Η ΤΣΑΡΙΚΗ ΡΩΣΙΑ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821
Εισαγωγή

Η εκτίμησή μας είναι ότι στις καλές σχέσεις που έχουν σήμερα οι δύο χώρες, αλλά και στις καλύτερες προοπτικές τους, σημαντικό ρόλο έπαιξε η ιστορία, η μάλλον οι στιγμές της κοινής των ιστορίας...
«…Οι Έλληνες που παρέμεναν φλογεροί πατριώτες…ήλπιζαν ότι ο ηγεμόνας της Μόσχας θα προσπαθούσε, μετά το γάμο του με την κληρονόμο των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, να κηρύξει τον πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και να αποκαταστήσει το βυζαντινό θρόνο…»
Η κοινή ιστορία λοιπόν των Ελλήνων και των Ρώσων ίσως αρχίζει συγκεκριμένα βήματα, από τότε που οι Ρώσοι ηγεμόνες προσπαθούσαν να ενώσουν τη Ρωσία υπό την κυριαρχία της Μόσχας, τον 15ο δηλαδή αιώνα!
Αλλά και στη συνέχεια , το 16ο αιώνα , φαίνεται ότι η ελπίδα να απελευθερωθούν οι χριστιανικοί λαοί των Βαλκανίων είναι διάχυτη στην περιοχή, γεγονός που μαρτυρά αναφορά (1579 ) του πρέσβη της Βενετίας στην Κωνσταντινούπολη, Ιάκωβου Σοράντζο, όπου ο διπλωμάτης γράφει ότι:
«…Ο Μέγας Δούξ των Μοσχοβιτών είναι σφόδρα επίφοβος εις τον Σουλτάνο, επειδή είναι ορθόδοξος, όπως οι κατοικούντες την Βουλγαρίαν, την Βοσνίαν, την Σερβίαν, την Ελλάδα και την Πελοπόννησον. Οι πληθυσμοί αυτών των μερών του είναι πολύ αφοσιωμένοι, επειδή ανήκουν εις την ιδίαν με αυτόν θρησκείαν. Οι λαοί αυτοί θα ήσαν πρόθυμοι εις κάθε ευκαιρίαν να λάβουν τα όπλα, διά να απαλλαγούν από την Τουρκικήν δεσποτείαν….».
Το χριστιανικό ομόδοξο, το οποίο διδάχθηκαν οι Ρώσοι από τους Έλληνες, αλλά και η γενικότερη συμπάθεια των Ρώσων προς τους Έλληνες δημιούργησαν στα Ρωσικά λαϊκά στρώματα την παροιμία:
Το 1714 ο Μεγάλος Πέτρος σε ομιλία του στη Ρίγα επισημαίνει ότι «…η επιστήμη διαδόθηκε παντού από την Ελλάδα…» κι ότι πρέπει να καταληφθεί η Κωνσταντινούπολη και όλη η Ρωμυλία, για να απελευθερωθεί ο Ελληνικός Λαός. Με εντολή του ίδιου έχει εκδοθεί το 1709 στη Μόσχα το βιβλίο Ιστορία της Ελλάδας, όπου περιγράφεται η καταστροφή της Τροίας. Το 1710 φιλοτεχνήθηκε στο Άμστερνταμ χαλκογραφία του μεγάλου Πέτρου με τίτλο «Πέτρος Αυτοκράτωρ Ρωσογραικών».
Η αποκατάσταση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, το λεγόμενο «Ελληνικό Σχέδιο», υπήρξε το όνειρο των Ρώσων ηγεμόνων, του Πέτρου του Μεγάλου (1672-1725) και της Μεγάλης Αικατερίνης (1729-1796). Η Αικατερίνη ΙΙ, η Μεγάλη, επεδίωξε να το θέσει σε εφαρμογή, σε συνεργασία με τους Ορλώφ αρχικά - Α’ Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1770-1774) - και τον πρίγκιπα Ποτέμκιν τον Ταυρικό - Β’ Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1787-1792) – αργότερα, χωρίς όμως τελικά να κατορθώσει να το πραγματοποιήσει.
Μια άλλη διαπίστωση είναι ότι στην ιστορικό-πολιτική παράδοση η Ρωσία είναι η χώρα εκείνη, που σε περιόδους ασφυκτικής πίεσης από τη δύση διαδραματίζει το ρόλο του « από μηχανής θεού» και ενεργεί ακόμα και σήμερα ως αποσυμπιεστής για τα συμφέροντα της Ελλάδας. Είναι επίσης διαπιστωμένο ότι οι πιέσεις αυτές τις περισσότερες φορές έχουν σχέση με την Τουρκία, άλλοτε ως Οθωμανική Αυτοκρατορία και άλλοτε ως σύγχρονη Τουρκική κρατική υπόσταση.
Σε ό, τι έχει σχέση με τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας, ο δεσμός των δύο χωρών επηρεαζόταν και συνεχίζει να επηρεάζεται μέχρι σήμερα όχι μόνον από την ιστορική υποδομή των Ελληνο-Ρωσικών σχέσεων, αλλά και από τη γεωπολιτική σημασία των Στενών του Βοσπόρου. Και τούτο διότι η Μεσόγειος, και ειδικότερα η Ανατολική Μεσόγειος, αποτελεί θάλασσα με τεράστια επίσης γεωπολιτική σημασία, και ως τέτοια αποτελούσε ισχυρό προσδιοριστικό παράγοντα στις Ελληνο-Ρωσικές σχέσεις από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα μέχρι και μετά τη δημιουργία του Ελληνικού κράτους, όταν πρώτος κυβερνήτης του υπήρξε ο πρώην υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας Ιωάννης Καποδιστρίας.
Επομένως, δεν θα ήταν υπερβολή να διατυπώσει κανείς την άποψη ότι ο καλύτερος σύμμαχος των κατοίκων της περιοχής της Ελλάδας κατά το 18ο αιώνα και μέχρι της δημιουργίας του νεοσύστατου κράτους, υπήρξε ο διαρκής πόθος και προσπάθεια της Ρωσίας να απεγκλωβιστεί από τα Στενά του Βοσπόρου. Αυτός ήταν ίσως και ο σοβαρότερος παράγοντας της φιλικής στάσης της Ρωσίας έναντι της Ελλάδος, πέρα από το ομόδοξο, και όσο η συγκυρία των περιστάσεων κάθε φορά το επέβαλε.
Το εμπόριο στη Μαύρη Θάλασσα έπαιζε πάντοτε σοβαρό ρόλο στη Ρωσική οικονομία. Οι βασικές υδάτινες αρτηρίες της Ευρωπαϊκής Ρωσίας, ο Δνείπερος, ο Ντον και ο Βόλγας αποτελούσαν φυσικά κανάλια για τη μεταφορά εμπορευμάτων στη Μαύρη Θάλασσα. Ακόμα και από την Κασπία τα περισσότερα εμπορεύματα έφταναν στη Μαύρη Θάλασσα. Από εκεί έπρεπε να μεταφερθούν στη Μεσόγειο μέσα από τα Στενά του Βοσπόρου.
Από τον Μεγάλο Πέτρο στα Ορλωφικά (1769 - 1774)
Σταδιακά από τον 18ο αιώνα στις ελληνικές περιοχές οι προκηρύξεις του αυτοκράτορα Πέτρου Ι, του Μεγάλου, καλούσαν τους Έλληνες σε εξέγερση διαλαλώντας σε Ελληνική γλώσσα:
«…Στο όνομα του Θεού, ας ενωθούμε και ας ζώσομε το σπαθί και ας πολεμήσομε….για τη λύτρωσή σας, μπαίνω στα βάσανα και θέλω να με βοηθήσετε…να αναζωογονήσω τις εκκλησίες σας, να στήσομε τους σταυρούς σας…».
Η πρόσκληση αυτή του Μεγάλου Πέτρου είναι που θα δημιουργήσει στις καρδιές των Ελλήνων τα αισθήματα συγγένειας με το «ξανθό γένος».
Από τον Μεγάλο Πέτρο αρχίζουν οι Ρωσοτουρκικοί πόλεμοι και ο προσανατολισμός των Ελλήνων από τη Δύση αρχίζει να μετατοπίζεται προς το Βορρά, τη Ρωσία. Ο ιστορικός Γ. Γερβίνους το διατυπώνει σε σύγγραμμά του το 1868 υποστηρίζοντας ότι:
«…Τώρα τα βλέμματα των υποδούλων στρέφονται προς το Rωσικό κράτος, στο Βορρά, που από τον 9ο αιώνα διατηρούσε στενές σχέσεις με τους Έλληνες…».
Οι Ρωσοτουρκικοί πόλεμοι όμως, που ξεκίνησε ο Τσάρος Πέτρος Ι, ο Μέγας, και συνέχισε η Αικατερίνη ΙΙ, η Μεγάλη, είναι που θα συντελέσουν αναμφίβολα στην εξασθένιση σταδιακά των Οθωμανών και θα δημιουργήσουν ευνοϊκές προϋποθέσεις και για την απελευθέρωση των λαών των Βαλκανίων.
Η Αυτοκράτειρα Αικατερίνη ΙΙ, συνεχίζοντας την πολιτική του Πέτρου Ι, και επιθυμώντας να αποδώσουν οι διαχρονικές προσπάθειες της Ρωσίας για έξοδο στη Μεσόγειο Θάλασσα, δέχθηκε τις εισηγήσεις των συμβούλων της (Η Αικατερίνη ΙΙ σχημάτισε (1768) ένα συμβούλιο που το ονόμασε «Το Συμβούλιο» της Ελισάβετ, με μέλη τους Γρηγόριο Ορλώφ, τους δύο Πανίν, Βλαζέμσκι, Τσερνίτσεφ, Βολκόνσκι, τους δύο Γκολίτσιν και τον Ραζουμόφσκι, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις βλέψεις των Τούρκων και των Πολωνών την περίοδο αυτή.), ειδικότερα των αδελφών Ορλώφ και προσπάθησε να πραγματοποιήσει αυτή την πολιτική.
Για το σκοπό αυτό, με τη σειρά της κάλεσε με διακήρυξή της το Ελληνικό Έθνος:
«…εις επανάστασιν κατά της Τουρκίας προς απελευθέρωσίν του από του ζυγού, προς ανασύστασιν της χριστιανικής αυτοκρατορίας εις την Ανατολήν».
Η Αικατερίνη ΙΙ ακολούθως έστειλε για πρώτη φορά στην ιστορία της Ρωσίας Στόλο πολεμικών πλοίων στη Μεσόγειο, όπου η Ναυτική της Δύναμη έδρασε για μακρά περίοδο αποδεικνύοντας έτσι την εφαρμογή πολιτικής Μεγάλης Δυνάμεως. (Από τα 1700 μέχρι τα 1774 οι Ρωσικές κυβερνήσεις είχαν ως στόχους 1) Να καλυτερεύσει η θέση της Ρωσίας ως προς τους Τατάρους της Κριμαίας 2) Να επεκτείνουν την Ρωσική ισχύ μέχρι τις παράκτιες περιοχές της Μαύρης Θάλασσας και 3) Να επεκτείνουν την επιρροή τους στους ορθόδοξους χριστιανούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στα 1770-1774 οι στόχοι έχουν εκπληρωθεί σε μεγάλο βαθμό και ολοκληρώνονται με την συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζί.)
Για την επιτυχία των στόχων της πολιτικής της η Αικατερίνη ΙΙ ενήργησε έτσι, ώστε να διεγείρει το Ελληνικό στοιχείο εναντίον της Υψηλής Πύλης με την υπόσχεση της ανεξαρτησίας, κυρίως του Μοριά.
Στον πόλεμο αυτόν ανδρώθηκαν ναυτικά και έμαθαν την πολεμική τέχνη πολλοί Έλληνες, που αργότερα, σε άλλη περίοδο μεγαλούργησαν πολεμώντας για την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Οι Έλληνες πιστεύοντας στον θρύλο του ‘ξανθού γένους που θα έλθει από το Βορρά για να τους ελευθερώσει (Αυτός ήταν ο θρύλος που με κατάλληλα μέσα οι Ρώσοι είχαν καλλιεργήσει για πολλά χρόνια στους Έλληνες.)’ υποστήριξαν με θέρμη την κίνηση των Αλέξιου και Θεόδωρου Ορλώφ και του Ρωσικού Στόλου.
Κύρια συμμετοχή στην κίνηση ‘Ανεξαρτησίας’ των Ελληνικών εδαφικών τμημάτων είχαν Έλληνες, που έσπευσαν να καταταγούν στις τάξεις των Ρωσικών Δυνάμεων. Έγιναν Αξιωματικοί, Υπαξιωματικοί και ναύτες-στρατιώτες της Ρωσικής Δύναμης. (O Αντώνιος Ψαρρός πρότεινε και έγινε αποδεκτό να προσκληθούν Έλληνες ναυτικοί από το Τανγκαρόγκ και να χρησιμοποιηθούν στα Ρωσικά πλοία ως οδηγοί στο Αρχιπέλαγος, που γνώριζαν καλά.) Πολέμησαν μέσα στους Ρωσικούς σχηματισμούς και διακρίθηκαν για τη γενναιότητα και την πίστη στο σκοπό. Πολεμούσαν για τη Ρωσία και την ανεξαρτησία της πατρίδας τους.
Παράδειγμα χαρακτηριστικό της περιόδου ο Λάμπρος Κατσώνης.
Ο Λάμπρος Κατσώνης παρακινούμενος από τις περιστάσεις, που διαμόρφωσε τότε η συγκυρία της πολιτικής της Αικατερίνης ΙΙ, ξεκίνησε μια στρατιωτική, κυρίως ναυτική, σταδιοδρομία 35 ετών στις Τσαρικές ένοπλες δυνάμεις.
Έτσι αρχίζει να γράφεται η κοινή ναυτική ιστορία των δύο χωρών.
Όταν όμως η Αικατερίνη ΙΙ διαπίστωσε ότι δεν την συνέφερε να συνεχίσει τον πόλεμο αυτό εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τον σταμάτησε παίρνοντας με τη συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζί (Kuchuk Kainarji, σημερινή Kaynardzha, στη NA Βουλγαρία, στη Dobruja, κοντά στο Δούναβη.) (1774) ό,τι καλύτερο μπορούσε. («….Έφερε την ποθητή ειρήνη στους αντιπάλους…έδινε στους Ρώσους το δικαίωμα να αναλάβουν την προστασία της χριστιανικής θρησκείας και των εκκλησιών σε όλη την Οθωμανική αυτοκρατορία, πράγμα που σήμαινε να επεμβαίνουν στα εσωτερικά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας…οι Ρώσοι πέτυχαν να αμνηστευθούν όσοι πήραν μέρος στον πόλεμο (ΠΣ – Ορλωφικά) , να καταλάβουν χωριά, τόπους, οχυρά, να πλέουν με τη σημαία τους ελεύθερα σε όλες τις Τουρκικές θάλασσες, ν’ αποκτήσουν εμπορικά προνόμια, να γίνουν ανεξάρτητοι οι Τάταροι της Κριμαίας,…να εγκαταστήσουν προξένους στην οθωμανική επικράτεια…».)
Η συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζί δίνει το δικαίωμα στη Ρωσική σημαία να περνάει τα πλοία της από τα Στενά του Βοσπόρου. Ένα άλλο δικαίωμα που αποχτά η Ρωσία είναι η προστασία που της αναγνωρίζεται, την οποία μπορεί να προσφέρει στους ομόδοξους χριστιανικούς λαούς της Βαλκανικής χερσονήσου. Ο συνδυασμός των όρων αυτών της Συνθήκης δημιουργεί τη βάση για την ανάπτυξη της ελληνικής ναυτιλίας, δεδομένου ότι οι Έλληνες χριστιανοί καραβοκύρηδες ύψωναν τη Ρωσική σημαία.
Η απελευθέρωση της Ελλάδας δεν στάθηκε δυνατή στον πόλεμο αυτόν, αλλά οι Έλληνες ναυτικοί πλέοντας πλέον με τη Ρωσική σημαία στη Μαύρη Θάλασσα, επικοινωνούν, συναλλάσσονται και συνεργάζονται εμπορικά, κοινωνικά και πολιτικά εντονότερα πλέον με τη Ρωσία και τους Έλληνες που έχουν εγκατασταθεί μετά το τέλος του πολέμου στην επικράτειά της.
Ανθούν οι Ελληνικές κοινότητες στη Ρωσία, ακολουθώντας το παράδειγμα των συμπατριωτών τους στην υπόλοιπη Ευρώπη, από όπου οι Έλληνες έμποροι και λόγιοι μεταφέρουν στην Ελλάδα τα μηνύματα του Διαφωτισμού.
Β’ Ρωσοτουρκικός Πόλεμος
Μετά την περίοδο των Ορλωφικών και την προσάρτηση της Κριμαίας (1786) η Αυτοκράτειρα Αικατερίνη ΙΙ έχει εδραιώσει τη Ρωσία ως μεγάλη Δύναμη στην Ευρώπη και σύντομα θα δημιουργήσει την αφορμή να συγκρουσθεί και πάλι με την Υψηλή Πύλη.
Η βάση της πολιτικής σκέψης της Αικατερίνης για τον νέο πόλεμο είναι το «Ελληνικό Σχέδιο». Εάν δεν θα ήταν δυνατόν να διαλύσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, θα προσαρτούσαν τη Μολδοβλαχία, τη Βλαχία και τη Βεσσαραβία με τη δημιουργία ενός πριγκιπάτου, καλουμένου της Δακίας, όπου πρίγκιπας θα ήταν ο Ποτέμκιν. Εάν όμως κατόρθωναν να εκδιώξουν τους Τούρκους από την Ευρώπη, θα ανασυγκροτούσαν στα Βαλκάνια την παλιά Ελληνική Αυτοκρατορία με αυτοκράτορα τον Μεγάλο Δούκα Κωνσταντίνο Παύλοβιτς, εγγονό της Αικατερίνης ΙΙ.
« Έτος 1787. Προβιβάζεται στο βαθμό του Ταγματάρχου με πρόταση του πρίγκιπα Ποτέμκιν- Ταυρικού και αποστέλλεται από τον ίδιο στο Αρχιπέλαγος για τη σύσταση Στολίσκου και τη δραστηριοποίησή του εναντίον των Ναυτικών Δυνάμεων του εχθρού. Η δράση του αυτή ήταν υπό τη Ρωσική πολεμική σημαία».
Ο Εκλαμπρότατος Όταν η Πύλη το 1787, πιεζόμενη από τις εξελίξεις προσαρτήσεως στη Ρωσία της Κριμαίας, κηρύσσει πόλεμο στη Ρωσία, που έχει στο πλευρό της την Αγγλία και την Πρωσία, ο Καπουδάν πασάς έχει στη διάθεση του μεγάλη Ναυτική Δύναμη:
Παράλληλα με τις Ρωσικές ενέργειες στο Οτσακόβ και ενώ ετοιμάζονται οι Ρωσικές Ναυτικές Δυνάμεις να κατέβουν στη Μεσόγειο (1788), ο Γουσταύος ΙΙΙ της Σουηδίας, πιεζόμενος από την Αγγλία, κηρύσσει τον πόλεμο στη Ρωσία και έτσι δεν μπορεί να μετακινηθεί προς Νότο ο Ρωσικός Στόλος της Βαλτικής. Η Κύρια Προσπάθεια του Ρωσικού Ναυτικού τότε επικεντρώνεται στη Μαύρη Θάλασσα.
Οι Ρώσοι Ανώτεροι Διοικητές του Κατσώνη, μέσα στα 4 χρόνια του πολέμου, αλλάζουν περιοδικά καθήκοντα στη Μεσόγειο αποδεικνυόμενοι κατώτεροι των περιστάσεων, αλλά ο Συνταγματάρχης πλέον και Ιππότης Λ. Κατσώνης και στη συνέχεια Πλοίαρχος Α’ Τάξεως, στα 1791 έχει αναλάβει Διοικητής του Ρωσικού Στόλου στη Μεσόγειο. (Περίοδος ανασυγκροτήσεως του Στόλου στο νησί Κάλαμος υπό τον Διοικητή τω Ρωσικών Δυνάμεων της Μεσογείου Στρατηγού Β. Ταμάρα.) Τώρα διοικεί και τον Κρατικό Ρωσικό Στολίσκο, που επίσης πολεμούσε για μεγάλο διάστημα στη Μεσόγειο.
Στη φάση αυτή του πολέμου η Αικατερίνη ΙΙ υπογράφει τη συνθήκη του Ιασίου (1792), ο Κατσώνης και οι Έλληνες συμμαχητές του διατάσσονται να παύσουν τις πολεμικές επιχειρήσεις και ουσιαστικά να «καταθέσουν τα όπλα». Ο στη συνέχεια μοναχικός αγώνας των Ελλήνων μαχητών τελειώνει στο Πόρτο Κάγιο (Ιούλιος 1792) με ήττα τους από τις Γαλλο-Τουρκικές Δυνάμεις και προκαλεί μεγάλη απογοήτευση. Η συγκυρία και οι πολιτικοί στόχοι της Αικατερίνης ΙΙ της υπαγόρευσαν να τελειώσει αυτόν το πόλεμο με όποια οφέλη μπόρεσε να αποκομίσει, αλλά με την Ελλάδα ακόμα σκλαβωμένη.
«…Το 1792 ο Κατσώνης επιχείρησε την πρώτη στην ιστορία προσπάθεια των Ελλήνων να απελευθερωθούν από τον Οθωμανικό ζυγό. Οι επιχειρήσεις του στις ελληνικές θάλασσες (1788-1792) υπήρξαν στην ουσία ένας πρόλογος του ελληνικού απελευθερωτικού πολέμου των 1821-1829, αλλά και ο Στολίσκος του μπορεί να θεωρηθεί σαν έμβρυο του συγχρόνου Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού…»
«…Σημαντικός είναι και ο ρόλος του στην ιστορία της Ρωσίας… Οι ενέργειες του ατρόμητου αυτού πολεμιστή επρόκειτο να δημιουργήσουν βάση για την καινούρια εκστρατεία του Ρωσικού Στόλου στη Μεσόγειο…Όμως όλο το βάρος του αγώνα με τον Τουρκικό Στόλο έπεσε στις πλάτες του Κατσώνη…Αυτός ο γενναίος πολεμιστής κατάφερε να απασχολήσει σημαντικές Τουρκικές Δυνάμεις και να συμβάλει έτσι στις επιτυχείς Επιχειρήσεις του Ρωσικού Στόλου στη Μαύρη Θάλασσα…».
Εξάλλου, ένας άλλος σύγχρονος Ρώσος ιστορικός ο καθηγητής Γιούρι Πριάχιν επισημαίνει ότι:
«…Οι πολεμικές δραστηριότητες του Ελαφρού Ρωσικού Στολίσκου του Κατσώνη στη Μεσόγειο, αποτέλεσαν λαμπρή σελίδα στην ιστορία του Ρωσικού Πολεμικού Στόλου του 18ου αιώνα…Η αφοσίωση στη Ρωσία, η ενεργός υπηρεσία στο Πολεμικό Ναυτικό της και η απελευθέρωση της Ελλάδας…ήσαν ενέργειες στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους….στη ζωή και στη συνείδηση του Λάμπρου Κατσώνη…».
Εθνική Συνείδηση και Ρωσία
Η έννοια ‘έθνος’, στη γενική της και λιγότερο στην ολοκληρωμένη έννοια , την περίοδο αυτή παρουσιάζεται στους προηγμένους λαούς, ειδικότερα δε αρχίζει να διαμορφώνεται από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα.
Στην Ελλάδα, μπορούμε να πούμε ότι έχει αναπτυχθεί μια ανάμικτη κοινωνική τάξη, σε οικονομικό ανταγωνισμό με τους ξένους, που γίνεται μαζί με τα λαϊκότερα στρώματα το κύριο κοινωνικό βάθρο της εθνικής ιδέας. Με το προοδευτικό αδυνάτισμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όμως, η ανάμεικτη αυτή κοινωνική τάξη γίνεται η βάση, η υποδομή, της συνειδητοποίησης από τον Ελληνισμό της ιδέας ενός ενιαίου Εθνικού Ελληνικού κράτους.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία βρίσκεται σιγά-σιγά επικεφαλής των δυνάμεων που ηγούνται της άμυνας του Ελληνισμού, και διατηρεί αυτές τις δυνάμεις κάτω από τις δύσκολες συνθήκες του Οθωμανικού ζυγού.
Όμως όπως αναφέρθηκε, η Ορθοδοξία παράμενε διαχρονικά, ίσως, ο πιο βασικός κρίκος διασύνδεσης της Ρωσίας με την Ελληνική υπόθεση, την Απελευθέρωσή της. Στην αφύπνιση της εθνικής συνείδησης του ελληνικού λαού, ασφαλώς επέδρασαν και τα γεγονότα των Ρωσοτουρκικών πολέμων, που άναψαν φλόγες εξεγερτικές στις καρδιές των Ελλήνων. Ειδικά ο Κοραής γράφει για την επίδραση του Α’ Ρωσοτουρκικού πολέμου στους Έλληνες:
«…αγκάλιασαν σαν δικό τους τον αγώνα της Ρωσικής αυλής και ο θρίαμβος των όπλων της στάθηκε το αντικείμενο των ευχών όλου του έθνους…Άλλοι μεν επεδίωκαν να εκδικηθούν την αδικία των τυράννων….γι’ άλλους, ο πόλεμος της Ρωσίας ήταν πόλεμος της ίδιας της θρησκείας, ώστε αντικρίζοντας τους Ρώσους, τους θεωρούσαν αναστηλωτές των γκρεμισμένων και αλλαγμένων σε τζαμιά εκκλησιών τους….».
Όταν μετά το Β’ Ρωσοτουρκικό πόλεμο η Ρωσία εξασφάλισε την έξοδό της στη Μαύρη Θάλασσα και τη Μεσόγειο, μη έχοντας δικό της στόλο άρχισε να χρησιμοποιεί τη μεσιτεία και τα πλοία των Ελλήνων. Οι Έλληνες εφοπλιστές μετέφεραν τις μεγαλύτερες ποσότητες του θαλάσσιου ρωσικού εμπορίου από τα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας στα λιμάνια της Μεσογείου. Ελληνικά εμπορικά πρακτορεία ιδρύονται στα λιμάνια της Νότιας Ρωσίας, στη Χερσώνα, στο Ταγκανρόγκ, στο Νικολάγιεφ και την Οδησσό.
Φιλική Εταιρία και Πούσκιν
Λίγο μετά την Ελληνική Επανάσταση, στα 1853, σημειώνεται πολύ εύστοχα από επιφανή Έλληνα ιστορικό ότι για να δημιουργηθεί και επιτύχει στο σκοπό της η Φιλική Εταιρία:
«…συνέτρεξαν πολλά…. η επικρατούσα παλαιόθεν γενική ιδέα, ότι η Ρωσία έμελλε να απελευθερώσει μίαν ημέραν την Ελλάδα, η σύστασις της Εταιρίας εντός της Ρωσίας, ο συνεταιρισμός των κατά την Ελλάδα προξένων Ρώσων, η εν Ρωσία υψηλή πολιτική θέσις του Ι. Καποδίστρια, θεωρουμένου ως συνδέσμου ταύτης και της Ελλάδος και η επί των επαναστατικών κινημάτων αρχηγία στρατηγού και υπασπιστού του Αυτοκράτορος Αλεξάνδρου….».
Έχει γίνει όμως πολύ συζήτηση και στην διεθνή ιστοριογραφία για το αν πραγματικά η Ρωσική πολιτική βοήθησε την προετοιμασία και στη συνέχεια την Ελληνική Επανάσταση κατά την εξέλιξή της. Στη ρωσική ιστοριογραφία, στα νεότερα χρόνια, υπάρχουν πληροφορίες και στοιχεία, ευρήματα των νεότερων ερευνών ρωσικών αρχείων, από τα οποία καταδεικνύεται ότι κατά την περίοδο που ιδρύεται η Φιλική Εταιρία (Φ.Ε.) και ακόμα λίγο πιο πριν η θέση του Τσάρου Αλέξανδρου Α’(1777-1825) δεν είναι τελείως αρνητική, για την ενίσχυση των Ελλήνων, παρά τη στάση του στο Συνέδριο της Βιέννης.
«Τον Σεπτέμβριο του 1813 συστήθηκε στην Αθήνα η «Φιλόμουσος Εταιρεία», η οποία έθετε ως καθήκον της την εξάπλωση του διαφωτισμού στην Ελλάδα, την έκδοση έργων Ελλήνων κλασσικών, την παροχή βοήθειας σε άπορους σπουδαστές, την ανακάλυψη κάθε είδους αρχαιοτήτων. Εμπνευστές της ίδρυσης της Εταιρείας ήταν οι Άγγλοι. Πρόεδρός της εκλέχτηκε ο γνωστός Άγγλος φιλόλογος Φρειδερίκος Νορτ.
Ο Καποδίστριας έμαθε για την ίδρυση της Αθηναϊκής εταιρείας το Φθινόπωρο του 1814 στην Βιέννη, όπου συμμετείχε ως πληρεξούσιος της Ρωσίας στις εργασίες του Συνεδρίου της Βιέννης. Εκείνος πρότεινε αμέσως στον Τσάρο να πάρει από τους Άγγλους την πρωτοβουλία στο θέμα της διάδοσης του διαφωτισμού στην Ελλάδα και γι’ αυτό τον σκοπό να συστήσουν τη δική τους «Φιλόμουσο Εταιρεα». Ο Τσάρος συμφώνησε με αυτή την πρόταση και ενέκρινε το καταστατικό της νέας Εταιρείας, συντεταγμένο από τον ίδιο τον Καποδίστρια».
Η κίνηση αυτή, πέρα από ένα ευφυέστατο χειρισμό του Καποδίστρια, κάθε άλλο παρά αρνητική θέση του Τσάρου έναντι των Ελλήνων αποτελεί. Η «Φιλόμουσος Εταιρεία» της Βιέννης ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 1815. Ο Καποδίστριας οργάνωσε τη συγκέντρωση πόρων για την εταιρεία στους κύκλους της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας που βρίσκονταν στη Βιέννη λόγω του συνεδρίου. Ο πιο σημαντικός συνδρομητής ήταν ο Αλέξανδρος Α΄. Υποσχέθηκε να προσφέρει στο ταμείο της Εταιρείας 200 ολλανδικά δουκάτα ετησίως.
Η Αυτοκράτειρα Ελισάβετ Αλεξέγιεβνα υποσχέθηκε 100 δουκάτα. Οι υπόλοιποι αξιωματούχοι έσπευσαν να ακολουθήσουν το παράδειγμα του ρωσικού αυτοκρατορικού ζεύγους. Συνδρομητές έγιναν επίσης και εύποροι Έλληνες έμποροι που διέμεναν στην Αυστριακή Αυτοκρατορία. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ο αριθμός των μελών-συνδρομητών της εταιρείας έφτασε τα 200 άτομα. Τμήματά της άνοιξαν σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις.
«…Το βιβλίο των συνδρομητών που άνοιξε το 1815 ήταν μια από τις τυχαίες αιτίες του σχηματισμού του μυστικού συνδέσμου που ονομάζεται Εταιρία…» θα σημειώσει αργότερα ο Καποδίστριας.
Είναι αξιοπρόσεκτο αυτό που η σοβιετική ιστορικός Σπάρο ισχυρίζεται, δηλαδή ότι:
«…Από τις υπάρχουσες πηγές, συγκεκριμένα από το εκτενές ‘Σημείωμα υπηρεσιακής δράσης’ του Καποδίστρια, που υπέβαλε στον Νικόλαο Α’ στα 1826, μπορούμε να συμπεράνουμε πως ο δημόσιος αυτός άνδρας γνώριζε την ύπαρξη της Εταιρίας από τις πρώτες σχεδόν μέρες της ίδρυσής της και έδινε συνεχώς στους Έλληνες επαναστάτες υλική βοήθεια τόσο από την ατομική του περιουσία όσο και εξ ονόματος της ρωσικής κυβέρνησης…».
Θα προσθέσομε σ’ αυτά που ισχυρίζεται η Σπάρο, ότι είναι αξιοπρόσεκτο το γεγονός, ότι σε μικρό χρόνο αργότερα ο Καποδίστριας γίνεται δεκτός ως ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας, επομένως, αν πράγματι οι Έλληνες δεν ήσαν βέβαιοι για τη συνδρομή του στην Απελευθέρωση, θα τον αποδέχονταν.
Ενδεικτικά μπορεί να αναφερθεί ο ελληνιστής καθηγητής Γκριγκόρι Άρς, ο οποίος γράφει ότι:
«…Η γέννηση του Ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την πολιτική της Ρωσίας στα Βαλκάνια και ιδιαίτερα με τους Ρωσοτουρκικούς πολέμους. Η ίδια δε η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε στην Οδησσό από προερχόμενους από την Ελλάδα μετανάστες, οι οποίοι συγκρότησαν στο μεγάλο ρωσικό λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας μια πολυάριθμη και ανθηρή κοινότητα…».
Έχει γραφτεί επίσης και αποδειχθεί ότι η Φιλική Εταιρεία αντλούσε ανθρώπινο δυναμικό και οικονομικούς πόρους από τις ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας. Επικεφαλής της Εταιρείας κατά το κρισιμότερο στάδιό της ετέθη ο Έλληνας πατριώτης και νεαρός στρατηγός του Ρωσικού στρατού Αλέξανδρος Υψηλάντης.
«..Υπό την ηγεσία του ετοιμάστηκε και πραγματοποιήθηκε σε Ρωσική επικράτεια το απελευθερωτικό ξεκίνημα στη Μολδαβία, που έδωσε το έναυσμα της εξέγερσης άμεσα και στην ίδια την Ελλάδα. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός, ότι το ελληνικό επαναστατικό κίνημα των φιλικών αναπτύχθηκε ως κίνημα αλληλένδετο και σε αλληλεπίδραση με το ρωσικό επαναστατικό κίνημα των Δεκεμβριστών…» προσθέτει ο Άρς.
Όπως είναι γνωστό το κίνημα των Δεκεμβριστών στη Ρωσία αποτελούσε το ρεύμα των Ρώσων φιλελευθέρων, που ως τέτοιος φορέας υποστήριζε την Απελευθέρωση της Ελλάδας. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο Χάρκοβο το 1926 εκδόθηκε μια συλλογή άρθρων και εγγράφων, αφιερωμένη στην επέτειο των 100 χρόνων από το κίνημα των Δεκεμβριστών στην Ουκρανία. Στη συλλογή αυτή στο άρθρο του Α. Ριαμπίνιν-Σκλιαρέφσκι:
Οι Δεκεμβριστές αρχίζουν να δραστηριοποιούνται στα 1816, λίγο μετά την ίδρυση της Φιλικής Εταιρίας (1814), όταν έξη αξιωματικοί ίδρυσαν την «Ένωση Σωτηρίας», μια μυστική οργάνωση που αποσκοπούσε στην εγκαθίδρυση συνταγματικής μοναρχίας, την κατάργηση της δουλοπαροικίας και την συγκρότηση εθνικού κοινοβουλίου. Στα 1818 η οργάνωση μετονομάσθηκε σε «Ένωση Ευημερίας» και τα μέλη της ανέπτυξαν ένα δίκτυο στην Πετρούπολη, τη Μόσχα, το Κίεβο, το Κισινιόφ και σε άλλες περιοχές της Νότιας Ρωσίας.
Εξάλλου, δεν πρέπει να θεωρείται ότι είναι τυχαίο το γεγονός, ότι σήμερα στη Ρωσία αναφορές στην Εταιρεία, την Φ.Ε., απαντώνται σχεδόν σε όλα τα εγχειρίδια και στον κύκλο παραδόσεων ρωσικής ιστορίας, σε ειδικές έρευνες για την εξωτερική πολιτική και τα κοινωνικά κινήματα του 19ου αιώνα, αλλά και στην εκτεταμένη βιβλιογραφία που αφορά τη μελέτη των έργων του Πούσκιν.
Είναι γνωστό ότι, κατά την περίοδο που ιδρύεται η Φιλική Εταιρίας η Ρωσία μόλις έχει βγει νικήτρια από τον Πατριωτικό πόλεμο, που έχει σημάνει το τέλος της κυριαρχίας του Ναπολέοντα στην Ευρώπη (1815). Από τη σύγκρουση με τον Ναπολέοντα η Ρωσία βγήκε ως η μεγαλύτερη χερσαία δύναμη και η Αγγλία ως η μεγαλύτερη ναυτική δύναμη. Η Ρωσική ηγετική θέση οδηγεί τον Τσάρο Αλέξανδρο Α’ να εκδώσει ένα μανιφέστο, με το οποίο θεωρεί την υπάρχουσα κατάσταση ιερή.
Τι έπρεπε να γίνει όμως με την Ελληνική Επανάσταση, που μόλις άρχισε να εξυφαίνεται από την ίδρυση της Φιλικής Εταιρίας και την στη συνέχεια έναρξή της το 1821; Πόσο ισχυρή είναι η «Ιερά Συμμαχία»; Ποια θα ήταν η στάση της Ρωσίας, είτε ως προστάτιδας των χριστιανών εναντίον των μουσουλμάνων, είτε αν έπρεπε να στραφεί εναντίον των Ελλήνων που ξεσηκώθηκαν εναντίον της ‘νόμιμης’ εξουσίας.
Μετά και την ίδρυση της Φιλικής Εταιρίας, όπως και στην Ευρώπη, στη Ρωσία έχει δημιουργηθεί πλέον ένα φιλελληνικό ρεύμα. Ο Κόμης Γρ. Στρογκανώφ, πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη, ο Ιωάννης Καποδίστριας και το «πολεμικό κόμμα» της Αγίας Πετρούπολης τάχθηκαν, άμεσα ή έμμεσα, στην πλευρά των χριστιανών, των ομοδόξων Ελλήνων. Ρώσοι φιλελεύθεροι, διανοούμενοι και το νεογέννητο κίνημα των Δεκεμβριστών υποστήριξαν την Ελληνική κίνηση για την Απελευθέρωση από τον Τουρκικό ζυγό. Τα φιλελληνικά αισθήματα εκφράσθηκαν με χαρακτηριστικό τρόπο από την πένα πολλών Ρώσων ποιητών και συγγραφέων.
Τα γραπτά του Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν, του μεγαλύτερου ποιητή της Ρωσίας, εμπνέονται από τον Αγώνα των Ελλήνων και γίνονται ύμνοι γενικής εξέγερσης στα Βαλκάνια. Οι πνευματικές δημιουργίες του νεαρού Αλέξανδρου Πούσκιν, τα ανατρεπτικά πολιτικά του ποιήματα και η συμπεριφορά του αναγκάζουν τον Τσάρο Αλέξανδρο Α’ να τον εξορίσει στη Νότια Ρωσία, στη Βεσσαραβία τον Απρίλιο του 1820, στο Κισινιόφ. Από το Κισινιόφ παρακολουθεί τα γεγονότα που αναπτύσσονται στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες και το εγχείρημα του Αλ. Υψηλάντη.
Στη δεκαετία του 1820 η Ελληνική κοινότητα στο Κισινιόφ ανθούσε. Το Κισινιόφ αποτελούσε το κέντρο Επαναστατικής δράσης της Φ. Ε. Εκεί ο Πούσκιν γνωρίστηκε με εξέχοντες Έλληνες, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι μέλη της Φ.Ε. Στο σπίτι του πρίγκιπα Γεωργίου Κατακουζινού, παντρεμένου με την αδελφή του φίλου του ποιητή Ε.Μ. Γκορτσακώφ, ο Πούσκιν συναντάει τον Πρίγκιπα Α.Μ. Κατακουζινό, αδελφό του Γεώργιου, τον Μιχαήλ Σούτσο, πρώην Οσποδάρο –ηγεμόνα- της Μολδαβίας και αργότερα τους αδελφούς Αλέξανδρο, Γεώργιο και Νικόλαο Υψηλάντη. Επίσης εκεί γνώρισε τους Β. Καβαδία, Κων. Πεντεδέκα, Κων. Δούκα και άλλους Έλληνες στο σύνολό τους Φιλικούς.
Ο Πούσκιν συνεπαρμένος από αυτά που μαθαίνει για τη Φ.Ε και τις κινήσεις για την Απελευθέρωση των Ελλήνων γίνεται ένθερμος υποστηρικτής. Από το Κισινιόφ ξεκινά ο Υψηλάντης και οι Φιλικοί με ένα πρώτο μικρό στρατό, που οργάνωσαν στο Κισινιόφ, σχημάτισαν στη συνέχεια σώμα από 500 εθελοντές, που ονόμασαν Ιερό Λόχο. Στο σώμα προσέτρεξαν πολλοί Έλληνες από όλη τη Ρωσία και κυρίως από την Οδησσό. Ο Πούσκιν γράφει τότε στον Ευγένιο Ονέγκιν για την εξέγερση του Υψηλάντη:
Ο Ρώσος εθνικός ποιητής θα γράψει τότε για τον Μονόχειρα Πρίγκιπα και πάλι, θεωρώντας τον και δικό του, τον αποκαλεί «Πρίγκιπά μας»:
Ο Πούσκιν δεν έλαβε μέρος στην Ελληνική Επανάσταση, όπως ο λόρδος Βύρων και άλλοι φιλέλληνες, αλλά τα γραπτά του αποτελούν την καλύτερη διέξοδο των φιλελληνικών αισθημάτων του. Απαθανάτισε με την πένα του σημαντικές φάσεις της έναρξης του Αγώνα των Ελλήνων στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες.
Χαρακτηριστικό είναι το ποίημά του, όπου παρηγοράει μια Ελληνίδα που έχασε τον άντρα της στον πόλεμο εκείνο της πρώτης εξέγερσης:
Η Επανάσταση
Το πρώτο ξέσπασμα στα Βαλκάνια μετά το Συνέδριο της Βιέννης και τις αποφάσεις της Ιερής Συμμαχίας ήταν η Ελληνική Επανάσταση του 1821.
Γνωρίζοντας τις θέσεις της δυτικής ιστορικής σκέψης απέναντι στη Ελληνική Επανάσταση, αλλά και τη θέση της για τη στάση της Ρωσίας, ιστορική σκέψη που μπορεί να κατηγορηθεί πολλές φορές ως ‘Αγγλόφιλη’, ‘Γαλλόφιλη’ κ.λ.π., ανάλογα με την προέλευση ή προσέγγιση του ιστορικού που την εκφράζει, θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε εδώ τη θέση των Ρώσων ιστορικών στο ίδιο ζήτημα.
Η θέση όμως μερικών Ρώσων ιστορικών είναι αντικρουόμενη ως προς το εάν η Ρωσία υποστήριξε την Ελληνική Επανάσταση. Ανασκοπώντας τις διάφορες απόψεις καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι ο μεν Τσάρος Αλέξανδρος Α’ επίσημα ήταν εναντίον των επαναστατικών εξεγέρσεων στην Ευρώπη, λόγω των δεσμεύσεων της Ιεράς Συμμαχίας, και ίσως γνωρίζοντας τις κινήσεις προετοιμασίας της Ελληνικής δεν συναίνεσε στην αρχή μεν , αλλά δεν έλαβε και αυστηρά μέτρα δε εναντίον των ηγετών της Ελληνικής εξέγερσης, πλην ίσως της θέσεως του Α. Υψηλάντη εκτός ρωσικού στρατεύματος.
Είναι επίσης πρωταρχικής σημασίας να επισημανθεί το γεγονός ότι ο Ι. Καποδίστριας, Σύμβουλος και Υπουργός των Εξωτερικών του Αλέξανδρου του Α’, γνωρίζοντας την αντίθεση του Τσάρου στα επαναστατικά κινήματα, ασκούσε πολιτική εναρμονισμένη σε εκείνη του προϊσταμένου του, χωρίς όμως αυτή η στάση του να βλάψει ουσιαστικά τις κινήσεις των Φιλικών και την εξέλιξη των γεγονότων.
Ο καθηγητής Άρς υποστηρίζει ότι ο Τσάρος Αλέξανδρος Α’ δεν γνώριζε ότι ο Α. Υψηλάντης θα πραγματοποιούσε επαναστατικές ενέργειες στις Παραδουνάβιες χώρες, ενώ ο Ρουμάνος ακαδημαϊκός Otsetea A. Ισχυρίζεται ότι ο Α. Υψηλάντης είχε τη σιωπηρή συγκατάθεση του Αλέξανδρου Α’ και ότι αυτό το γνώριζαν ακόμα οι Καποδίστριας και Στρογκανώφ και ακόμα ισχυρίσθηκε ότι η Ρωσία παρότρυνε τους Έλληνες για Επανάσταση. Μάλιστα ο Ρουμάνος ακαδημαϊκός αναφέρει ότι, την επόμενη μέρα της αφίξεως του στο Ιάσιο ο Α. Υψηλάντης έστειλε ένα δέμα με επιστολές στον πρόξενο της Ρωσίας στο Βουκουρέστι, παρακαλώντας τον να το μεταβιβάσει στον πρέσβη Στρογκανώφ στην Κωνσταντινούπολη.
Πάντως, κατά την Σπάρο οι Έλληνες επαναστάτες στήριζαν μεγάλες ελπίδες στη ρωσική βοήθεια, όταν ξεκινούσαν τις κινήσεις εξεγέρσεως στις Παραδουνάβιες περιοχές. Οι ηγέτες της εξέγερσης ήσαν βέβαιοι για τη βοήθεια της Ρωσίας και την υπόσχονταν στο λαό. Γράφει η Σπάρο συγκεκριμένα ότι:
Με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, τα μέλη της Ιεράς Συμμαχίας και τα Ευρωπαϊκά κράτη λησμόνησαν τις «αρχές νομιμότητας» και το κάθε κράτος πήρε θέση, κατά το συμφέρον του. («…το καθένα είχε γνώμονα κυρίως τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, χωρίς να δίνει καμιά σημασία σ’ αυτά που λέγονταν στα συνέδρια της Ιερής Συμμαχίας και γράφονταν στις διακηρύξεις της…».)
Επ’ αυτού, ο Φίνλεϊ επιβεβαιώνοντας γράφει ότι:
Μετά την έναρξη της επανάστασης το 1821, πολλοί Έλληνες από την Ευρώπη έσπευδαν να φθάσουν στην Ελλάδα, να ενισχύσουν τον αγώνα. Πολλοί που αναχωρούσαν από τη Ρωσία έκαναν στάση στο Μιλάνο, όπου ο Ρώσος υπήκοος Έλληνας Μουστοξύδης και ο Ρώσος πρόξενος, Ελληνικής καταγωγής, Μοτσενίγο βεβαίωναν τους Έλληνες ότι ο Ρωσικός λαός θα αναγκάσει τον Αυτοκράτορα να κηρύξει τον πόλεμο στην Πύλη για θρησκευτικούς λόγους.
Από την άλλη πλευρά, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας διοργάνωσε εράνους το Νοέμβριο του 1822 για τα θύματα των τουρκικών διωγμών στη Χίο και στη Χαλκιδική. Το 1821, όταν γίνονταν θηριωδίες και σφαγές των Ελλήνων της Πόλης, της Σμύρνης και άλλων πόλεων με ελληνικούς πληθυσμούς, ο Ρώσος πρέσβης Γ. Στρογκανώφ, μετά από πληροφορίες του Γενικού προξένου της Ρωσίας στην Πάτρα Βλασσόπουλου, στις 7/19 Μαΐου 1821 επιδίδει επίσημη γραπτή διαμαρτυρία στην Πύλη, στην οποία αναφερόταν ότι αν δεν σταματήσουν οι σφαγές, η Ρωσία έχει το δικαίωμα να επέμβει για την προάσπιση της χριστιανικής θρησκείας.
Στα πλαίσια της Ελληνικής Επανάστασης που βρισκόταν σε εξέλιξη, η Τουρκία κατηγορώντας τη Ρωσία ότι υποδαυλίζει την επανάσταση, άρχισε να λαμβάνει μέτρα με σκοπό να άρει τα δικαιώματα που είχαν αποκτήσει οι Ρώσοι από τις Συνθήκες σε σχέση με τα Στενά. Κατέλαβε τις Παραδουνάβιες χώρες και δυσκόλεψε το Ρωσικό εμπόριο στη Μαύρη Θάλασσα. Το καλοκαίρι του 1821 κατακρατήθηκαν Ρωσικά εμπορεύματα, όταν πλοία με Ρωσική σημαία περνούσαν το Βόσπορο.
Με τα μέτρα της Πύλης έναντι των πλοίων Rωσικής σημαίας και τις σφαγές των Ελλήνων χριστιανών οι Ρωσοτουρκικές σχέσεις οξύνονται και στις 18 Ιουλίου του 1821 η Ρωσία ανακαλεί τον πρεσβευτή της Γ. Στρογκανώφ από την Κωνσταντινούπολη. Στα τέλη του 1823 με αρχές 1824 η ρωσική θέση μεταβάλλεται ριζικά απέναντι στο Ελληνικό πρόβλημα και το ανατολικό ζήτημα γενικότερα. Η Ρωσία υποστηρίζει ότι και τα συμφέροντα των δυνάμεων της Δύσεως ταυτίζονται με τα Ελληνικά, στο κοινό σημείο ότι πρέπει να καταπολεμηθεί η Τουρκία..
Στις αρχές του 1824 η Ρωσία συνέθεσε σχέδιο απελευθέρωσης της Ελλάδας, ανάλογο με το μοντέλο Μολδαβίας και Βλαχίας, με τη διαφορά ότι οι ηγεμόνες δεν θα διορίζονταν από την Πύλη, αλλά από τους κατοίκους των ελληνικών περιοχών. Οι περιοχές αυτές θα ήσαν αυτοδιοικούμενες με δικαίωμα της Πύλης να επεμβαίνει στα εσωτερικά τους. Το σχέδιο δεν ικανοποιούσε τον Ελληνικό λαό84, παρ’ όλο που περιλάμβανε τις ευρύτερες περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, της Κρήτης και των νησιών του Αιγαίου. Στην Ελλάδα οι πολιτικοί είχαν την προτίμησή του σχεδίου που προωθούσαν οι Άγγλοι και Γάλλοι, το οποίο ας σημειωθεί πρόβλεπε μικρότερη έκταση για τους Έλληνες, με σκοπό ίσως η Ελλάδα να περιέλθει υπό την κηδεμονία τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Αλέξανδρος ο Α’ να διακόψει τις συνομιλίες με τις δυτικές χώρες για το Ελληνικό πρόβλημα.
Στο μεταξύ ο πρώην πρέσβης της Ρωσίας στην Πύλη Γ. Στρογκανώφ στις 30 Ιανουαρίου 1826 απευθύνει επιστολή προς το Νικόλαο Α’ και εισηγείται την κήρυξη πολέμου στην Τουρκία για τη σωτηρία των χριστιανών Ελλήνων από τις σφαγές. Στην ίδια επιστολή ο Στρογκανώφ βεβαιώνει ότι η αποστολή σωτηρίας του Ελληνικού λαού θα έχει την υποστήριξη όλου του ρωσικού λαού.
Οι περιστάσεις πλέον έχουν οδηγήσει τη Ρωσία να μη μπορεί να διατηρήσει σχέσεις καλής γειτονίας με την Τουρκία.
Στις 4 Απριλίου 1826 έχει υπογραφεί το Ρωσο-Αγγλικό Πρωτόκολλο της Πετρούπολης για την δημιουργία Ελληνικού Κράτους και είναι η πρώτη φορά που γίνεται επίσημα μνεία για Ελληνικό Κράτος. Η διάλυση της Ιερής Συμμαχίας έχει συντελεσθεί. Το Πρωτόκολλο θεωρείται νίκη της Ρωσίας , διότι δεν της απαγορεύει να κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία, ενώ η Αγγλία δεσμεύεται από το Πρωτόκολλο να μην εναντιωθεί.
Η Συνθήκη του Λονδίνου προβλέπει μέσα εξαναγκασμού, αν η Τουρκία δεν αποδεχθεί τους όρους της Συνθήκης. Η Τουρκία δεν αποδέχεται και ακολουθεί η Ναυμαχία του Ναβαρίνου (20 Οκτωβρίου 1827). Ο Ρωσικός Στόλος έχει αποπλεύσει στα μέσα του 1826 για το Αιγαίο και έφθασε μαζί με τις άλλες δύο προστάτιδες δυνάμεις - Αγγλία και Γαλλία - στο Ναβαρίνο στις 13 Οκτωβρίου 1827, όπου πήρε θέσεις μάχης.
Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος 1828-1829, ουσιαστικά έκλεισε μια μεγάλη περίοδο, κατά την οποία η Ρωσία βρέθηκε με διαφορετικές εκφάνσεις στο πλευρό των ελληνικών συμφερόντων και συνέδραμε τελικά στην ανακήρυξη του Ελληνικού Κράτους τον Ιανουάριο του1830.
Αντί Επιλόγου
Η όλη στάση της Ρωσίας στην Ελληνική υπόθεση οδήγησε τη γραφίδα του ιστορικού της Φιλικής Εταιρίας. Φιλήμονα να γράψει:
«…Ο Έλλην όχι μόνον δεν έχαιρε καμμίαν τιμήν πολιτικήν πλησίον του άλλου Κόσμου, αλλά εμισείτο, καταφρονούμενος και μη κρινόμενος ουδέ άξιος ταφής εις τον θάνατόν του. Οι άνθρωποι του Βορέως τον μεταχειρίσθηκαν εξ εναντίας ως ένα αδελφόν. Πλησίον τούτων εύρεν ούτος καταφύγιον εις τας αμηχανίας του, περίθαλψιν εις τας δυστυχίας του, ευκολίας εμπορικάς, τιμάς στρατιωτικάς, και ελπίδας σοβαράς περί της μελλούσης τύχης του…».
Φωτογραφικό Υλικό
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου