταδιωκτικών ενεπλάκη με την ομάδα του Μπέλκε. Το αεροσκάφος του Γερμανού διοικητή σε μια ανύποπτη στιγμή συγκρούστηκε ελαφρά με ένα φίλιο αεροπλάνο με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο και να πέσει σε περιδίνηση. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα καρφώθηκε στο έδαφος όπου ο διάσημος πιλότος σκοτώθηκε ακαριαία.
Με τη θέση του «καλύτερου» να χηρεύει η ανάγκη για έναν νέο ήρωα ήταν επιτακτική.
Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΒΑΡΩΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ
Όσο ο πόλεμος συνεχιζόταν τόσο αυξάνονταν και οι επιτυχίες για τον Ριχτχόφεν. Έχοντας πλέον στις αρχές του 1917 φτάσει τις 16 καταρρίψεις κι έχοντας τιμηθεί με την υπέρτατη στρατιωτική διάκριση του μεταλλίου «Pourla Merite» (για την Τιμή) ο 25χρονος Μάνφρεντ ήταν ο καλύτερος εν ζωή πιλότος και παράλληλα ένας ζωντανός θρύλος του γερμανικού στρατού.
Αναλαμβάνοντας τη διοίκηση της μοίρας Jasta 11 διέταξε το προσωπικό του Albatros D.III να βαφτεί κατακόκκινο. Επιλέγοντας ένα χρώμα που τραβά κατευθείαν το μάτι και του στερούσε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού στις αερομαχίες θα έλεγε κανείς πως δυσκόλευε το έργο του. Όμως ο φόβος και η νευρικότητα που θα ένιωθαν οι Βρετανοί πιλότοι όποτε έβλεπαν από εδώ και πέρα το ερυθρό σκάφος θα αντιστάθμιζαν κατά πολύ αυτές τις δυσκολίες. Εκμεταλλευόμενος τη δύναμη της προπαγάνδας που έψαχνε για έναν ήρωα ο Ριχτχόφεν μετέτρεψε την αεροπορική μοίρα του σε πρότυπη φέρνοντας εκεί τους καλύτερους χειριστές (Σάφερ, Βολφ κλπ) που υπό την ηγεσία του κι εκείνοι μετατρέπονταν σε άσσους.
Η άνοιξη που ακολούθησε χαρακτηρίστηκε από τις μεγάλης έκτασης μάχες σε όλες τις πλευρές του μετώπου αλλά και από τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό των θυμάτων του «Κόκκινου Βαρώνου» ο οποίος μόνο τον Απρίλη υπολογίζεται πως κατέρριψε 22 εχθρικά αεροσκάφη. Έχοντας φτάσει πλέον τις 52 καταρρίψεις ο φημισμένος πιλότος έγινε δεκτός από τον ίδιο τον Κάιζερ που τον συνεχάρη ενώ πλήθος εκδηλώσεων στήθηκε προς τιμήν του. Η ανάγκη για έναν ήρωα που λέγαμε φαίνεται πως είχε ικανοποιηθεί με τον καλύτερο τρόπο.
Η ΑΝΑΣΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Η γερμανική προέλαση συνεχιζόταν με πρωτοφανείς ρυθμούς. Τα βρετανικά στρατεύματα υποχωρούσαν αφήνοντας πίσω τους 90.000 αιχμαλώτους και τεράστια ρήγματα στη γραμμή του μετώπου. Οι Γάλλοι έριχναν τις τελευταίες εφεδρείες τους στη μάχη για να σώσουν ότι ήταν δυνατόν να σωθεί. Οι βροχές συνεχίστηκαν για το τετραήμερο 16-19 Απριλίου, αλλά στις 20 ο Ριχτχόφεν οδήγησε και πάλι τους άνδρες του σε μία απογευματινή περιπολία. Στις 18.40 τα έξι τριπλάνα συνεπλάκησαν με έναν υπεράριθμο σχηματισμό Camel. Τα αεροπλάνα σκορπίστηκαν αρχίζοντας να αναμιγνύονται ελισσόμενα, το ένα πίσω από το άλλο. Βλέποντας έναν πιλότο του να κινδυνεύει, ο Ριχτχόφεν έσπευσε να τον σώσει μπαίνοντας πίσω από την ουρά του βρετανικού.
Η επιστροφή ήταν θριαμβευτική: το κατακόκκινο Fokker κατέβηκε σε χαμηλό ύψος πετώντας πάνω από τα κεφάλια των Γερμανών στρατιωτών κουνώντας τα ακροπτερύγια σε ένδειξη χαιρετισμού. Εκείνοι, αναγνωρίζοντας αμέσως το χαρακτηριστικό αεροσκάφος και έχοντας προσέξει το φλεγόμενο Camel να συντρίβεται στο έδαφος, πετάχτηκαν όρθιοι ζητωκραυγάζοντας τον ήρωά τους, τινάζοντας τα κράνη τους στον αέρα.
Ήταν ο τελευταίος χαιρετισμός του. Ήταν η 80η και τελευταία νίκη του -η τελευταία φορά που θα ένιωθε τόσο ολοκληρωμένος σαν μαχητής. Μόλις κατέβηκε από το αεροπλάνο του κτύπησε ενθουσιασμένος τα χέρια του: «Μα τω Θεώ! Ογδόντα! Αυτός είναι ένας αξιοπρεπής αριθμός!». Με τις διπλάσιες ακριβώς καταρρίψεις από εκείνες του ειδώλου του, ο Μάνφρεντ φον Ριχτχόφεν είχε αγγίξει το ζενίθ της σταδιοδρομίας του.
Η Κυριακή 21 Απριλίου ξημέρωσε με μία βαριά, γκρίζα ομίχλη να καλύπτει τα πάντα. Στο αεροδρόμιο της JG1 επικρατούσε μία τεταμένη ατμόσφαιρα την οποία οι πιλότοι προσπαθούσαν υποσυνείδητα να καταπνίξουν με εύθυμα πειράγματα. Ο Ριχτχόφεν αισθανόμενος την νευρικότητά τους, τούς άφησε να εκτονωθούν, συμμετέχοντας κι εκείνος στις “πλάκες” τους. Γελούσε ακόμη κι όταν είδε τον αγαπημένο του σκύλο, τον Μόριτς, να τρέχει πανικόβλητος με μία σειρά κονσερβοκούτια δεμένα στην ουρά του –κάτι ανεπίτρεπτο σε άλλες περιπτώσεις, αλλά εκείνη τη μέρα είχαν κάθε λόγο να γιορτάζουν τον μαγικό αριθμό των 80 καταρρίψεων του διοικητή τους. Ακόμη κι ο ίδιος δεν μπορούσε να το πιστέψει.
Ένας ισχυρός και σπάνιος για την περιοχή ανατολικός άνεμος άρχισε να διαλύει την ομίχλη και στις 10.30 το τηλέφωνο κτύπησε για πρώτη φορά: βρετανικά αεροσκάφη πλησίαζαν τις γραμμές. Ένα σμήνος δέκα τριπλάνων της Jasta 11 απογειώθηκαν αμέσως κάτω από την ηγεσία του βαρώνου και σύντομα συναντήθηκαν με βρετανικά Camel πάνω από την περιοχή του Σωμ. Δύο από τους άνδρες του, ο υπολοχαγός Κάργιους και ο ανθυπολοχαγός Χανς Βολφ, ενεπλάκησαν αμέσως με τρία βρετανικά, ενώ εκείνος άρχισε να καταδιώκει ένα τέταρτο με σποραδικές ριπές.
Μία ριπή 20 βολίδων θέρισε την άτρακτο και τα φτερά του Βολφ στέλνοντας το τριπλάνο σε έναν βίαιο, κλειστό ελιγμό διαφυγής. Τα Camel είχαν ανασυνταχθεί και επιτίθονταν πάλι. Κυκλωμένοι από υπεράριθμους αντιπάλους και με τον ανατολικό άνεμο να τους έχει ήδη παρασύρει δυτικά, οι Γερμανοί πιλότοι άρχισαν να ελίσσονται μανιασμένα για να σώσουν τη ζωή τους. Με την πρώτη ευκαιρία απεμπλάκησαν από τη μάχη και διέφυγαν στα ανατολικά. Όταν προσγειώθηκαν δεν έλειπε κανείς –κανείς εκτός από τον Ριχτχόφεν…
Το Camel απομακρύνθηκε στα αριστερά και ο Ριχτχόφεν φάνηκε να συνεχίζει την καταδίωξη, ασυγκίνητος από τον αιφνιδιασμό, αλλά εκείνη τη στιγμή άρχισε να δέχεται πυρά από το έδαφος. Το τριπλάνο άλλαξε γνώμη και έστριψε δεξιά σαν να ήθελε να εγκαταλείψει τη ριψοκίνδυνη καταδίωξη. Τα πυρά από το έδαφος πύκνωσαν. Μία και μοναδική βολίδα βρήκε τον Ριχτχόφεν στο δεξιό πλευρό, διαπέρασε την καρδιά και βγήκε από το αριστερό του στήθος.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΒΡΕΤΑΝΟΥ ΑΣΣΟΥ
Τις 23 Νοεμβρίου του 1916, σε μια επική αερομαχία στο Δυτικό μέτωπο, ο Κόκκινος Βαρώνος κατάφερε και κατέρριψε τον βασικό Βρετανό ανταγωνιστή του -και επίσης άσσο του Α' παγκοσμίου πολέμου-, τον Τζόρτζ Χώκερ (George Hawker). Ο Κόκκινος Βαρώνος πετούσε με το αγαπημένο του "Άλμπατρος DII", ενώ ο Βρετανός άσσος με ένα DH2 (διπλάνο 2 θέσεων,με κινητήρα 100 ίππων και με ένα πυροβόλο 7,7 χιλιοστών).
Ο ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟΣ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΒΑΡΩΝΟΥ
Τον Ιούλιο του 1917 ο Κόκκινος Βαρώνος είχε εμπλοκή σε μια αερομαχία πάνω από το Βέλγιο (Φλάνδρα) μ' ένα "εχθρικό" Βρετανικό αεροσκάφος S.E.2 (διπλάνο, με κινητήρα 250 ίππων, εφοδιασμένο με ένα πυροβόλο 7,7 χιλιοστών). Καθώς ο Βαρώνος πραγματοποιούσε έναν ελιγμό αποφυγής,δέχεται τα πυρά του Βρετανικού αεροσκάφους,και μια σφαίρα τον βρίσκει στο κεφάλι. Προσωρινά χάνει τις αισθήσεις του και το αεροσκάφος ξεκινάει μια ιλιγγιώδης πτώση,ευρισκόμενο σε απώλεια στήριξης.
ΣΤΗΝ ΕΝΕΡΓΟ ΔΡΑΣΗ - Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ
Μετά και από τον τραυματισμό του η φήμη του Κόκκινου βαρώνου έγινε μεγαλύτερη στην Γερμανία, όπου θεωρούνταν ένας "Ήρωας". Σ' αυτό συνετέλεσε και η Γερμανική Προπαγάνδα, που διέδιδε φήμες πως οι Εχθροί των Γερμανών (Γάλλοι, Βρετανοί, Ρώσοι) δεν μπορούσαν να σκοτώσουν τον Κόκκινο Βαρώνο, παρά το γεγονός πως υπόσχονταν στους πιλότους τους, τεράστιες αμοιβές και παράσημα για να το κάνουν.
Τις 21 Απριλίου του 1918, ο Κόκκινος Βαρώνος έχοντας επιστρέψει στην ενεργό δράση,εμπλέκεται σε μια αερομαχία πάνω από τον ποταμό Σόμ (Somme), της βόρειας Γαλλίας, μ' ένα Βρετανικό μαχητικό Κάμελ (Sopwith Camel - διπλάνο, μονοθέσιο, με κινητήρα 150 ίππων, και δυο πυροβόλα Βίκερς 7,7 χιλιοστών). Σ' αυτήν την αερομαχία ο Κόκκινος Βαρώνος, βρίσκονταν σε πλεονεκτική θέση και ουσιαστικά "κυνηγούσε" το "Κάμελ". Τα δυο αεροσκάφη βρίσκονταν σε πολύ χαμηλό ύψος,μέσα σε έδαφος που έλεγχαν οι Σύμμαχοι (Αυστραλοί), όταν ένα τρίτο Βρετανικό αεροσκάφος "Καμελ" προσπάθησε να σώσει το πρώτο (το οποίο κυνηγούσε ο Κόκκινος Βαρώνος).
ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ ΤΕΛΟΣ
Το φθινόπωρο του 1917 βρήκε τον Ριχτχόφεν να έχει ξεπεράσει το σοβαρό τραυματισμό στο κεφάλι κατά τη διάρκεια μιας αποστολής, έτοιμο να δοκιμάσει το νέο γερμανικό τριπλάνο Fokker Dr.1. Μέχρι τα Χριστούγεννα είχε πετύχει την 63η νίκη του.
Οι αρχές του 1918 βρήκαν τον Μάνφρεντ αλλά και τον Λόθαρ Ριχτχόφεν να διατάσσονται να παρευρεθούν στο Μπρεστ-Λιτόφσκ όπου διεξάγοντο οι ειρηνευτικές συνομιλίες με τα ρωσικά σοβιέτ που πλέον βρίσκονταν στην εξουσία. Η παρουσία των «ηρώων» είχε να κάνει με την ενίσχυση του κύρους της γερμανικής πλευράς. Αργότερα ο Μάνφρεντ χρησιμοποιήθηκε από την ηγεσία για την αποτροπή απεργιών στα αστικά κέντρα. Το κύρος του αδιαμφισβήτητο προσέδιδε ιδιαίτερη βαρύτητα στα λεγόμενά του.
Επιστρέφοντας στα πολεμικά του καθήκοντα στο Δυτικό Μέτωπο το Μάρτιο έφτασε τις 74 καταρρίψεις.
Ο Απρίλης συνεχίστηκε το ίδιο φονικά τόσο στο έδαφος με τη μεγάλη γερμανική επίθεση όσο και στον αέρα. Ο Ριχτχόφεν όλο αυτό τον καιρό είχε χάσει πολλούς φίλους και είχε κινδυνεύσει ουκ ολίγες φορές.
Όμως όπως για όλους έρχεται κάποια στιγμή η ώρα που δεν θα ακολουθηθεί από άλλη έτσι ήρθε και για τον «ακατάρριπτο Κόκκινο Βαρώνο». Το ημερολόγιο έγραφε 21 Απριλίου όταν η Jasta 11 απογειώθηκε για να αναχαιτίσει βρετανικά αεροσκάφη. Σε κάποια ανύποπτη στιγμή οι άντρες του Ριχτχόφεν τον είδαν να καταδιώκει ένα εχθρικό αεροσκάφος πάνω από τον ποταμό Σομ κατά μήκος των εχθρικών γραμμών. Ήταν η τελευταία φορά που θα τον έβλεπαν ζωντανό. Λίγη ώρα αργότερα ένα τραύμα στην πλάτη από βολίδα θα του έκοβε το νήμα της ζωής. Η κατάρριψη έχει αποδοθεί στον Λοχαγό Μπράουν αλλά αυτό δεν είναι επιβεβαιωμένο καθώς μια άλλη εκδοχή θέλει η μοιραία βολή να επήρθε από επίγεια πυροβολαρχία(Αυστραλιανή ή Βρετανική).
Γεγονός είναι πως αρχικά οι Γερμανοί δεν μπορούσαν να δεχτούν πως ο τρομερός πιλότος είχε σκοτωθεί. Πίστευαν πως είχε αναγκαστεί να προσγειωθεί σε εχθρικό έδαφος και πως κρατείτο αιχμάλωτος. Λίγες ημέρες αργότερα οι Βρετανοί έριξαν ένα μήνυμα στις βρετανικές γραμμές που κατέγραφε την είδηση του θανάτου καθώς και φωτογραφίες από την νεκρώσιμη τελετή η οποία ήταν αντάξια του πραγματικά μεγάλου αντιπάλου τους.
Το τελευταίο επεισόδιο γράφτηκε αρκετά μετά την επίσημη λήξη του πολέμου όταν στα 1925 η σωρός ανακτήθηκε από το γαλλικό Φρικούρ για να μεταφερθεί στο νεκροταφείο Ινβαλιντενφρίενχοφ του Βερολίνου όπου πλήθος παρελθόντων ηγετών και ηρώων πολέμου είχε ταφεί (πάντως το 1975 μετακινήθηκε για τελευταία φορά στον οικογενειακό τάφο στο Βισμπάντεν).
ΠΟΙΟΣ ΤΕΛΙΚΑ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ ΚΟΚΚΙΝΟ ΒΑΡΩΝΟ - ΟΙ ΘΕΩΡΙΕΣ
Υπάρχουν πολλές θεωρίες σχετικά με το ποιος τελικά σκότωσε τον Κόκκινο Βαρώνο. Συγκεκριμένα ποτέ δεν μπόρεσε να διευκρινησθεί από πού ακριβώς προήλθε η σφαίρα που τον χτύπησε στο στήθος. Όπως αναφέραμε ο Κόκκινος Βαρώνος κυνηγούσε ένα Βρετανικό αεροσκάφος,μέσα σε "εχθρική" περιοχή όταν ένα άλλο Βρετανικό αεροσκάφος ήρθε από πίσω και από πάνω και προσπάθησε να βοηθήσει το πρώτο. Παρ' όλα αυτά ο Κόκκινος Βαρώνος απέφυγε τα πυρά του δεύτερου αεροσκάφους, και συνέχισε να καταδιώκει το πρώτο. Εκείνη την στιγμή σκοτώθηκε από την σφαίρα. Πως λοιπόν σκοτώθηκε ; Ποιος πυροβόλησε ;
Σε μεταγενέστερες έρευνες (1998 - 2003) οι ιστορικοί αναφέρουν έναν Στρατιώτη με το όνομα Σέντρικ Πόπκιν (Cedric Popkin) ο οποίος ήταν χειριστής ενός αντιαεροπορικού πυροβόλου "Βικερς" κατά την διάρκεια της αερομαχίας. Σύμφωνα με αναφορές, πυροβόλησε εναντίον του αεροσκάφους του Κόκκινου Βαρώνου δυο φορές, με την δεύτερη φορά (και ενώ ο Βαρώνος περνούσε από τα δεξιά του) να είναι η θανάσιμη.
ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΙΑΣ ΒΟΛΗΣ
Στην τελευταία του μάχη ο Βαρώνος είχε καταπατήσει τουλάχιστον πέντε από τους θεμελιώδεις κανόνες του: είχε αφήσει τα νώτα του ακάλυπτα, είχε επιμείνει πεισματικά σε μία καταδίωξη χωρίς αποτέλεσμα, είχε παρασυρθεί πίσω από τις εχθρικές γραμμές, πετούσε σε επικίνδυνα χαμηλό ύψος, προσφέροντας τον εαυτό του σαν στόχο στα ελαφρά όπλα του πεζικού και τέλος, αρνήθηκε να εγκαταλείψει την μάχη ακόμη και όταν αιφνιδιάστηκε. Όπως συνέβη και με τους περισσότερους άσσους του Μεγάλου Πολέμου, οι αδιευκρίνιστες συνθήκες του θανάτου του απετέλεσαν ένα μυστήριο το οποίο δεν έπαψε να απασχολεί τους ερευνητές μέχρι σήμερα.
1. Όλοι οι αυτόπτες μάρτυρες από το έδαφος επιβεβαίωσαν ότι μετά την σύντομη επίθεση του Μπράουν, ο Ριχτχόφεν συνέχισε να καταδιώκει τον Μαίϋ καλύπτοντας μία απόσταση τριών περίπου χιλιομέτρων.
2. Την στιγμή που ο βαρώνος δέχθηκε το πλήγμα βρισκόταν σε κλειστή δεξιά στροφή, εκθέτοντας το πλευρό του στα πυρά του εδάφους, οπότε για τον θάνατό του μπορούσαν κάλλιστα να ευθύνονται οι δύο Αυστραλοί πολυβολητές, ο λοχίας Σέντρικ Πόπκιν και ο στρατιώτης Ρόμπερτ Μπιούϊ, οι οποίοι διεκδίκησαν την κατάρριψη.
Βάσει της πρώτης μαρτυρίας και του γεγονότος ότι η βολίδα είχε διαπεράσει την καρδιά –άρα στον Ριχτχόφεν απέμεναν μόνο 20-30 δευτερόλεπτα ζωής– εξάγεται αυτονόητα το συμπέρασμα ότι η θανατηφόρα βολή αποκλείεται να προήλθε από τα πολυβόλα του Μπράουν. Μετά την ιατροδικαστική εξέταση και την πίστωση της κατάρριψης στο μητρώο του, ο Καναδός λοχαγός μετέβαλλε τους ισχυρισμούς του δίνοντας συνεντεύξεις στον τύπο και τα περιοδικά της εποχής στις οποίες αφηγείτο το περιστατικό περισσότερο “δραματοποιημένο”, παρουσιάζοντας τον εαυτό του σαν τον νικητή του Κόκκινου Βαρώνου.
Αντιθέτως οι αναφορές των δύο Αυστραλών πολυβολητών φαίνονται να πλησιάζουν περισσότερο την αλήθεια –με μία και μόνη βασική διαφορά: ο στρατιώτης Μπιούϊ ανέφερε σαφέστατα ότι έβαλλε μετωπικά εναντίον του τριπλάνου την στιγμή που εκείνο περνούσε πάνω από το κεφάλι του –γεγονός που τον αποκλείει αυτόματα! Τρίτος και τελευταίος υποψήφιος ο λοχίας Σέντρικ Πόπκιν: σύμφωνα με τις αναφορές και όλες τις σύγχρονες έρευνες, αυτός βρισκόταν στην κατάλληλη θέση και γωνία ώστε να έχει επιφέρει το μοιραίο πλήγμα.
ΤΑ ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ
Ωστόσο, από την τελευταία αερομαχία του Γερμανού Άσσου, υπάρχουν και άλλα αναπάντητα ερωτήματα. Για παράδειγμα, δεν μπορεί να εξηγηθεί για ποιόν λόγο ο τόσο έμπειρος στις αερομαχίες Κόκκινος Βαρώνος,πραγματοποίησε μια αερομαχία τόσο κοντά στο έδαφος και το χειρότερο μέσα σε Εχθρικό έδαφος. Ήταν γνωστό ακόμα και στους αρχάριους και εκπαιδευόμενους πιλότους, πως έπρεπε να αποφεύγονται "πάση θυσία" οι αερομαχίες σε μικρό ύψος πάνω από "εχθρικό έδαφος", καθώς υπάρχει ο μεγάλος κίνδυνος, να χτυπηθούν από πυρά αντιαεροπορικών.
Συγκεκριμένα οι ερευνητές υποστηρίζουν πως κατά την αερομαχία του θανάτου του,ο Κόκκινος Βαρώνος έπαθε μια ψυχολογική διαταραχή που ονομάζεται "Target fixation" (υπερβολική προσήλωση). Με λίγα λόγια, ο Βαρώνος εστίασε την προσοχή του στην κατάρριψη του πρώτου αεροσκάφους "Κάμελ" τόσο πολύ, που αγνόησε όλους τους άλλους κινδύνους (χαμηλή πτήση πάνω από εχθρικό έδαφος).
ΤΑΦΗ ΜΕ ΤΙΜΕΣ
Μετά τον θάνατό του,ο Κόκκινος Βαρώνος ετάφη με στρατιωτικές τιμές (παρουσία αγήματος) από τους Συμμάχους (Παρά του ότι ήταν Γερμανός και εχθρός, αναγνώριζαν την ικανότητά του σαν πιλότου) σε ένα Γερμανικό Στρατιωτικό νεκροταφείο κοντά στην Γαλλική πόλη Αμιένη τις 22 Απριλίου του 1918. Το 1925 η σορός του μεταφέρθηκε πίσω στην Γερμανία και στο Βερολίνο. Εκεί στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο (από τους βομβαρδισμούς) καθώς και στον Ψυχρό Πόλεμο (το νεκροταφείο ήταν στην ανατολική ζώνη), το μνήμα του υπέστη πολλές ζημιές, πριν τελικά μεταφερθεί ξανά στην πόλη.
Βισμπάντεν στην Ευρύτερη περιοχή της Φρανκφούρτης. Ο Κόκκινος Βαρώνος όταν σκοτώθηκε ήταν 26 χρονών. Περιττό να πούμε πως ο μύθος αυτού του Άντρα έγινε αφορμή για την συγγραφή πολλών βιβλίων αλλά κινηματογραφικών ταινιών.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Με 80 επιβεβαιωμένες καταρρίψεις στο ενεργητικό του ο Μάνφρεντ Φον Ριχτχόφεν αποτελεί τον κατά τεκμήριο καλύτερο πιλότο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.
Δεν ήταν όμως μόνο οι νίκες του που συνηγόρησαν στη δημιουργία του θρύλου του όσο και η συνολική συμπεριφορά του. Ακολουθούσε ορισμένους κανόνες στη μάχη σεβόμενος τους αντιπάλους του προσπαθώντας να αποφύγει τη θανάτωση του εχθρού όποτε αυτό ήταν δυνατό. Σε ορισμένες περιπτώσεις πέταξε σε εχθρικές περιοχές μόνο και μόνο για να ρίξει ένα στεφάνι στην κηδεία κάποιου πιλότου που «είχε την τιμή να αντιμετωπίσει».
Ίσως ο Κόκκινος Βαρώνος να μην ήταν τίποτε παραπάνω από ένας εγωπαθής γαλαζοαίματος που επιζητούσε την υπερβολή. Ίσως στο παρόν που ο σεβασμός του αντιπάλου(από το πολιτικό και το αθλητικό επίπεδο μέχρι το...τάβλι) είναι μια έννοια που προκαλεί θυμηδία, ο ανίκητος πιλότος με τους καλούς τρόπους να φαντάζει εξαιρετικά παρωχημένος. Ίσως πάλι ήρωας να είναι κάποιος που πολεμά για αυτά που πιστεύει όποια κι αν είναι αυτά.
ΜΙΑ ΑΝΕΚΤΙΜΗΤΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ
Η συνολική προσφορά του Μπαίλκε και του Ριχτχόφεν στην Γερμανική αεροπορία δεν ήταν απλά το σύνολο των 120 καταρρίψεων οι οποίες τελικά δεν αποτελούν απαραίτητα το κριτήριο για την ικανότητα ενός άσσου –ένας από τους μύθους που ακολουθούσαν πάντοτε τον Κόκκινο Βαρώνο ήταν και το «αστρονομικό του σκορ» το οποίο ήταν βέβαια μεγάλο, αλλά όχι και τόσο απρόσιτο: ο μεγαλύτερος Γάλλος άσσος, ο Ρενέ Φονκ, επέζησε του πολέμου σημειώνοντας 75 νίκες, ενώ ο Καναδός Ουίλλιαμ Μπίσοπ επέζησε επίσης με 72 νίκες.
Στην πλευρά των συμμάχων οι μεγαλύτεροι άσσοι της κρίσιμης περιόδου 1916-17 (Άλμπερτ Μπωλ, Μπίλλυ Μπίσοπ, Ζωρζ Γκυνεμέρ, Σαρλ Νανγκεσέρ), αν και δεν υστερούσαν καθόλου σε ικανότητες έναντι των αντιπάλων τους, υπήρξαν αποκλειστικά αυτοδίδακτοι και ανήκαν στην σχολή των λεγόμενων “μοναχικών κυνηγών”. Το μόνο πράγμα που είχαν διδαχθεί από τους παλαιότερους ήταν πώς να πετούν με ασφάλεια το αεροσκάφος, πώς να διατηρούν τη θέση τους στον σχηματισμό και κάποιες βασικές οδηγίες που αφορούσαν στην σκοποβολή. Κατόπιν έμαθαν μόνοι τους να μάχονται και να επιβιώνουν, πετώντας κυρίως σε μοναχικές περιπολίες.
Τα μαθήματα του πρώτου αεροπορικού πολέμου δεν εμπεδώθηκαν με αποτέλεσμα η άγνοια να διατηρηθεί ακόμη και μέσα στον Β΄ΠΠ, κάνοντας τις επιδόσεις της Luftwaffe να φαντάζουν απίστευτες. Το πνεύμα και η παράδοση των Μπαίλκε-Ριχτχόφεν μεταλαμπαδεύτηκαν και διατηρήθηκαν με τους Άντολφ Γκάλλαντ, Βένρερ Μέλντερς, αλλά και τους λιγότερο γνωστούς Βάλτερ Έζαου και Γκέοργκ-Πέτερ Έντερ –για να αναφέρουμε μόνο ελάχιστους- οι οποίοι δημιούργησαν με τη σειρά τους ένα άλλο πλήθος δάσκαλων-άσσων, διατηρώντας έτσι το επίπεδο του μέσου Γερμανού πιλότου πάντοτε ανώτερο από εκείνο των αντιπάλων του μέχρι και τις τελευταίες μέρες του πολέμου.
ΤΑ ΑΕΡΟΣΚΑΦΗ
Αντίθετα από τους συναδέλφους τους στον επόμενο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Γερμανοί του Α΄ΠΠ δεν υπήρξαν ποτέ πρωτοπόροι στον αεροπορικό σχεδιασμό. Τον τίτλο αυτό κατείχαν κατά πρώτο λόγο οι Γάλλοι οι οποίοι σημείωσαν και τις πρώτες αεροπορικές επιτυχίες. Οι Γερμανοί το μόνο που επέτυχαν μέχρι και τα τέλη του 1917 ήταν απλά να αντιγράφουν τα αεροσκάφη των αντιπάλων τους, βελτιώνοντας ορισμένα από τα αδύνατα σημεία τους.
Την 1η Απριλίου 1915 έκανε την πρώτη, επαναστατική εμφάνισή του στους ουρανούς της Γαλλίας το μαχητικό μονοπλάνο Morane Saulnier N, εξοπλισμένο με το «μυστικό όπλο» της εποχής: ένα πολυβόλο το οποίο έβαλλε μέσα από τον δίσκο της έλικας. O Γάλλος πρωτοπόρος Ρολάν Γκαρρός είχε την ιδέα να τοποθετήσει επάνω στις λεπίδες της έλικας δύο ατσάλινες σφήνες οι οποίες αποστράκιζαν τις βολίδες του πολυβόλου –ο μηχανισμός φυσικά ήταν πρωτόγονος, αλλά η ιδέα απλή και αποτελεσματική.
Τα πρώτα αεροσκάφη άρχισαν να παραδίδονται στις μονάδες τον Ιούλιο του 1915 και το 62ο Αεροπορικό Τάγμα στο οποίο συνυπηρετούσαν ο Μπαίλκε και ο Ίμμελμαν ήταν η πρώτη μονάδα η οποία παρέλαβε τον τύπο. Το Ε.Ι με αριθμό σειράς 3/15 ανήκε επίσημα στον Μπαίλκε ο οποίος το δοκίμασε στον αέρα για πρώτη φορά στις 31 Ιουλίου 1915 και ενθουσιάστηκε. Την επόμενη όμως ημέρα, 1η Αυγούστου, ο Ίμμελμαν, πετώντας με το ίδιο αεροσκάφος, σημείωσε την πρώτη κατάρριψη του νέου μαχητικού.
Όλα τα αεροσκάφη εκείνη την εποχή έφεραν σε όλες τις επιφάνειές τους το χαρακτηριστικό υποκίτρινο χρώμα του υφάσματος, Doped Fabric. Τα προσωπικά διακριτικά δεν συνηθίζονταν, αλλά αρκετοί πρωτοτύπησαν διακοσμώντας την άτρακτο ή και τα καλύμματα των τροχών των πρώτων Fokker E με λωρίδες των εθνικών τους χρωμάτων. Τον Φεβρουάριο του 1916 ο Μπαίλκε πετούσε με το E.IV 122/16, το οποίο είχε τους δίσκους των καλυμμάτων των τροχών βαμμένους στα τρία χρώματα της γερμανικής σημαίας.
Τα μέσα του 1916 βρήκαν το Fokker Eindecker στην καμπή του. Oι Γάλλοι είχαν κάνει και πάλι το πρώτο βήμα κατασκευάζοντας το Nieuport 11 “Bebe”, ένα εκπληκτικά ευέλικτο και ταχύ διπλάνο που έσπειρε την καταστροφή πάνω από το Βερντέν, όταν οι Γερμανοί μάχονταν ακόμα με τα εύθραυστα μονοπλάνα τους. Ήδη από την αρχή του έτους ο Μπαίλκε, δυσαρεστημένος πλέον από τις επιδόσεις των Eindecker, υποστήριζε την κατασκευή ενός διπλάνου με ενισχυμένη την δομή της ατράκτου.
Ο Φόκκερ ακολούθησε τις συμβουλές του και το αποτέλεσμα ήταν το Fokker D.III (D=Doppeldecker -διπλάνο) το οποίο βασιζόταν στην άτρακτο του Fokker EIV. Ο Μπαίλκε πετούσε με το προσωπικό του D.III 352/16 το οποίο παρέλαβε στις 2 Σεπτεμβρίου 1916 και το απόγευμα της ίδιας ημέρας σημείωσε την 20η κατάρριψή του. Θα πετούσε με το ίδιο αεροσκάφος μέχρι τις 17 Σεπτεμβρίου, σημειώνοντας επτά συνολικά νίκες. Αν και εκείνη τη στιγμή η γερμανική αεροπορία είχε αρχίσει να υιοθετεί κάποια σχέδια παραλλαγής στα αεροσκάφη της, το Fokker του Μπαίλκε έφερε το φυσικό χρώμα του υφάσματος χωρίς άλλα διακριτικά.
Το γερμανικό επιτελείο, ενθουσιασμένο από τις επιδόσεις του γαλλικού Nieuport, ζήτησε από τις κατασκευάστριες εταιρείες ένα παρόμοιο αεροσκάφος το οποίο θα συναγωνιζόταν τις επιδόσεις του και θα αντικαθιστούσε οριστικά τα μονοπλάνα. Κάποιες εταιρείες, όπως η Pfalz, κατασκεύασαν ένα πανομοιότυπο αντίγραφο. Η Albatros όμως κατάφερε να διατηρήσει τα πλεονεκτήματα του γαλλικού μαχητικού μέσα σε ένα διαφορετικό σχέδιο.
Το Albatros ήταν ένα βελτιωμένο Nieuport από κάθε άποψη: βάσιζε την ευελιξία του στην διαφορά του εμβαδού μεταξύ της άνω και της κάτω πτέρυγας, αλλά με μία αεροδυναμικότερη άτρακτο, έναν ισχυρό κινητήρα ευθύγραμμης διάταξης, αντί του γαλλικού περιστροφικού, και τον αυξημένο οπλισμό των δύο πολυβόλων, έναντι του ενός που διέθεταν εκείνη τη στιγμή όλα τα συμμαχικά καταδιωκτικά.
Όταν στις 15 Σεπτεμβρίου η Jasta 2 παρέλαβε τα πρώτα της Albatros D.II, το Fokker D.IIΙ 352/16 του Μπαίλκε δεν χάθηκε. Κέρδισε μία ξεχωριστή θέση στο Αεροπορικό Μουσείο του Βερολίνου σαν ενθύμιο στην μνήμη του μεγάλου άσσου και ιδρυτή του κλάδου των γερμανικών μαχητικών, με ένα στεφάνι εναποθετιμένο κάτω από τους τροχούς του, κάθε χρόνο την μέρα της επετείου του θανάτου του, στις 28 Οκτωβρίου, έως ότου καταστράφηκε από έναν βομβαρδισμό της RAF, 27 χρόνια αργότερα, το 1943.
Τα πρώτα Albatros έφεραν στην άτρακτο το φυσικό χρώμα του ξύλου, στις άνω επιφάνειες των πτερύγων παραλλαγή πράσινου-καφέ (dark green-red brown) και στις κάτω επιφάνειες ανοικτό γαλάζιο (light blue). Τα προσωπικά διακριτικά φαίνεται να υιοθετήθηκαν από τα τέλη του 1916. Παρομοίως, το μοναδικό προσωπικό διακριτικό το οποίο έφερε το Albatros 386/16 του Μπαίλκε ήταν μία κόκκινη υφασμάτινη λωρίδα στα στυλίδια των φτερών, σαν διακριτικό του αρχηγού σχηματισμού.
Οι Γερμανοί τώρα πλέον διέθεταν ένα άριστο μαχητικό και έναν “Μεγάλο Μαιτρ”. Με την συμβολή και τις προτάσεις του Μπαίλκε, η Γερμανική Αεροπορία συνειδητοποίησε τον ρόλο των μαχητικών στην αεροπορική μάχη του Σωμ: τα μαχητικά δεν αποτελούσαν πλέον αμυντικά όπλα. Τώρα ξεχύνονταν σε μεγάλους αριθμούς, προκαλούσαν τα αντίπαλα μαχητικά σε αερομαχίες και εκκαθάριζαν έναν συγκεκριμένο τομέα του μετώπου από τα εχθρικά αεροσκάφη. Οι σύμμαχοι δυστυχώς, δεν είχαν εμπεδώσει ακόμη τα μαθήματα αυτά και θα το πλήρωναν ακριβά τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1917.
Το πρώτο Albatros με το οποίο πέταξε ο Ριχτχόφεν δεν θα διέφερε από εκείνο των άλλων συναδέλφων του. Ωστόσο είναι γνωστό ότι σημείωσε τις νίκες 4-16 με το D.II 491/16 το οποίο έφερε μία λευκή λωρίδα στο ρύγχος του και με το ίδιο κατέρρρριψε στις τον λοχαγό Χώκερ στις 23/11/16. Μετά την 16η νίκη του, παρέλαβε το νέο Albatros D.III το οποίο έβαψε κόκκινο ξεκινώντας τον μύθο του Κόκκινου Βαρώνου, διατηρώντας όμως πάντοτε τις κάτω επιφάνειες των πτερύγων τους στο γαλάζιο χρώμα. Χρησιμοποίησε τουλάχιστον τρία διαφορετικά κόκκινα D.III με τα οποία σημείωσε τις νίκες 37-53. Παρά τα όσα πιστεύονται κανένα από τα αεροσκάφη που πέταξε δεν ήταν ποτέ ολόκληρο κόκκινο, με μόνη εξαίρεση το τελευταίο τριπλάνο με το οποίο σκοτώθηκε.
Ένα άλλο D.V το οποίο χρησιμοποίησε ήταν το 2059/17 με το οποίο κατέρριψε το 62ο και 63ο θύμα του. Οι κάτω επιφάνειες των πτερύγων είχαν επίσης παραμείνει γαλάζιες και το κάθετο σταθερό στο φυσικό χρώμα του ξύλου. Το πηδάλιο διεύθυνσης και μόνο, έφερε παραδόξως την γνωστή τετράχρωμη γερμανική παραλλαγή Lozenge, με τα εξάγωνα, γεγονός που υποδεικνύει ότι είχε αντικατασταθεί από άλλο αεροσκάφος.
Τα μέσα του 1917 συνέβη η μεγάλη έκρηξη στην ανάπτηξη της αεροπορικής βιομηχανίας. Όλες οι εμπόλεμες πλευρές είχαν επιδοθεί σε έναν σχεδιαστικό πυρετό νέων τύπων δίδοντας έμφαση στα τρία κρίσιμα σημεία τα οποία καθόριζαν την υπεροχή ενός μαχητικού: ευελιξία, ιπποδύναμη, ρυθμός ανόδου. Παρά τις επιτυχίες των συμμάχων σε αυτόν τον τομέα όμως, οι Γερμανοί απέτυχαν να κατασκευάσουν κάτι ανώτερο του Albatros D.V το οποίο, παρά τα προβλήματα που παρουσίαζε, παρέμεινε το βασικότερο μαχητικό τους μέχρι τα μέσα του 1918. Η Albatros έως τότε διέθετε το μονοπώλειο των αεροπορικών κατασκευών.
Το Fokker Dr.I (Dreidecker=τριπλάνο) παρά την εκπληκτική του ευελιξία και παρά την φήμη την οποία κέρδισε όταν συνδέθηκε με το όνομα του Κόκκινου Βαρώνου, αποδείχθηκε προβληματικό. Τον Οκτώβριο, πριν ακόμα οι πιλότοι προλάβουν να εξοικειωθούν με το νέο αεροσκάφος, μία σειρά δυστυχημάτων που στοίχισαν τη ζωή σε δύο άσσους (Χάϊνριχ Γκόντερμαν, Γκύντερ Πάστορ) και προκάλεσαν την συντριβή των αδελφών Ριχτχόφεν την ίδια ακριβώς ημέρα, υποχρέωσαν το επιτελείο να προβεί στην σύσταση μίας ερευνητικής επιτροπής η οποία διέγνωσε ελαττωματική κατασκευή των πτερύγων. Τα τέλη Οκτωβρίου η εταιρία διέκοψε προσωρινά την παραγωγή. Η δομική κατασκευή των πτερύγων ενισχύθηκε και τον Φεβρουάριο του 1918 το εργοστάσιο άρχισε πάλι να παραδίδει τα αεροσκάφη στις μονάδες.
Με μόνη εξαίρεση την καταπληκτική του ευελιξία, το τριπλάνο υστερούσε αρκετά σε άλλους τομείς: ήταν αργό, με χαμηλή ιπποδύναμη και χαμηλή επιχειρησιακή οροφή, ενώ οι πιλότοι εξακολουθούσαν να προτιμούν τους κινητήρες ευθύγραμμης διάταξης, παρά τους περιστροφικούς τους οποίους θεωρούσαν αναξιόπιστους. Ακόμη όμως και με τα μειονεκτήματα αυτά, οι πιλότοι το προτιμούσαν από το Albatros. Το αποκορύφωμα των επιτυχιών της σύντομης σταδιοδρομίας του Fokker Dr.I υπήρξε το διάστημα Φεβρουάριος-Μάρτιος 1918 και κατά τη διάρκεια της μεγάλης γερμανικής επίθεσης του Λούντεντορφ θεωρείτο ένα από τα καλύτερα αεροσκάφη του μετώπου.
Τον Μάρτιο, μετά από δύο μήνες επιχειρησιακής ανάπαυσης, ο Ριχτχόφεν σημείωσε τις νίκες 64,65 και 66 χρησιμοποιώντας το Dr.I 152/17 το οποίο ήταν κόκκινο μόνο σε ορισμένα τμήματα: το ρύγχος, την άνω πτέρυγα, τα καλύμματα των τροχών, τις δοκούς και το πίσω ήμισυ της ατράκτου. Το υπόλοιπο παρέμεινε στην τυπική παραλλαγή των δύο τόνων του olive green στις άνω επιφάνειες και light blue για τις κάτω. Πολύ παρόμοια ήταν και η εμφάνιση των 477/17, 127/17 και 161/17 τα οποία χρησιμοποίησε τον ίδιο μήνα.
Το τελευταίο αεροσκάφος με το οποίο πέταξε ήταν το Fokker Dr.I 425/17 –το μοναδικό ΟΛΟ κόκκινο της σταδιοδρομίας του. Αν και το χρησιμοποίησε αρκετές φορές, με αυτό σημείωσε μόνο τις δύο τελευταίες του νίκες (79-80) στις 20 Απριλίου 1918. Την επόμενη μέρα βρήκε τον θάνατο στο κόκπιτ του. Το 425/17 είχε υποστεί αρκετές χρωματικές τροποποιήσεις πριν αποκτήσει την τελευταία.
Οι νεότεροι πιλότοι των συμμάχων είχαν διδαχθεί να αποφεύγουν να αντιμετωπίζουν το τριπλάνο σε τέτοιου είδους εμπλοκές όπου το Γερμανικό μαχητικό έθετε ουσιαστικά τους δικούς του όρους στη μάχη. Αντίστοιχα, οι εμπειρότεροι αντιμετώπισαν την ευελιξία του υιοθετώντας μία νέα τακτική: πετούσαν σε μεγάλο ύψος όπου τα γερμανικά τριπλάνα δεν έφθαναν και βυθίζονταν εναντίον του εχθρικού σχηματισμού. Περνούσαν μέσα από τον σχηματισμό πολυβολώντας και με την υψηλή ταχύτητα που είχαν αποκτήσει απομακρύνονταν, αποφεύγοντας οποιαδήποτε περαιτέρω κλειστή εμπλοκή.
Τον Μάϊο του 1918 άρχισαν να εμφανίζονται στο μέτωπο τα πρώτα Fokker D.VII –αναμφισβήτητα τα καλύτερα μαχητικά του πολέμου- τα οποία στο εξής θα εξόπλιζαν το μεγαλύτερο μέρος των γερμανικών μονάδων. Τα τριπλάνα άρχισαν σταδιακά να αποσύρονται, έως ότου η παραγωγή σταμάτησε. Συνολικά κατασκευάστηκαν μόνο 320 Fokker Dr.I, τη στιγμή που λίγο πριν τη λήξη του πολέμου, υπηρετούσαν ακόμα στο μέτωπο 1000 Albatros D.V. Το γεγονός ότι ο Ριχτχόφεν και ο Βέρνερ Φος θεωρούσαν το Dr.I ανυπέρβλητο μαχητικό δεν σημαίνει ότι δεν γνώριζαν τα μειονεκτήματά του -ακριβώς το αντίθετο: γνώριζαν τέλεια τόσο τα προτερήματα, όσο και τα ελαττώματά του, αλλά ταυτόρονα γνώριζαν και πώς να εκμεταλλεύονται στο έπακρο τα πρώτα.
ΠΗΓΕΣ :
(1) :
http://imansolas.freeservers.com/Angelos/Boelcke_Richthofen1.html
(2) :
http://www.aek365.com/article.php?id=89656
(3) :
http://greekstars.co/greekstars/index.php?showtopic=29639
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου