ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΩΛΕΩΣ
ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ

Η Μεγάλη Ανασκαφή των ετών 1885-1890 είναι ο σπουδαιότερος αλλά όχι ο μόνος σταθμός αυτής της μακράς αρχαιολογικής πορείας. Η πρόοδος που συντελέστηκε τότε γίνεται αμέσως αντιληπτή όταν κανείς μελετά, έστω και βιαστικά, παλαιές δημοσιεύσεις ή νεώτερες επισκοπήσεις και συνθετικές εργασίες. Για ό,τι αφορά στη μορφή των κτηρίων και των δημοσίων χώρων αρκεί ακόμη και μια απλή σύγκριση της κατόψεως που συντάχθηκε το 1853 από τον J. Stuart και εκείνης που συντάχθηκε μετά το 1900 από τον W. Judeich...
Αλλά εκτός από τα εδάφη μέσα και έξω από την Ακρόπολη μεγάλη πηγή πληροφοριών είναι και τα ίδια τα τείχη της, ιδίως το βόρειο με τα εντοιχισμένα αρχιτεκτονικά μέλη δύο μεγάλων ναών: πολυάριθμοι ημίεργοι μαρμάρινοι σπόνδυλοι του Προπαρθενώνος και μεγάλα τμήματα του θριγκού από τον αρχαίον νεώ –επιστύλια, τρίγλυφοι, μετόπες και γείσα σε κανονική αλληλουχία. Στο σημείο αυτό, όμως, θα ήταν σκόπιμη μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία και τα μεθοδολογικά ζητήματα των ανασκαφών της Ακροπόλεως.
Οι ανασκαφές άρχισαν το 1835 στα δυτικά και τα νότια του Παρθενώνος από τον Ludwig Ross, με τη συνεργασία των αρχιτεκτόνων Lorent και Schaubert και ήταν η πρώτη και τελευταία φορά κατά την οποία τα ευρήματα και τα συμπεράσματα ανασκαφής δημοσιεύθηκαν χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση: εντός μηνών μόνον! (Tubinger Kunstblatt, 1835). Ήταν, επίσης, η πρώτη φορά κατά την οποία μελετήθηκε η στρωματογραφία και συντάχθηκαν σχεδιαστικές τομές των στρωμάτων για την καλύτερη τεκμηρίωση της σχετικής μελέτης –ίσως θα έπρεπε κάποτε να αναγνωρισθεί στον Ross και η πατρότης της αρχαιολογικής στρωματογραφικής μεθόδου.
Με την έναρξη της Μεγάλης Ανασκαφής υπό τη διεύθυνση του Π. Καββαδία και με τη συνεργασία του αρχιτέκτονα G. Kawerau τα πράγματα βελτιώθηκαν.
Η ανασκαφή άρχισε στο βόρειο μέρος της Ακροπόλεως και προχώρησε από δυσμάς προς ανατολάς, με κυριότερα ευρήματα τις αρχαϊκές κόρες στα βορειοδυτικά του Ερεχθείου. Η αρχαϊκή τέχνη ήταν ήδη γνωστή, τότε όμως έγινε για πρώτη φορά δυνατή η επαφή με τόσο πολλά έργα της συγχρόνως. Οι μαρμάρινες κόρες έδιναν μια πολύ καλή ιδέα για την κόσμηση του ιερού με πλούσια αφιερώματα και ένα σύνολο μαρμάρινων γλυπτών, στην VI αίθουσα του παλαιού μουσείου της Ακροπόλεως, παρείχε μια μάλλον ικανοποιητική γνώση του περιεχομένου των αετωμάτων του αρχαίου νεώ.
Το μεγαλύτερο, όμως και δυσκολότερο μέρος της ανασκαφής ήταν το νοτίως του Παρθενώνος (1888), στο οποίο, όπου ήταν δυνατόν, η σκαφή έφθασε έως τον βράχο, σε βάθος που αρκετές φορές ξεπέρασε τα 15 μ. από την ευθυντηρία του ναού. Η σχεδιαστική τεκμηρίωση από τον Kawerau ήταν τακτική: πολλές δεκάδες μετρικά σχέδια σε κλίμακες 1:50, 1:100, 1:200, και ακόμη περισσότερα σκαριφήματα μετρήσεων αλλά και σχέδια κάπoιων κινητών ευρημάτων.
Η φωτογραφική τεκμηρίωση (επί το πλείστον από τον Dorpfeld με κάμερα μεγάλου σχήματος), αν και σχετικώς φειδωλή (περίπου 100 φωτογραφίες), είναι γενικώς πολύ καλής ποιότητος. Οι φωτογραφίες έχουν γίνει επιμελώς μετά από καλή επιλογή των θεμάτων και ο φωτισμός είναι μερικές φορές τόσο καλός, ώστε να κάνει εύκολα ορατές μικρότατες λεπτομέρειες συμπεριλαμβανομένης και της στρωματογραφίας των εδαφών.
Η Μεγάλη Ανασκαφή διακρίνεται όχι μόνον για την ενότητα των μέσων και της μεθόδου της αλλά και για την ενότητα των προϊόντων της. Τα προϊόντα αυτά, όλα σχεδόν τα σήμερα γνωστά γλυπτά και αρχιτεκτονικά μέλη των πώρινων αρχαϊκών ναών και άλλων κτισμάτων της αρχαϊκής Ακροπόλεως, όλα σχεδόν τα αφιερώματα της ίδιας περιόδου, μαρμάρινα (κόρες, ενεπίγραφες βάσεις κ.ά.), χάλκινα ή πήλινα και, τέλος, πολυάριθμα γλυπτά της κλασικής εποχής. Τα σπουδαιότερα από αυτά τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν εγκαίρως σε διάφορα ελληνικά και ξένα αρχαιολογικά περιοδικά αλλά και σε μονογραφίες.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στο δίτομο έργο του J.A Bundgaard, The excavation of the Athenian Akropolis (1974) το οποίο έκανε για πρώτη φορά προσιτά σε έντυπη μορφή τα φυλασσόμενα στο αρχείο του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου σχέδια του Kawerau, μαζί με όλες σχεδόν τις φωτογραφίες της ανασκαφής. Το υλικό παρουσιάζεται με πλήθος συνοδευτικών σχολίων και εποπτικών γενικών χαρτών εντοπισμού και συσχετισμού των επί μέρους σχεδίων και των φωτογραφιών. Το υλικό αυτό είναι πολυτιμότατο, έστω και εάν με σημερινά αλλά ακόμη και με πολύ παλαιότερα μέτρα (π.χ. με εκείνα του Η. von Hallerstein) τα σχέδια του Kawerau κρίνονται ανεπαρκή.
ΠΡΟΠΑΡΘΕΝΩΝ: Παρθενών Ι - Παρθενών II
Οι εντοιχισμένοι στο βόρειο τείχος μαρμάρινοι σπόνδυλοι μελετήθηκαν πρώτη φορά το 1807 από τον περίφημο W.M. Leake, ο οποίος αναρριχήθηκε τότε, όχι χωρίς κίνδυνο, στον απόκρημνο βράχο. Ο Leake, ο οποίος ελάχιστες φορές έσφαλε κατέληξε και πάλιν σε μια ορθή εξήγηση: οι σπόνδυλοι πρέπει να ανήκουν σε εκείνον τον παλαιότερο ναό, που εννοεί ο Ησύχιος όταν αναφέρεται στον Παρθενώνα (λ. Εκατόμπεδος) «...νεώς εν τη Ακροπόλει τη Παρθένα κατασκευασθείς υπό Αθηναίων, μείζων του εμπρησθέντος υπό των Περσών ποσι πεντήκοντα».
Έτσι άρχισε η μελέτη του Προπαρθενώνος που, κατά τον Leake, πρέπει να ήταν μικρότερος από τον Παρθενώνα και ασφαλώς προγενέστερος των Περσικών. Ό,τι άρχισε ο Leake συνεχίσθηκε από τον Ross, το 1835, με ανασκαφές στα δυτικά και στα νότια του Παρθενώνος, οι οποίες απεκάλυψαν τα εξής:
1. Μεγάλη ποσότητα ημιέργων σπονδύλων στα ανατολικά σε μια ζώνη που εκτείνεται έως το νότιο τείχος, μαζί με εργαλεία και άλλα σχετικά προς τη λιθοτεχνία, όπως π.χ. χρώματα σε δοχεία για τα οποία γνωρίζομε τώρα ότι ήσαν χρήσιμα για διάφορες σημειώσεις και για τον έλεγχο της τελειότητας των επιπέδων επιφανειών.
2. Το θεμέλιο του Παρθενώνος είναι στο μέγιστο μέρος του πολύ αρχαιότερο του ναού. Το μέρος αυτό είναι αυτοτελές και αποτελεί το αρχικά ορατό βάθρο του αρχαιότερου ναού. Από τις διαστάσεις του βάθρου (31,4x76,8 μ.) συνάγεται ότι ο ναός αυτός θα πρέπει να ήταν επίσης πολύ μεγάλος και με μάλλον επιμήκεις αναλογίες.
3. Στα ανατολικά του Παρθενώνος το γιγάντειο βάθρο δεν ταιριάζει στον κλασικό ναό, αλλά εξέχει 5 σχεδόν μέτρα από τη γραμμή της πρώτης μαρμάρινης βαθμίδος.
4. Για την έδραση του κλασικού ναού απαιτήθηκε μόνον μια σχετικώς μικρή αύξηση του αρχικού βάθρου προς βορράν. Η αύξηση αυτή έγινε με παρόμοιο υλικό, δηλαδή πειραϊκούς λίθους, αλλά χωρίς καμιά φροντίδα για περίτεχνη εμφάνιση. Προφανώς, τα νέα σχέδια απαιτούσαν μια εκτεταμένη επιπέδωση του εδάφους με τεχνητές επιχώσεις έως το ύψος της ευθυντηρίας του ναού, ενώ τα παλαιότερα προέβλεπαν ότι γύρω από τον ναό το έδαφος θα ήταν αρκετά χαμηλότερο και ότι το ανώτερο μέρος του βάθρου θα ήταν ορατό και συνεπώς περίτεχνο.
Ένα ιδιαίτερο αντικείμενο μελέτης ήταν για τον Ross και η αλληλουχία των στρωμάτων του εδάφους. Οι σχετικές με τη χρονολόγηση του Προπαρθενώνος γνώμες του Leake και του Ross έτυχαν γενικής αποδοχής και δεν υπήρξαν διαφωνίες παρά μόνον για την πιθανή μορφή του κτηρίου. Ας σημειωθεί μόνον ότι, μεταξύ άλλων, το ζήτημα αυτό απασχόλησε και τους F.C. Penrose (1851), J.H. Strack (1860), E. Ziller (1865), A. Michaelis (1871) και E. Burnouf (1877). Το μόνο αξιόλογο σφάλμα αυτών των ειδικών είναι ότι απέδιδαν στον ναό όχι μόνον τους μαρμάρινους σπονδύλους αλλά και τον εντοιχισμένο στο βόρειο τείχος πώρινο θριγκό.
Το σφάλμα αυτό διορθώθηκε μόνον το 1885, όταν ο W. Dorpfeld απέδειξε ότι ο εντοιχισμένος μεγάλος θριγκός ανήκει στον αρχαίο νεώ, τον πώρινο περίπτερο ναό της Αθηνάς. Τα θεμέλια αυτού του ναού σώζονται στα νότια του Ερεχθείου.
Από το 1885 έως το 1902, η αποδοχή των θεωριών του Dorpfeld ήταν σχεδόν γενική. Όλοι συντάχθηκαν αμέσως μαζί του και έσπευσαν να απορρίψουν τους λόγους για τους οποίους οι ίδιοι είχαν παλαιότερα συνταχθεί με τον Leake και τον Ross. Όλοι εκτός από έναν, τον F.C. Penrose.
Ο μέγας μελετητής της αρχιτεκτονικής του Παρθενώνος, συγγραφεύς του Principlesofthe Athenian Architecture (1851) ανήκε ήδη σε μια περασμένη εποχή. Ήταν μόνον εικοσιοκτώ ετών και εξόχως πρωτοποριακός όταν πραγματοποιούσε τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις του (1847), αλλά την εποχή που με πείσμα και προκατάληψη αντιμετώπιζε τον Dorpfeld ήταν ήδη εβδομήντα ετών και η άμεση επαφή του με την Ακρόπολη είχε σχεδόν διακοπεί επί δεκαετίες.
Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι το 1902 όταν εμφανίστηκε ένα ρηξικέλευθο άρθρο με τίτλο «Die Zeit des alteren Parthenon» όπου, προς γενική κατάπληξη, ο ίδιος ο Dorpfeld υποστηρίζει μια προ των Περσικών χρονολόγηση του Προπαρθενώνος. Το ίδιο έτος (1902) ο A. Michaelis είχε δείξει ότι κατά την αρχαϊκή εποχή υπήρχαν δύο ναοί της Αθηνάς στην Ακρόπολη και αυτό ασφαλώς είχε επηρεάσει πολύ θετικά τον Dorpfeld. Η παλαιά θεωρία του Leake αποκτούσε και πάλι το πρώτο της κύρος και ο μόνος πιστός υποστηρικτής της, ο Penrose, έπαιρνε, στο τέλος του βίου του, την ικανοποίησή του.
Η μεταστροφή του Dorpfeld δείχνει, μεταξύ άλλων, και μια σπάνια για τον ίδιο ευκινησία. Επέτυχε όχι μόνον να «διασωθεί» την τελευταία στιγμή επάνω σε μια ξένη θέση αλλά και να την οικειοποιηθεί με κάποιες προσθήκες, εγκαταλείποντας, μάλιστα, μια εντελώς αντίθετη δική του.
Έκτοτε, και μέχρι το 1936, η αποδοχή της προ των Περσικών χρονολογήσεως του Προπαρθενώνος ήταν γενική, σημειώθηκαν όμως νέες διαφωνίες ως προς την αναπαράσταση και ως προς τη διάκριση οικοδομικών φάσεων. Το σπουδαιότερο, πάντως, γεγονός ήταν η ανακάλυψη της μορφής του Προπαρθενώνος από τον Β. Η. Hill, με τη συνεργασία του W.B. Dinsmoor. Για πρώτη φορά τότε (1910) μελετήθηκαν συστηματικά πολυάριθμοι διάσπαρτοι λίθοι και άλλοι αναχρησιμοποιημένοι στο βόρειο τείχος της Ακροπόλεως, προερχόμενοι από την κρηπίδα του Προπαρθενώνος, ως και λίθοι αναχρησιμοποιημένοι στον ίδιο τον κλασικό Παρθενώνα.
1. Η κρηπίδα του Προπαρθενώνος ήταν τρίβαθμη. Η πρώτη βαθμίδα ήταν από ερυθρό υμήττειο ασβεστόλιθο (του Καρέα ή Καρά), οι άλλες δύο βαθμίδες ήσαν μαρμάρινες.
2. Οι λίθοι της κρηπίδος είχαν το αυτό περίπου ύψος και πλάτος με εκείνους της κρηπίδος του κλασικού ναού, τα μήκη των, όμως, ήσαν κάπως μεγαλύτερα.
3. Η πρώτη και δεύτερη βαθμίδα της νότιας πλευράς διατηρούνται ακόμη στην αρχική θέση των, ακριβώς μέσα από τις αντίστοιχες βαθμίδες του κλασικού ναού. Τούτο διαπιστώνεται σε αρκετές θέσεις μέσα από μικρά μεταγενέστερα χάσματα της κλασικής κρηπίδος και κυρίως σε μια θέση όπου προ πολλού έχει απολαξευθεί μεγάλο μέρος της πρώτης βαθμίδος του κλασικού ναού, με αποτέλεσμα να είναι καλά ορατή η ΝΔ γωνία της αρχαιότερης κρηπίδος.
4. Η κρηπίδα του σηκού ήταν δίβαθμη ή ίσως μόνον μονόβαθμη (σήμερα αποδεικνύεται το δεύτερο) και οι τοίχοι διέθεταν ως βάση ένα μνημειακών διαστάσεων λεσβιάζον κυμάτιο.
5. Η μικρή προεξοχή των παραστάδων –μαρτυρούμενη από την οικεία, κοσμημένη με κυμάτιο βάση– δείχνει ότι οι προστάσεις ήσαν πρόστυλες. Το αυτό είχε συμπεράνει και ο Penrose, από τον αριθμό (5) των σωζόμενων πρώτων σπονδύλων των προστάσεων. Οι κίονες πρόναου και οπισθόναου θα ήσαν μόνον τέσσερις εάν έστεκαν μεταξύ και όχι προ των παραστάδων.
6. Παρά την ισότητα των λίθων του Προπαρθενώνος προς αντιστοίχους λίθους του κλασικού ναού, η διάκριση των είναι δυνατή βάσει ικανών κριτηρίων. Οι εξωτερικές επιφάνειες των λίθων του Προπαρθενώνος διαθέτουν άπεργα, δεν είναι, δηλαδή, εργασμένες έως το τελικό επίπεδο και οι εντορμίες των συνδέσμων παρουσιάζουν τις μονόπλευρες εκείνες απολαξεύσεις που υπήρξαν αναγκαίες για την αποσύνδεση των λίθων.
Μετά από τη σύντομη αλλά πολύτιμη εργασία του Hill, η έρευνα των ζητημάτων του Προπαρθενώνος παρουσίασε στασιμότητα επί μακρόν, αν και πολύ συχνά εκφράσθηκαν διάφορες γνώμες για τη χρονολόγησή του: οι G. Fougeres (1912) και R. Heberdey (1919) τον ήθελαν να είναι ένα έργο της νεοσύστατης δημοκρατίας, οι H. Schrader (1922), Ο. Walter (1929) και W. Zschietzschmann (1934) τον ήθελαν να είναι ένα έργο των τυράννων.
Δεν είναι επομένως σύμπτωση ότι η πρώτη ειδική μελέτη για τη χρονολόγηση του Προπαρθενώνος εμφανίστηκε μόλις το 1935. Στη μελέτη αυτή («The date of the older Parthenon») ο W.B. Dinsmoor, χρησιμοποιώντας 26 καλώς χρονολογήσιμα όστρακα για τα οποία ήταν βεβαιωμένη και η θέση ευρέσεως μέσα στα στρώματα, συνεπέρανε ότι το μεγάλο βάθρο του Προπαρθενώνος δεν είναι παλαιότερο του 490 π.Χ.
Η αντίδραση του Dorpfeld στις θέσεις του Dinsmoor ήταν άμεση. Όχι μόνον επέμεινε και πάλι στη διάκριση Ρa Ι (ημιτελής πώρινος), Ρa II (ημιτελής μαρμάρινος), αλλά μετέθεσε τις χρονολογήσεις που ο ίδιος είχε παλαιότερα (1902) προτείνει κατά δύο δεκαετίες προς τα πίσω.
Το ζήτημα της χρονολογήσεως του Προπαρθενώνος άρχισε να περιπλέκεται το 1936 όταν ο W. Kolbe υπεστήριξε μια χρονολόγηση στους αμέσως μετά τα Περσικά χρόνους.
Με την ίδια γνώμη τάχθηκε αργότερα (1939) και ο συνεργάτης του Α. Tschira. Το επόμενο έτος, ο Η. Riemann υπεστήριξε ότι ο Προπαρθενών ήταν έργον του Κίμωνος. Η μετάθεση της χρονολογήσεως συνεχίσθηκε αργότερα έως το ακρότατο δυνατό σημείο: ο Κ. Συριόπουλος (1951) και ο J.A. Bundgaard (1976) υπεστήριζαν ότι ο Προπαρθενών ήταν απλώς ένα περίκλειο προστάδιο του κλασικού Παρθενώνος. Ειδική περίπτωση αποτελεί ο R. Carpenter (1970), ο οποίος, ενώ δέχεται τον κατά Hill ημιτελή μαρμάρινο
Η διατήρηση αυτής της καταστάσεως ευνοήθηκε κυρίως από τη μη χρησιμοποίηση των καταλληλότερων επιχειρημάτων για την υποστήριξη της προ των Περσικών χρονολογήσεως. Το κυριότερο ζήτημα ήταν και είναι η φύση των βλαβών των λίθων του ημιτελούς ναού. Δυστυχώς, εκείνοι που συντήρησαν τη σχετική συζήτηση δεν ήσαν ούτε χημικοί ούτε φυσικοί ή μηχανικοί.
Κατά τη διάρκεια των σημερινών επεμβάσεων στον Παρθενώνα μου δόθηκε η ευκαιρία και για μια νέα έρευνα των καταλοίπων του Προπαρθενώνος. Η έρευνα εισκόμισε ισχυρά τεκμήρια υπέρ της χρονολογήσεως στους προ των Περσικών χρόνους. Κυριότερο, φυσικά, οι βαρύτατες θερμικές θραύσεις που διαπιστώθηκαν όχι απλώς στο διάσπαρτο υλικό (για τις οποίες θα ήταν δυνατός και ο ισχυρισμός... ότι έγιναν αργότερα), αλλά περίπου σε όλα τα υπό την κρηπίδα και τους τοίχους του κλασικού ναού αυτούσια μέρη ή ανατοποθετημένα μάρμαρα του Προπαρθενώνος.
Η συνεχιζόμενη έρευνα της ίδιας της αρχιτεκτονικής του κατεστραμμένου ημιτελούς ναού επιβεβαίωσε τα συμπεράσματα του Hill, προχώρησε όμως ακόμη περισσότερο στις λεπτομέρειες και ήδη κατέληξε σε μια ακριβή αναπαράσταση της κατόψεως και της προσόψεως του σηκού.
Για τη διάκριση δύο φάσεων του Προπαρθενώνος έγινε ήδη λόγος. Η διάκριση αυτή προτάθηκε πρώτη φορά από τον W. Dorpfeld το 1902 και έγινε έκτοτε δεκτή από τους Α. Furtwangler (1906), Β.Η. Hill (1912), O. Walter (1929), W. Kolbe (1936) και Κ. Schefold (1946), ενώ απερρίφθη από τον Dinsmoor (1934). Κατά τον Dorpfeld, ο γιγάντειος στερεοβάτης (με διαστάσεις 31x77 μ.) και ο επ’ αυτού ημιτελής μαρμάρινος Προπαρθενών δεν συνανήκουν ως μέρη του αυτού αρχιτεκτονικού σχεδίου.
Αλλά πώς να αποδείξει κανείς ότι η 22η στρώση είναι βαθμίδα κρηπίδος ενός άλλου ναού και όχι απλώς ένας μορφολογικός τονισμός της άνω απολήξεως του στερεοβάτου ως ευθυντηρίας του ημιτελούς μαρμάρινου Προπαρθενώνος; είπαν οι αντίπαλοι του Dorpfeld. Και ακόμη, ανάμεσα σε ένα τελείως φανταστικό κατασκεύασμα και ένα κτήριο που υπήρξε αλλά εξαφανίστηκε πλήρως –ή που υπήρξε μόνον σε σχέδια, χωρίς να πραγματοποιηθεί ποτέ– δεν υφίσταται καμιά πρακτική διαφορά (η οποία θα ήταν δυνατόν να αποτελεί αξιόπιστη αρχαιολογική μαρτυρία).
Στα πλαίσια του έργου συντηρήσεως, είχα την ευκαιρία για μια νέα μελέτη και αυτού του ζητήματος. Σε δύο θέσεις έγινε δυνατή η εξερεύνηση της εσωτερικής δομής των ανωτέρων στρώσεων του στερεοβάτου αλλά και εκείνης που εκτείνεται πίσω από την πρώτη βαθμίδα της κρηπίδος του Προπαρθενώνος. Η τελευταία αυτή στρώση διαθέτει κοινά χαρακτηριστικά με τις υποκείμενες, αλλά πολύ διαφέρει από τις υπερκείμενες δύο (και τελευταίες υπό την περίσταση) πώρινες στρώσεις.
Οι σχετικές με τις ως άνω στρώσεις παρατηρήσεις, παλαιότερες και νεώτερες, είναι σαφώς υπέρ της διακρίσεως δύο διαδοχικών φάσεων του Προπαρθενώνος:
1. Από στατικής απόψεως είναι περιττή η αύξηση των διαστάσεων του βάθρου ενός κτηρίου όταν το έδαφος τυχαίνει να είναι βράχος (η κλίση του βράχου δεν παίζει ρόλο εάν οι έδρες λαξεύονται οριζόντιες) και η κατασκευή γίνεται με καλούς λαξευτούς λίθους.
2. Οι οριζόντιες επιφάνειες των βαθμίδων του Προπαρθενώνος είναι εφοδιασμένες με περίτεχνα προστατευτικά άπεργα, ενώ η αντίστοιχη, καλώς διατηρημένη επιφάνεια της 25ης στρώσεως του στερεοβάτου δεν έχει ούτε και είχε ποτέ τέτοια άπεργα.
3. Το μέτωπο της 22ας στρώσεως του στερεοβάτου (Εικόνα 8, αρ. 2a) διαθέτει περίτεχνα προστατευτικά άπεργα, παρόμοια αλλά πολύ πλουσιότερα και πολύ λεπτότερης κατεργασίας από εκείνα της κρηπίδος του Προπαρθενώνος.
4. Οι αναθυρώσεις των λίθων της κρηπίδος του Προπαρθενώνος (Εικόνα 8., αρ. 3) έχουν περίπου 10 εκ. πλάτος. Οι αναθυρώσεις των ανωτέρων στρώσεων του στερεοβάτου έχουν κατά μέσον όρο 15 εκ. πλάτος.
5. Οι λίθοι της κρηπίδος του Προπαρθενώνος είναι γενικώς αγόμφωτοι. Οι λίθοι της 22ας στρώσεως, αντιθέτως, είναι όλοι γομφωμένοι και μάλιστα σε δύο σημεία ο καθένας.
6. Στις γωνίες του στερεοβάτου έχουν χρησιμοποιηθεί περισσότεροι και μεγαλύτεροι σύνδεσμοι από τους αντίστοιχους της κρηπίδος του Προπαρθενώνος.
Οι μεταξύ των βαθμίδων του Προπαρθενώνος και του στερεοβάτου τεχνοτροπικές και οικοδομικές διαφορές είναι πολύ σοβαρές. Η σύγκριση με άλλα μνημεία αποδεικνύει ότι η οικοδομική της κρηπίδος του Προπαρθενώνος έχει το όμοιό της στην κρηπίδα του κλασικού Παρθενώνος (ενδείξεις της ημιτελικής μορφής της σώζονται ακόμη) και στις ημιτελικές επιφάνειές του (π.χ. στο δυτικό θυραίον άνοιγμα), ενώ οι πολύ διαφορετικές οικοδομικές λεπτομέρειες του στερεοβάτου έχουν το όμοιό τους μάλλον στο θεμέλιο και την κρηπίδα του αρχαϊκού Ολυμπιείου.
Ενώ όμως, ως προς τη διάκριση των φάσεων, φαίνεται ότι θα πρέπει να συμφωνήσει κανείς με τον Dorpfeld, δεν είναι δυνατόν να λεχθεί το ίδιο και για την υποθετική μορφή του Παρθενώνος Ι. Αν ο ναός ήταν οκτάστυλος, θα έπρεπε να έχει όλα τα βασικά στοιχεία του (κίονες, μεταξόνια, επιστύλια κ.λπ.) μικρότερα όχι μόνον από τα αντίστοιχα του κλασικού Παρθενώνος (κατά 13%) αλλά ακόμη και από εκείνα του αρχαίου νεώ. Τούτο κατά κανέναν τρόπο δεν συνδυάζεται με την κλίμακα των λεπτομερειών του στερεοβάτου.
Η διάκριση των φάσεων Pa I και Pa II επιτρέπει την εξής ιστορική ερμηνεία:
Με την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας η οικοδόμηση του γιγάντειου Ολυμπιείου, το λαμπρότερο πρόγραμμα της παλαιάς τυραννίας, παύθηκε. Η καλύτερη αντιπαράθεση προς το παυθέν έργο θα ήταν ένα συναφές πρόγραμμα της νεοσύστατης δημοκρατίας: η κατασκευή ενός νέου ναού της Αθηνάς επάνω στην Ακρόπολη, που θα αντικαθιστούσε τον παλαιότερο από τους δύο αρχαϊκούς ναούς, αυτόν με τα πώρινα αετώματα της εποχής του Πεισιστράτου. Το νέο έργο θα απαιτούσε την αναβίβαση χιλιάδων λίθων, βάρους 2-15 τόνων, από τα πειραϊκά λατομεία, τα οποία βεβαίως ήσαν σε ετοιμότητα λόγω του γιγάντειου Ολυμπιείου.
Το νέο έργο πρέπει να παύθηκε ήδη το 485 π.Χ. και όχι το 480 π.Χ. Με τον θάνατο του Δαρείου (485 π.Χ.) και την άνοδο του Ξέρξη στον περσικό θρόνο, μια νέα πολύ μεγαλύτερη πολεμική απειλή έγινε αμέσως φανερή. Η Αθήνα αντέδρασε με μια αλλαγή κυβερνήσεως (Θεμιστοκλής) και με άμεση εφαρμογή ενός αμυντικού προγράμματος (πειραϊκές οχυρώσεις, λιμενικά έργα, ναυπήγηση στόλου) για το οποίο θα πρέπει να εξοικονομήθηκε κάθε δυνατό μέσον. Το πολυδάπανον έργο της ναοδομίας δεν θα ήταν δυνατόν να συνεχίζεται... μέχρι την ημέρα που οι Πέρσες θα έκαιαν την Ακρόπολη.
Από τις υπάρχουσες άφθονες υλικές μαρτυρίες υπολογίζεται ότι στο μικρό χρονικό διάστημα των εργασιών στον μαρμάρινο Προπαρθενώνα το τεράστιο έργο της κρηπίδος ήταν έτοιμο μαζί με το βαρύτερο μέρος των κιόνων. Εκατοντάδες σπόνδυλοι ήσαν έτοιμοι στα λατομεία και μερικά κιονόκρανα είχαν ήδη μεταφερθεί στην Ακρόπολη. Έτοιμοι για τοποθέτηση ήσαν ακόμη οι ορθοστάτες και πολυάριθμοι άλλοι λίθοι των τοίχων.
Η διάκριση των φάσεων Pa I και Pa II ικανοποιεί εκτός των άλλων και αυτό που θα έλεγε κανείς ποσοτική εκτίμηση του συντελεσθέντος έργου: χωρίς αυτήν θα ήταν ακόμη πιο δυσεξήγητη η εκτέλεση τόσο μεγάλου ολικού έργου –γιγάντειος στερεοβάτης και ημιτελής μαρμάρινος ναός– σε τόσο λίγο χρόνο!
Τα ως άνω δεν προκαλούν σοβαρή σύγκρουση προς τη χρονολόγηση που επέτυχε ο Dinsmoor. Η διαφορά των δέκα ετών δεν είναι έξω από τα όρια ακριβείας της στρωματογραφικής χρονολογήσεως.
ΟΙ ΕΠΙΧΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΙΜΩΝΕΙΟΝ
Η εν επαφή προς τον στερεοβάτη του Παρθενώνος αρχαία επίχωση παρουσίαζε, όπως πρώτος είχε διαπιστώσει ο Ε. Ziller (1865), μια επαναλαμβανόμενη διαδοχή τριών στρωμάτων σε αντιστοιχία προς τις ισχυρές λίθινες στρώσεις του ιδίου του στερεοβάτου.
Οι επιχώσεις αυτές, αναπόφευκτες λόγω των μεγάλων ποσοτήτων της απορριπτόμενης λατύπης αλλά και αναγκαίες ως βοηθητικές, συνεχώς ανυψούμενες επιφάνειες εργασίας, έγιναν ταυτοχρόνως με τον στερεοβάτη σε μια εποχή που ακόμη δεν είχε κατασκευασθεί (εκτός, ίσως, από ένα μέρος της βάσεώς του) το ισχυρό νότιο τείχος της Ακροπόλεως, το λεγόμενο Κιμώνειον.
Με την κατασκευή του Κιμωνείου (466 π.Χ.), νέα στρώματα προστέθηκαν επάνω στα παλαιά, αυτή τη φορά με κατεύθυνση και κλίση από νότον προς βορράν. Τέλος, άλλα, πολύ εκτενέστερα και μεταγενέστερα στρώματα, σύγχρονα προς τον κλασικό Παρθενώνα επικάλυψαν τόσον εκείνα του Προπαρθενώνος όσον και εκείνα του Κιμωνείου τείχους. Τα στρώματα αυτά, με μέσο πάχος τριών μέτρων, περιέχουν τα κτισμένα με λίθους του Προπαρθενώνος θεμέλια ενός μεγάλου εργαστηρίου και απολήγουν στις πέντε ανώτατες στρώσεις πωρόλιθων του νοτίου τείχους, οι οποίες αποτελούν μια ιδιαίτερη ιστορική φάση του, την περίκλεια υπερύψωση.
Η περίκλεια υπερύψωση διακρίνεται από το καθαυτό κιμώνειον μέρος επειδή παρουσιάζει και μια εξαιρετική αύξηση του πάχους. Με αυτή τη μορφή εκτείνεται έως τη ΝΑ γωνία και με σταθερή πάντα οριζόντια στάθμη συνεχίζεται στην ανατολική πλευρά. Εκεί γίνεται καλύτερα ορατό ένα πρόβλημα: για την επίτευξη κανονικής ισοπεδώσεως έως την οριζόντια λαξευμένη στάθμη του βράχου παρά τη ΒΑ γωνία της Ακροπόλεως («μπελβεντέρε») θα έπρεπε να έχει το τείχος άλλες επτά στρώσεις πάχους μισού και πλέον μέτρου (μη συμπεριλαμβανομένου του στηθαίου).
Από την ως άνω παρατήρηση, από διάφορες λεπτομέρειες της στρωματογραφίας που μελέτησε ο Ross, από την κατεργασία της ευθυντηρίας του Παθενώνος στα ανατολικά και τα νότια και από τη στάθμη της ευθυντηρίας του βορείου τείχους στα ΒΑ του Παρθενώνος, συμπεραίνεται ότι η κατασκευή του νοτίου και του ανατολικού τείχους είναι για κάποιους λόγους ημιτελής.
Οι λόγοι που προκάλεσαν την αναβολή ή ίσως τη ματαίωση του αρχικού σχεδίου των εδαφικών διαμορφώσεων στα νότια και τα ανατολικά του Παρθενώνος δεν είναι, φυσικά, γνωστοί. Πιθανότεροι, όμως, είναι οι εξής:
1. Η γενική διακοπή των έργων λόγω του Πελοποννησιακού πολέμου.
2. Για να μη μειωθεί ακόμη περισσότερο η ορατότης του Παρθενώνος από την περιοχή του Ωδείου και του ιερού του Διονύσου.
3. Για να μη «βυθισθεί» ακόμη περισσότερο το ιερόν του Πανδίωνος στις γύρω από αυτό συνεχώς ανυψούμενες επιχώσεις.
Στο σημείο αυτό ας προστεθεί ότι πριν από την κλασική εποχή τέτοια προβλήματα δεν υπήρχαν. Το έδαφος της Ακροπόλεως ακολουθούσε σχεδόν ακριβώς την αρχική φυσική μορφή του βράχου και το τείχος –έργο της μυκηναϊκής εποχής– ήταν προσαρμοσμένο όχι μόνον στις οριζόντιες ακανονιστίες της περιμέτρου του βράχου αλλά και στις μεγάλες υψομετρικές διαφορές της (το τελευταίο μένει συχνά απαρατήρητο επειδή η συνηθέστερη απεικόνιση του τείχους μέσα στα αρχαιολογικά και άλλα βιβλία είναι απλώς μια κάτοψη).
ΤΟ ΜΥΚΗΝΑΪΚΟ ΤΕΙΧΟΣ
Ένα από τα σπουδαιότερα ευρήματα της ανασκαφής στα νότια του Παρθενώνος ήταν και το μυκηναϊκό τείχος. Το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής του βρέθηκε σε διάφορες θέσεις μέσα από το νότιο τείχος. Ακόμη και στην περιοχή που κατά την εποχή της ανασκαφής ήταν ήδη (από εικοσαετίας) κατειλημμένη από το μουσείο έγινε δυνατή η παρακολούθηση της πορείας του τείχους μετά από προσωρινή αφαίρεση του πατώματος μερικών αιθουσών της βόρειας πλευράς του και με προσεκτικές ανασκαφές μεταξύ των θεμελίων του.
Δυστυχώς, στη θέση όπου θα ήταν πιθανότερη η ύπαρξη αυτής της πύλης, η αρχαιολογική και ειδικότερα η σχεδιαστική τεκμηρίωση υπήρξε κατά την ανασκαφή λίαν ανεπαρκής λόγω εμποδίων που έθεταν τα θεμέλια του μουσείου και οι υποκείμενες επιχώσεις αλλά και λόγω κακής διατηρήσεως του ιδίου του τείχους. Επομένως, η πύλη αυτή –όπως παρουσιάζεται σε σχέδια του J.A. Bundgaard και σε μερικά σχέδια του γράφοντος (βάσει των οποίων και το ομοίωμα της Ακροπόλεως κατά την αρχαϊκή εποχή, στο Κέντρο Μελετών Ακροπόλεως)– είναι υποθετική αλλά, πάντως, πολύ πιθανή.
Στο σημείο αυτό ας τονισθεί ότι το μέσον της νότιας πλευράς του βράχου ήταν κάποτε εξίσου, αν όχι περισσότερο, βατό από όσο ήταν η δυτική πλευρά. Τούτο δεν είναι σήμερα εύκολα αντιληπτό επειδή η αρχική μορφή του βράχου καλύπτεται από τις γιγάντειες επιχώσεις του 5ου αιώνα ή έχει εξαλειφθεί κατά τους εκβραχισμούς του 4ου και του 3ου αι. π.Χ. Η εύλογη υπόθεση της νοτίας προσβάσεως συνδυάζεται επίσης αρμονικά με τον μεγάλο αριθμό και τη συγκέντρωση προϊστορικών τάφων στη μεταξύ Ασκληπιείου και στοάς Ευμενούς περιοχή.
Η κακή διατήρηση του μυκηναϊκού τείχους θέτει ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα. Σε πολλά σημεία του η καταστροφή είναι τόσο μεγάλη, ώστε να απομένουν μόνον μερικές πέτρες ή απλώς ίχνη στο βράχο. Τούτο όχι μόνον εκεί όπου το τείχος ήταν εκτεθειμένο και όπου άλλες κατασκευές έπρεπε να καταλάβουν τη θέση του (π.χ. στο προαύλιο των Προπυλαίων, στις εδράσεις των νέων τειχών κ.λπ.) αλλά και εκεί όπου ήταν προστατευμένο μέσα στις κλασικής εποχής επιχώσεις. Αλλά θα ήταν ποτέ δυνατόν να φθάσει σε αυτή την κατάσταση εξαιτίας φυσικής ερειπώσεως μόνον;
Ο χρόνος από την κατασκευή του μέχρι την κλασική εποχή, δηλαδή σχεδόν 8 αιώνες, είναι ελάχιστος εάν μετρηθεί με την αντοχή των τειχών τέτοιου είδους, η οποία είναι προφανής στις Μυκήνες ή στην Τύρινθα. Αυτά τα κτίσματα δεν ερειπώνονται τόσο εύκολα. Η καταστροφή των τειχών της Ακροπόλεως είναι ανθρώπινο έργο, όπως και η κατασκευή των. Αλλά τίνος; Όχι, πάντως, των Περσών!
Στο σημείο αυτό ας αναφερθεί και η σχετική γνώμη του Ο. Walter: αν το μυκηναϊκό τείχος ήταν σε καλή κατάσταση, ο δελφικός χρησμός δεν θα είχε προκαλέσει το γνωστό δίλημμα στους Αθηναίους. Η διπλή ερμηνεία του θα ήταν δυνατή μόνον εάν το τείχος ήταν πολύ κατεστραμμένο, ώστε στον διαθέσιμο χρόνο να μην είναι δυνατή η επισκευή του με λίθους, αλλά μόνον με ξύλα... Και φυσικά οι χρησμοδότες δεν αγνοούσαν μια κατάσταση που ήταν ήδη γνωστή σε όλους.
Απομένει λοιπόν μόνον η δυνατότης να έχουν καταστραφεί τα τείχη από εισβολείς (αν και υποτίθεται ότι οι Δωριείς δεν κατέλαβαν ποτέ την Ακρόπολη) ή προληπτικώς από τους ίδιους τους Αθηναίους μετά από μια αλλαγή του πολιτικού συστήματος (της βασιλείας π.χ. ή της τυραννίας) για την αποτροπή μιας ανεπιθύμητης επανίδρυσής του.
ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΕΩΣ
Το επίπεδο των γνώσεων για την τοπογραφία της Ακροπόλεως στα 1871 παρουσιάζεται με τον καλύτερο τρόπο σε έναν από τους πίνακες που συνοδεύουν το σχετικό με τον Παρθενώνα σύγγραμμα του Α. Michaelis. Άξιον προσοχής σε αυτό το σχέδιο είναι ότι ο Michaelis επισημαίνει στα νότια του Ερεχθείου το περίγραμμα του γνωστού σήμερα θεμελίου του αρχαίου νεώ, με τον χαρακτηρισμό «άνδηρον της Αθηνάς», πολύ πριν από την επίσημη αποκάλυψή του ως θεμελίου ναού.
Κύριες θέσεις του Dorpfeld για την ιστορία του αρχαίου νεώ ήσαν οι εξής: ο ναός απέκτησε την πλήρη μορφή του επί Πεισιστράτου και επί Πεισιστρατιδών (πριν ήταν ένας απλός σηκός με προστάσεις), καταστράφηκε από τους Πέρσες, επισκευάσθηκε το 479 π.Χ., η περίστασίς του κατεδαφίσθηκε επί Κίμωνος, ο σηκός έπαθε βλάβες από πυρκαγιά το 406 π.Χ., αλλά επισκευάσθηκε και διατηρήθηκε έως τους μέσους χρόνους.
Η δημοσίευση της περίφημης επιγραφής IGII2 3-4 («επιγραφή του εκατομπέδου») από τον Η. Lolling το 1890 αναθεωρούσε σε κάποιο βαθμό τις θέσεις του Dorpfeld, ο οποίος σε ένα επόμενο άρθρο του υπεστήριξε ότι ο αναφερόμενος από την επιγραφή ναός πρέπει να ήταν το ανατολικό μέρος του αρχαίου νεώ.
Στις ιδιοτυπίες του καταλέγονται τα εξής:
• Αντί βαθμιδωτής κρηπίδος ο ναός διέθετε μόνον έναν απλό στυλοβάτη.
• Η εσωτερική διαίρεση του σηκού του, ο οποίος διέθετε προστάσεις σε αμφότερες τις προσόψεις του, είναι πολλαπλότερη απ’ ό,τι συνηθίζεται στους αρχαίους ναούς. Ένας μεσότοιχος χώριζε το εσωτερικό σε ένα ανατολικό διαμέρισμα, ή κυρίως ναό της Αθηνάς, με είσοδο από την ανατολική πρόσταση και ένα δυτικό διαμέρισμα, με είσοδο από τη δυτική πρόσταση. Το δυτικό διαμέρισμα ήταν με τη σειρά του χωρισμένο σε έναν πλατύ προθάλαμο και δύο δωμάτια πιο πίσω.
• Οι προστάσεις του σηκού παρουσίαζαν εξαιρετικά μικρό βάθος χώρου. Ο Dorpfeld είχε δυσκολίες στην ερμηνεία του φαινομένου, αλλά στο τέλος υπέθεσε ότι ήσαν δίστυλες εν παραστάσιν. Αργότερα, υποστηρίχθηκε από τον Schrader ότι οι προστάσεις ήσαν ιωνικές τετράστυλες μετά από μια ανανέωση του σηκού (η οποία προϋποτίθεται μόνον από τη θεωρία της διαδοχής δύο ναών στο ίδιο θεμέλιο. Με αυτό συνεφώνησε και ο Dorpfeld.
• Το μήκος του ναού, μόνον 12 κίονες, κρινόμενο με ό,τι ήταν κανονικό τον 6ο αιώνα και ειδικότερα με ό,τι θα ανέμενε κανείς από ναό με τόσο πολλούς εσωτερικούς χώρους, φαίνεται εξαιρετικά μικρό. Αντανάκλαση αυτού του φαινομένου στο εσωτερικό είναι η απαράβλεπτη ατροφία του ανατολικού διαμερίσματος (κυρίως ναού) και το αβαθές των προστάσεων.
• Ανάμεσα στα θεμέλια του ναού βρέθηκαν, κατά την ανασκαφή, δύο βάσεις απλής τεκτονικής μορφής. Οι βάσεις αυτές, που κάποτε έφεραν ξύλινους κίονες διαμέτρου μισού σχεδόν μέτρου, αποδόθηκαν αρχικώς σε ένα υποθετικό μυκηναϊκό μέγαρο. Αργότερα, όμως, απεδείχθη (C. Nylander) ότι ανήκαν σε ναό της γεωμετρικής εποχής, δηλαδή στον προκάτοχο του ναού της αρχαϊκής εποχής.
• Ο ένας και μόνος βωμός του ιερού της Αθηνάς έστεκε κάποτε στα ανατολικά του αρχαίου νεώ. Στα ανατολικά του Παρθενώνος ή του Ερεχθείου άλλοι βωμοί της Αθηνάς δεν υπήρχαν. Εύλογο είναι το συμπέρασμα ότι πριν ακόμη κτισθούν οι πρωταρχικοί ναοί στη θέση του μετέπειτα Παρθενώνος ή του μετέπειτα Ερεχθείου υπήρχε ήδη στη θέση του αρχαίου νεώ ένας ακόμη αρχαιότερος ναός έναντι του ενός και μόνου (και έτι αρχαιότερου) βωμού.
Το επίθετο αρχαίος πρέπει να είχε ήδη δοθεί σε εκείνον τον ναό (μετά την ανέγερση του «πρωταρχικού Παρθενώνος» για λόγους διακρίσεως), κρατήθηκε όμως από τον νέο ναό (του 6ου αιώνα) μαζί με τη θέση.
Ο Αρχαίος Νεώς ήταν, ασφαλώς, ένα λαμπρό αρχιτεκτονικό έργο του απερχομένου 6ου αιώνα με έξοχη γλυπτική κόσμηση. Οι κίονές του ήσαν κατά 1/5 μικρότεροι των κιόνων του Παρθενώνος και, ωστόσο, είχαν πολύ μεγαλύτερα κιονόκρανα: 2.26x2.26 μ. έναντι 2.00x2.00 μ.! Τα κιονόκρανα αυτά, λόγω θέσεως και μεγέθους, πρέπει να προκαλούσαν μεγάλη εντύπωση. Καθώς ήσαν πολύ πλατύτερα από το επιστύλιο, μεγάλο μέρος των εξείχε ακάλυπτο ως εξώστης.
Αλλά και το μέρος που μετά τη σχεδιασμένη διάλυση παρέμεινε στη θέση του, δηλαδή ο στυλοβάτης της περιστάσεως, διατήρησε και επαύξησε μια χρήση που είχε και όταν έφερε κίονες: ιδεώδες βάθρο για την ανίδρυση αγαλμάτων και άλλων αφιερωμάτων. Ένα μέρος αυτού του βάθρου διαλύθηκε αργότερα λόγω της κατασκευής του Ερεχθείου. Οι λίθοι που αφαιρέθηκαν από αυτό χρησιμοποιήθηκαν στη βάση του κτιστού μέρους της μεγάλης κλίμακας στα δυτικά του Παρθενώνος.
ΚΕΚΡΟΠΙΟΝ
Το γιγάντειο Ιωνικό κιονόκρανο που κάποτε απετέλεσε αφορμή για την υπόθεση ιωνικών κιόνων στον αρχαίο νεώ σώζεται κομμένο σε δύο μέρη. Το ένα, σε καλύτερη κατάσταση, παραμένει στη θέση όπου χρησιμοποιήθηκε ως υλικό δευτέρας χρήσεως στο βόρειο τείχος. Το άλλο, ανασυρμένο από την ίδια περιοχή, απόκειται στα ανατολικά του Ερεχθείου.
Το σπάνιο αυτό ιωνικό κιονόκρανο, με πλάτος 2.45 μ., είναι το μεγαλύτερο στην χερσαία Ελλάδα. Ακόμη μεγαλύτερα ήσαν μόνον τα κιονόκρανα των γιγάντειων ιωνικών ναών στη Σάμο και την Έφεσο. Λόγω του μεγέθους του, το κιονόκρανο της Ακροπόλεως πρέπει να αποδοθεί σε αυτοδύναμο ιωνικό κίονα παρόμοιας μορφής και σημασίας προς εκείνους που έστεκαν στο ιερό των Δελφών (σφίγγα των Ναξίων), στο ιερό της Αφαίας και αλλού.
Η αναγνώριση της θέσεως αυτού του κίονος στο σημείο όπου ο δυτικός τοίχος του Ερεχθείου παρουσιάζει στο νότιο άκρον του μεγάλες αδρολαξευμένες εγκοπές πρέπει να θεωρείται βεβαία. Οι εγκοπές αυτές έγιναν για να μη θιγεί μια προϋπάρχουσα κατασκευή, της οποίας οι ίδιες (οι εγκοπές του τοίχου) παριστούν το αρνητικό (ή συμπληρωματικό) σχήμα (ανάλογα φαινόμενα έχουν διαπιστωθεί στη νότια πλευρά της βαρείας προστάσεως, στο θεμέλιο της ανατολικής πλευράς και σε άλλα σημεία).
Από τις διαστάσεις του κιονόκρανου το ύψος του μνημείου εκτιμάται σε 10, περίπου, μέτρα. Από τα τεχνικά χαρακτηριστικά του ευρήματος συνάγεται ότι το βαθύ θεμέλιο του κίονος ήταν πώρινο σε άμεση επαφή προς τον ναό. Κατά την περσική επιδρομή και την καταστροφή του ναού, ο κίων κατέπεσε (ή κατερρίφθη), ασφαλώς προς τα ανατολικά (φυσικά, το Ερεχθείο δεν υπήρχε ακόμη). Τα τεμάχια του κιονόκρανου χρησιμοποιήθηκαν αργότερα στην κατασκευή του τείχους σε μικρή απόσταση προς τα βορειοανατολικά.
Επιφάνειες αφημένες ημίεργες, άτμητοι οικοδομικοί αγκώνες και ημιτελή κυμάτια σε όλο το ύψος του δυτικού τοίχου του Ερεχθείου, ακριβώς επάνω από το θεμέλιο του κίονος κάνουν περίπου βέβαιον ότι στη θέση αυτή κάτι εμπόδιζε την κανονική εκτέλεση των εργασιών που συνήθως γίνονται μετά την τοποθέτηση των λίθων.
«ΚΤΗΡΙΟΝ Η» ή «ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΟΣ ΠΑΡΘΕΝΩΝ»
Αλλά εκτός αυτών υπάρχει και μια άλλη γενικότερη διαφορά: στο «κτήριο Η» χρησιμοποιήθηκε ο σκληρότερος ακτίτης, στον αρχαίο νεώ ένας μέσης σκληρότητας πωρόλιθος. Η μελέτη αυτού του υλικού από τον Wiegand δημοσιεύθηκε το 1904. Εν τω μεταξύ, όπως αναφέρθηκε ήδη, ο Dorpfeld είχε απορρίψει τη θεωρία του περί μεταπερσικής χρονολογήσεως του Προπαρθενώνος και υπεστήριζε, ακολουθούμενος και από άλλους, την παλαιά κλασική θεωρία του Leake και του Ross. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η ύπαρξη ακόμη παλαιότερων ναών στην ίδια θέση θα ηδύνατο και πάλιν να θεωρηθεί, για λόγους ιστορικής συνεχείας, πολύ πιθανή.
Αναζητώντας, ωστόσο, ο Wiegand τη θέση του «κτηρίου Η», δεν έλαβε σοβαρά υπ' όψιν του ως πιθανή την καλυπτόμενη από τον Παρθενώνα έκταση και, ελλείψει άλλων καταλλήλων θέσεων, υπεστήριξε την άποψη ότι ο ναός έπρεπε να έχει υπάρξει, ως αυτοτελές κτήριο, ακριβώς στη θέση του σηκού του αρχαίου νεώ: ότι, δηλαδή, είχε αποτελέσει παλαιότερη φάση του αρχαίου νεώ, η οποία, σε μεγάλο βαθμό, διατηρήθηκε και στην τελική μορφή.
Με αυτή τη θεωρία ερμήνευε ο Wiegand και την υπάρχουσα ποιοτική διαφορά μεταξύ του θεμελίου της περιστάσεως και του θεμελίου του σηκού. Το πρώτο αποτελείται από μεγάλα τεμάχια λίθου του Καρά, το δεύτερο από μικρότερα τεμάχια λίθου της Ακροπόλεως. Ως προς αυτό το θέμα, πάντως, ο Dorpfeld είχε κάποτε σημειώσει ότι η διαφορά υλικού και τρόπου κατασκευής των δύο θεμελίων θα ήταν δυνατόν να οφείλεται ακόμη και μόνον σε τεχνικούς λόγους.
Η αναπαράσταση του «κτηρίου Η» ως διπλού εν παραστάσιν ναού, μήκους περίπου 34 μ., οδήγησε τον Wiegand στην άποψη ότι ο ναός αυτός έπρεπε να είναι το επιγραφικώς μαρτυρημένο «Εκατόμπεδον». Η αναπαράσταση εκείνη ήταν ατυχής κυρίως επειδή τα αετώματα που προέκυπταν δεν ήσαν αρκετά ευρύχωρα για τα μεγαλύτερα από τα πώρινα γλυπτά, δηλαδή για τους λέοντες.
Η θεωρία του Wiegand προσεβλήθη το 1922 από τον Ε. Buschor, ο οποίος υπεστήριξε ότι το αποδιδόμενο στο «κτήριο Η» υλικό δεν προέρχεται όλο από τον προκάτοχο του αρχαίου νεώ αλλά και από έναν άλλο ναό, ο οποίος πρέπει να ήταν ένας παλαιότερος πρόδρομος του Παρθενώνος. Τον άλλο αυτό ναό ονόμασε Urparthenon, δηλαδή «πρωταρχικό Παρθενώνα». Αργότερα (1929-33), ο ίδιος ερευνητής, στηριζόμενος σε υλικά μνημειακών κεραμώσεων, προέτεινε την ύπαρξη ενός ακόμη αρχαιότερου ναού στην ίδια θέση.
Τα πράγματα έλαβαν νέα τροπή το 1935, όταν ο W.H. Schuchhardt παρουσίασε μια μελέτη που αναφερόταν στην επαετίδα του «κτηρίου Η». Συνέλεξε και μελέτησε εκατοντάδες θραυσμάτων. Συναρμόζοντας θραύσματα μεταξύ των ή εξετάζοντας συνδυασμούς με την παραδοχή ελαχίστων δυνατών κενών μεταξύ θραυσμάτων και χρησιμοποιώντας όλα τα δυνατά κριτήρια (τη φορά των κοσμημάτων, τη φορά της κινήσεως, τα μέτρα κ.λπ..
Όμως τα σωζόμενα, εντοιχισμένα στο νότιο τείχος της Ακροπόλεως επιστύλια (του «κτηρίου Η») είναι κατά το μήκος κάπως μικρότερα από τα εντοιχισμένα στο βόρειο τείχος επιστύλια του αρχαίου νεώ, γι’ αυτό και ο Schchhardt, προκειμένου να φέρει σε συμφωνία τις γενικές διαστάσεις των δύο ναών, υπέθεσε ότι άλλα, μη σωζόμενα επιστύλια του «κτηρίου Η» θα πρέπει να υπήρξαν πολύ μακρύτερα.
Από όσες μελέτες ακολούθησαν, σπουδαιότερες για την τεκμηρίωση του υλικού και τη συμβολή τους σε πολλά θεωρητικά ζητήματα είναι εκείνες του Ι. Beyer (1975-1976). Ο Beyer, συνεχίζοντας τις έρευνες του Schuchhardt, κατέληξε στην αναγνώριση των εναετίων του ανατολικού αετώματος, βάσει κριτηρίων τεχνοτροπίας, υλικού και μεγέθους.
Η μετάθεση του «κτηρίου Η» ως Urparthenon στη θέση του Παρθενώνος –από τους Buschor, Schrader, Dinsmoor– εξηγούσε καλύτερα το γεγονός ότι σχεδόν όλα τα αρχιτεκτονικά μέλη και σχεδόν όλα τα γλυπτά του ναού βρέθηκαν μόνο νοτίως του Παρθενώνος και όχι προς το Ερεχθείο. Ένα άλλο φαινόμενο που έτσι εξηγείται πολύ καλύτερα είναι η βίαιη κακοποίηση των γλυπτών των αετωμάτων αμφοτέρων των ναών, μέχρι μετατροπής των σε μικρά τεμάχια.
Τέλος, η ως άνω τοπογραφική διάκριση και η συνακόλουθη δυνατότης χρονολογήσεως της καθαιρέσεως του ναού έως τη 2η δεκαετία του 5ου αι. π.Χ. καθιστά ευλογοφανέστερο τον χρόνο που μεσολάβησε έως την αναχρησιμοποίηση των μετοπών του στην επένδυση του μυκηναϊκού τείχους παρά τα Προπύλαια και των επιστυλίων, σπονδύλων και άλλων λίθων στην κατασκευή του κάτω μέρους του νοτίου τείχους της Ακροπόλεως.
Οι πρόσφατες διερευνητικές διατρήσεις του θεμελίου του Παρθενώνος, χάριν των αναγκαίων στατικών μελετών, απέδειξαν ότι το θεμέλιο είναι γενικώς συμπαγές, δεν επέτρεψαν όμως ακριβή συμπεράσματα για τη μορφή πλοκής των λίθων και για τις πιθανολογούμενες δομικές φάσεις στο εσωτερικό του στερεοβάτου. Άλλες, όμως, έρευνες μας οδήγησαν σε θετικές ενδείξεις ως εξής:
• Στη δυτική πλευρά του στερεοβάτου του Προπαρθενώνος οι λίθοι της 19ης στρώσεως έχουν λοξή την κατεύθυνση προς το –δυστυχώς αθέατο– εσωτερικό της κατασκευής. Η απόκλισή των από τον άξονα του ναού είναι –3,5 βαθμοί προς τα αριστερά.
Την ίδια ακριβώς απόκλιση παρουσιάζει και το σχολιασμένο ήδη από τον Buschor λοξό λάξευμα στον βράχο, στο μέσον περίπου της δυτικής πλευράς. Είναι, επομένως, πολύ πιθανόν ότι ακριβώς πίσω από τους εξωτερικούς λίθους της δυτικής πλευράς του στερεοβάτου λανθάνει μια άλλη κατασκευή της οποίας ο προσανατολισμός αποκλίνει των αξόνων του Παρθενώνος κατά –3,5 βαθμούς προς τα αριστερά.
• Στη νότια πλευρά του στερεοβάτου και επί μήκους σχεδόν 20 μ. από τη ΝΔ γωνία, οι λίθοι της 18ης στρώσεως έχουν λοξή την κατεύθυνση προς το εσωτερικό της κατασκευής. Η απόκλισή των από τον άξονα του ναού είναι επίσης –3,5 βαθμοί προς τα αριστερά. Η εξήγηση είναι όπως και στην προηγούμενη περίπτωση. Δύναται, όμως, να υποτεθεί ότι οι εν λόγω λοξά τοποθετημένοι λίθοι παρακολουθούν την υποθετική εσωτερική κατασκευή όχι σε όλο το μήκος της, αλλά μόνον στο τμήμα της το οποίο πλησιάζει περισσότερο τη νότια πλευρά του στερεοβάτου.
• Το υπό το βόρειο πτερόν του Παρθενώνος μικρό ιερόν, αποτελούμενο από ναΐσκο και βωμό, είχε ιδιαίτερο προσανατολισμό. Ο άξων του κατά χώραν υποβάθρου του αγάλματος παρουσιάζει απόκλιση –3,5 βαθμών προς τα αριστερά του άξονος του κλασικού ναού.
• Η συμφωνία των αποκλίσεων τόσων διαφορετικών στοιχείων –ναΐσκος στα βόρεια, λάξευμα και ιδιότυπη δομή μέρους του στερεοβάτου στα δυτικά και πάλιν ιδιότυπη δομή μέρους του στερεοβάτου στα νότια– κάνει πιθανόν ότι τα αποκλίνοντα στοιχεία παραλληλίζονται προς τις πλευρές ενός εσωτερικού κτίσματος, του οποίου ο προσανατολισμός διαφέρει κατά 3,5 βαθμούς από εκείνον του στερεοβάτου. Το αθέατο αυτό κτίσμα, αν πράγματι υφίσταται, θα πρέπει να είναι θεμέλιο ή μέρος των θεμελίων ενός μεγάλου ναού, προγενεστέρου του Παρθενώνος Ι.
• Η δυτική πλευρά αυτού του κτίσματος δεν φαίνεται να είναι σε τυχαία θέση: ευρίσκεται περίπου σε μία γραμμή με τη δυτική πρόσοψη του αρχαίου νεώ.
• Η θέση του ναΐσκου δεν είναι τυχαία. Η πρόσοψή του είναι στην ίδια γραμμή με την ανατολική πρόσοψη του αρχαίου νεώ. Στην ίδια γραμμή επίσης ήταν και η πρόσοψη ενός οικήματος στα βόρεια του αρχαίου νεώ, το οποίο υπήρξε ο πρόδρομος του ανατολικού μέρους του Ερεχθείου (Εικόνα 23).
Τα ανωτέρω δεν είναι αποδείξεις. Είναι απλώς ενδείξεις, απαράβλεπτες όμως, οι οποίες δηλώνουν την πιθανότερη θέση και έκταση του ναού με τα μεγάλα πώρινα αετώματα. Το μήκος της κρηπίδος του θα πρέπει να έφθανε περίπου τα 46 μ. Η σχεδιαστική αναπαράσταση της αρχιτεκτονικής αυτού του ναού είναι δυνατή χάρις στο πλήθος και την ποικιλία των υλικών καταλοίπων του. Ό,τι, πάντως, ακολουθεί είναι μόνον μια αναγκαία πρώτη προσέγγιση, βασισμένη σε εκείνα ειδικώς τα θραύσματα που περισσότερο ευνοούν έναν απλό υπολογισμό χωρίς μεγάλα περιθώρια σφάλματος.
Η σε φυσική κλίμακα σχεδίαση και σύγκριση της τομής του εχίνου των καλύτερα σωζόμενων θραυσμάτων κιονόκρανων απέδειξε την ύπαρξη ατομικών διαφορών ως προς την ακριβή μορφή της καμπύλης του εχίνου, της μορφής και του μεγέθους των ιμάντων και ακόμη ως προς την ακριβή διάμετρο του υποτραχηλίου.
Σπουδαιότατο μέσον για τη μελέτη του «κτηρίου Η» είναι το μεσαίο από τα αναχρησιμοποιημένα στο νότιο τείχος επιστύλια. Το αριστερό πέρας του είναι απλό επίπεδο, κατάλληλο για τη συνάρμοση με ένα όμοιο επιστύλιο, το δεξιό, όμως είναι ασυνεχές, κατάλληλο για συνάρμοση με τρεις επάλληλους λίθους ύψους 49, 49 και 59 εκ. Επειδή δεν είναι ακόμη βέβαιον ότι το βαθμιδωτό πέρας είναι αυθεντικό στοιχείο του λίθου, δεν είναι επίσης βέβαιον ότι το επιστύλιο προέρχεται από μια πρόσταση.
Τα τρίγλυφα ήσαν δύο ειδών:
• Τρίγλυφα μονοκόμματα, πλακοειδή, τα οποία κατά κάποιον τρόπο αποτελούσαν είδος επενδύσεως στο άνω μέρος του θριγκού, το οποίο ήταν κτισμένο με κανονικές λιθοπλίνθους.
• Τρίγλυφα λαξευμένα αμέσως επάνω στην επιφάνεια του τοίχου και επομένως αποτελούμενα καθένα από επάλληλους λίθους.
Οι μετόπες του ναού ήσαν διαφόρων ειδών:
• Απλές ακόσμητες πλάκες από υμήττειο μάρμαρο.
• Απλές πλάκες από υμήττειο μάρμαρο με επιχρωματισμένα εγχάρακτα δωρικά φύλλα, ακριβώς κάτω από την κεφαλή. Τέτοιες πλάκες σώζονται αναχρησιμοποιημένες στην επένδυση του μυκηναϊκού τείχους έξω από τα Προπύλαια. Σε δύο από αυτές τις πλάκες είναι χαραγμένη και η περίφημη επιγραφή IGII24.
• Μετόπες με μαρμάρινα γλυπτά, προσκολλημένα σε απλή επίπεδη επιφάνεια, αποτελούμενη από επάλληλες πώρινες λιθοπλίνθους. Τα γλυπτά αυτά δεν είναι άλλα από τις γνωστές ανάγλυφες παραστάσεις θηρίων (λεοπαρδάλεις και λέοντες σε υμήττειο μάρμαρο) στην Αίθουσα Ι του Μουσείου της Ακροπόλεως.
• Πλήρεις γλυπτές μετόπες από υμήττειο μάρμαρο. Οι γνωστοί τέσσερις μικροί ίπποι σε μετωπική όψη (Μουσ. Ακρ. 577) δεν είναι παρά μέρος μιας τέτοιας μετόπης. Το θέμα της, τέθριππο σε μετωπική όψη, όπως και στην πολύ γνωστή παρόμοια μετόπη του ναού C του Σελινούντος, ανήκει προφανώς στον θεματικό κύκλο της Γιγαντομαχίας.
Η Γιγαντομαχία, λοιπόν, ήταν ένα από τα θέματα και στον «πρωταρχικό Παρθενώνα» («κτήριον Η»), όπως ήταν αργότερα και στον ίδιο τον κλασικό Παρθενώνα.
Τα αετώματα του ναού συγκέντρωναν μεγάλες συνθέσεις λεόντων στο μέσον, αφηγηματικών παραστάσεων με μυθικά ή θρησκευτικά θέματα εκατέρωθεν και όφεων στα άκρα. Τη γνώση αυτών των αετωμάτων την οφείλουμε κυρίως στις έξοχες εργασίες του Schuchhardt και του Ι. Beyer.
Η σίμη του ναού ήταν λαξευμένη σε υμήττειο μάρμαρο και έτρεχε σε όλες τις πλευρές. Στην ανατολική και τη δυτική πλευρά, ως επαετίς, διέθετε η σίμη μεγαλύτερο ύψος και πρόσθετη εγχάρακτη κόσμηση: ταινία με το διακοσμητικό γεωμετρικό θέμα του «ψαροκόκαλου» στην ανατολική πλευρά και ταινία με ζατρικοειδές θέμα στη δυτική. Στα άκρα του αετώματος οι ταινίες αυτές κατέληγαν σε μεγάλες όρθιες έλικες.
Για το πρόβλημα της αναπαραστάσεως των ακρωτηρίων που κάποτε κοσμούσαν τα αετώματα του ναού έχουν προταθεί διάφορες λύσεις: οι πιο γνωστές έκαναν χρήση των ανάγλυφων λεοπαρδάλεων, λεόντων (που όμως ανήκουν μάλλον σε μετόπες) ως και θραυσμάτων από μια Γοργώ, ίχνος της οποίας (δάκτυλα ποδιού) σώζεται σε ένα θραύσμα της επαετίδος (Schrader). Η παρούσα έρευνα έδειξε ότι περί τα μέσα του 6ου αιώνα τα ως άνω πρωταρχικά ακρωτήρια αντικαταστάθηκαν.
Για τα νέα ακρωτήρια υπάρχουν ευτυχώς πολύ ασφαλείς αποδείξεις: τα βάθρα των. Από αυτά σώζονται διάφορα θραύσματα, προερχόμενα από το δεξιό ακρωτήριο του δυτικού αετώματος, από το αριστερό του ανατολικού αετώματος και από τα κεντρικά ακρωτήρια αμφοτέρων των αετωμάτων. Τα βάθρα ήσαν και αυτά λαξευμένα σε υμήττειο μάρμαρο, όπως και η ίδια η σίμη. Η μικρότερη ηλικία αυτών των βάθρων αναγνωρίζεται και από τα ίχνη των οδοντωτών εργαλείων που χρησιμοποιήθηκαν για τη λάξευση.
Μεταξύ των γεωμετρικών στοιχείων και λεπτομερειών, των βάθρων αφενός και της σιμής αφετέρου, η συμφωνία των μέτρων και των σχημάτων είναι απόλυτη. Το καλύτερα σωζόμενο από τα βάθρα έχει στο κάτω μέρος μια εξαιρετικά πολύπλοκη μορφή, η οποία δεν είναι άλλο από το αρνητικό σχήμα της αντίστοιχης γωνίας της σιμής και της κεραμώσεως του ναού. Η εφαρμογή του βάθρου στη θέση του είναι ίσως το καλύτερο παράδειγμα πολύπλοκης συμπλοκής γεωμετρικών λαξευτών μορφών. Εκεί όπου στην πλευρά εκροής η σιμή διαθέτει σωληνωτό στόμιο, το βάθρο διαθέτει στην κάτω επιφάνειά του μια αντίστοιχη εκκοίλανση ημικυκλικής διατομής για την ελεύθερη ροή των υδάτων.
Στο άνω μέρος του βάθρου υπάρχει λαξευτή ορθογώνια υποδοχή για την πλίνθο ενός γλυπτού. Από τη μορφή και το μέγεθος της υποδοχής οδηγείται κανείς στη διαπίστωση ότι το γλυπτό αυτό δεν δύναται να είναι άλλο από την αρχαϊκή μαρμάρινη Σφίγγα, η οποία βρέθηκε το 1883 στα ανατολικά του Παρθενώνος.
Από τα συναρμοσμένα θραύσματα του βάθρου της κορυφής του δυτικού, μάλλον, αετώματος είναι δυνατή η ακριβής αναπαράσταση της μορφής του. Ήταν ένας ορθογώνιος λίθος πλάτους 83 εκ., ο οποίος έφθανε σε βάθος 1.20 μ. από την όψη της σιμής. Το μεγάλο λάξευμα στο άνω μέρος του μαρτυρεί την αντικατάσταση του νέου ακρωτηρίου από ένα ακόμη νεώτερο (μεγάλο ανθέμιο;).
Από το παρόμοιο βάθρο της κορυφής του ανατολικού, μάλλον, αετώματος σώζονται δύο θραύσματα τα οποία αποδεικνύουν ότι και αυτό το νέο βάθρο είχε δύο φάσεις. Κατά την πρώτη ήταν ένα απλό ορθογώνιο, όπως αυτό που ήδη περιγράψαμε. Κατά την επόμενη φάση προστέθηκαν εκατέρωθεν και συνδέθηκαν με συνδέσμους μορφής διπλού Τ δύο τετράγωνοι λίθοι. Το πιθανότερο είναι ότι οι λίθοι αυτοί εξυπηρέτησαν την τοποθέτηση δύο κορών εκατέρωθεν του νέου ακρωτηρίου.
ΙΕΡΟΝ ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΟΣ
Κάτω από το βόρειο πτερόν του Παρθενώνος, και σε επιφάνεια που αντιστοιχεί στο διάστημα μεταξύ 5ου και 8ου κίονος, υπήρχε από παλαιότερη εποχή ένα μικρό ιερό αποτελούμενο από έναν βωμό στο ανατολικό μέρος και μικρό ναΐσκο ή μάλλον οίκημα (ναΐσκος χωρίς κίονες) στο δυτικό. Ο ναΐσκος πρέπει να στέγαζε ένα άγαλμα, του οποίου το υπόβαθρο σώζεται ακόμη στη θέση του. Το ιερό αυτό ήταν μέχρι το 447 π.Χ. ελεύθερο, έξω από τη βόρεια πλευρά του Προπαρθενώνος.
Ο αρχικός προσανατολισμός του μικρού ιερού, μετρήσιμος με ειδικό τρόπο στο κατά χώραν υπόβαθρο του αγάλματος, παρουσιάζει αριστερόστροφη απόκλιση 3,5 βαθμών έναντι του άξονος του κλασικού ναού. Από τη μορφή του ιερού και τη θέση του στη βόρεια πλευρά του Παρθενώνος συνάγεται ότι τούτο θα πρέπει να είναι το αναφερόμενο από τον Παυσανία ιερόν της Αθηνάς Εργάνης.
ΣΥΓΚΕΦΑΛΑΙΩΣΗ
Οι φάσεις του ιερού της Αθηνάς συνοψίζονται ως εξής:
Α. Άγνωστη αρχική μορφή του κεντρικού τεμένους στη βόρεια πλευρά της κεντρικής οδού, με βωμό στο ανατολικό μέρος και μικρό ναό στα δυτικά. Το τέμενος εκτείνεται και στην άλλη πλευρά της οδού.
Β. (8ος-7ος αι. π.Χ.) Ανανέωση του ναού. Ο ναός είναι μάλλον χωρίς περίσταση, πλίνθινος με ξύλινους κίονες και, προς το τέλος της περιόδου, με πλούσια κεράμωση. Στεγάζει το ξύλινο άγαλμα της Αθηνάς. Ένας ακόμη ναός ανιδρύεται στο νότιο μέρος του τεμένους, στη θέση του σημερινού Παρθενώνος. Στο εξής, οι δύο ναοί θα συνυπάρχουν υπηρετώντας τις δύο κύριες υποστάσεις της Αθηνάς. Οι υποστάσεις αυτές τεκμηριώνονται και από τη σχετική εικονογραφία: η ειρηνική Αθηνά Πολιάς ή πολιούχος παρίσταται ένθρονη, η πολεμική Αθηνά Παρθένος παρίσταται όρθια και πάνοπλη.
Γ. (566 π.Χ.) Αναδιοργάνωση της τελετής των Παναθηναίων και ταχεία ανοικοδόμηση του νοτίου ναού («κτήριον Η» ή «πρωταρχικός Παρθενών»): εξάστυλος περίπτερος με πώρινη αρχιτεκτονική και πώρινα αετώματα. Μερικές μετόπες του και η περίμετρος της κεραμώσεως είναι από υμήττειο μάρμαρο. Βορείως του ναού διαμορφώνεται ένα μικρό Ιερό (της Εργάνης Αθηνάς;) με βωμό και ναΐσκο ή, μάλλον, μικρό οίκημα (ναΐσκος χωρίς κίονες), παρόμοιο προς εκείνο της Αθηνάς Νίκης.
Δ. (Επί Πεισιστρατιδών) Ανοικοδόμηση του αρχαίου νεώ: εξάστυλος περίπτερος πώρινος με μαρμάρινα αετώματα. Βορείως του ναού υφίστανται μερικά μικρά τεμένη και ιερά: Ερέχθειον, Πανδρόσειον, Κεκρόπιον κ.λπ. Στα τεμένη αυτά υπάρχουν ήδη μερικά μικρά δωρικά κτίσματα, ναΐσκοι ή (ή και) οικήματα.
Ε. (Τέλη 6ου αρχές 5ου αι. π.Χ., πρόγραμμα της νεοσύστατης δημοκρατίας εις αντικατάσταση του σχετικού προγράμματος για το Ολυμπιείον) Εργασίες για την ανέγερση ενός νέου, πολύ μεγαλύτερου ναού (Παρθενών Ι) στη θέση του πρωταρχικού Παρθενώνος. Απαιτείται πολύς χώρος προς νότο, επάνω από την κατωφέρεια του βράχου και επομένως είναι αναγκαία η κατασκευή ογκώδους υποδομής (στερεοβάτης).
ΣΤ. (490-495 π.Χ., μετά τη νίκη στον Μαραθώνα) Το σχέδιο αναθεωρείται (Παρθενών II, ή μαρμάρινος Προπαρθενών), αντί πώρου χρησιμοποιείται μάρμαρο, οι διαστάσεις, όμως, περιορίζονται κάπως, πράγμα που διευκολύνει και την περαιτέρω διατήρηση του προς βορράν ιερού. Στο ίδιο πρόγραμμα περιλαμβάνεται και η κατασκευή ενός μαρμάρινου προπύλου στη δυτική είσοδο της Ακροπόλεως.
Καθ' όλη τη διάρκεια των ως άνω η νότια πλευρά της Ακροπόλεως υφίστατο με την παλαιά, μυκηναϊκής εποχής μορφή της, κύριο χαρακτηριστικό της οποίας ήταν η προς νότο κρημνώδης κατωφέρεια του βράχου με το μυκηναϊκό τείχος, εν τω μεταξύ ημικατεστραμμένο, σε στάθμη πολύ χαμηλότερη (μέχρι 20 μ.!) από την κεντρική ράχη του βράχου.
Ζ. (480 π.Χ.) Καταστροφή των ιερών της Ακροπόλεως και ειδικότερα του αρχαίου νεώ. Ο ημιτελής Προπαρθενών καταστρέφεται (και μαζί του τα πιθανώς ακόμη διατηρούμενα μικρά μέρη του πρωταρχικού Παρθενώνος). Το ημιτελές μαρμάρινο πρόπυλο της Ακροπόλεως καταστρέφεται επίσης.
Η. (Μετά τα Περσικά) Πρόχειρη επισκευή μέρους του αρχαίου νεώ. Νέα κατασκευή ή επισκευή προϋπάρχοντος οικήματος στα βόρεια του ναού (στη θέση του ανατολικού διαμερίσματος του Ερεχθείου). Στο οίκημα αυτό στεγάζεται το αρχαίον άγαλμα. Κατασκευή μέρους του βορείου τείχους. Ανέγερση του νοτίου και ανατολικού τείχους (466 π.Χ.).
Θ. (Επί Περικλέους) Γενική αναθεώρηση του ολικού σχεδίου της Ακροπόλεως και παράλληλα προγράμματα για την εκ βάθρων ανανέωση ή και την κατάργηση ορισμένων κτηρίων, συμπεριλαμβανομένων και των ήδη επισκευασμένων. Από τον αρχαίο νεώ διατηρείται μόνον το δυτικό μέρος του σηκού του, ο Οπισθόδομος. Η οικοδόμηση του Ερεχθείου και των Προπυλαίων αρχίζει μετά την περάτωση των οικοδομικών εργασιών στον Παρθενώνα. Στα θεμέλια του Ερεχθείου χρησιμοποιούνται και μάρμαρα του ημιτελούς προπύλου και λίθοι του στυλοβάτου του αρχαίου νεώ χρησιμοποιούνται στη δυτική πλευρά του ανδήρου του Παρθενώνος.
Οι εδαφικές διαμορφώσεις στα νότια και ανατολικά του Παρθενώνος ως και οι σχετικές εργασίες περατώσεως του άνω μέρους του τείχους ποτέ δεν ολοκληρώθηκαν. Αυτός, πάντως, δεν είναι ο λόγος της... απουσίας ενός βωμού στα ανατολικά του Παρθενώνος.
Η απουσία βωμού στα ανατολικά του Παρθενώνος και η ανυπαρξία, ή μη διατήρηση, μαρτυριών ονομάτων ιερειών του Παρθενώνος είναι οι αφορμές μιας θεωρίας σύμφωνα με την οποία ο Παρθενών δεν πρέπει να διέθετε αληθινό θρησκευτικό περιεχόμενο, αλλά μόνον πολιτικό. Η θεωρία αυτή, κάπως ελκυστική λόγω του φαινομενικά «μοντέρνου» πνεύματός της (στην πραγματικότητα είναι μια θεωρία του Α. Michaelis!), είναι εν τέλει αβάσιμη.
Ο αριθμός των βωμών, όχι μόνον στα αθηναϊκά αλλά σε όλα σχεδόν τα ελληνικά ιερά, ήταν ανεξάρτητος από τον αριθμό των ναών. Στη Δήλο πολλοί ναοί του Απόλλωνος ήσαν αντιταγμένοι σε έναν μόνον βωμό του θεού και στη Σάμο ο μεγάλος βωμός εξυπηρετούσε ακόμη περισσότερους ναούς. Για μία και την αυτή θεότητα ένας και μόνος βωμός αρκούσε, ασχέτως εάν η ύπαρξη περισσοτέρων αγαλμάτων ή άλλων λόγων είχε ως αποτέλεσμα την ύπαρξη περισσοτέρων ναών. Από την άλλη πλευρά, κάποιες μάλλον εξειδικευμένες υποστάσεις μιας και της αυτής θεότητας –Αθηνά Νίκη, Υγεία, Εργάνη– διέθεταν ιδιαίτερους βωμούς εφόσον διέθεταν ιδιαίτερα, αφιστάμενα τεμένη.
Υπέρ του θρησκευτικού περιεχομένου του Παρθενώνος ομιλεί η μακρά αλληλουχία διαδοχικών ναών στην ίδια θέση. Ομιλεί ακόμη η ιδιοτυπία της κατόψεώς του. Το μεγάλο δυτικό διαμέρισμα δεν έγινε για τον επιφανειακό λόγο της στεγάσεως του ταμείου της Δηλιακής Συμμαχίας: ο Προπαρθενών διέθετε ένα ακριβώς όμοιο δυτικό διαμέρισμα πολύ πριν από την ύπαρξη της Συμμαχίας. Αλλά τέτοια διαμερίσματα με είσοδο από τα δυτικά υπήρχαν και στους άλλους ναούς της Αθηνάς επί της Ακροπόλεως:
Εύλογο είναι, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι το δυτικό διαμέρισμα των ναών της Ακροπόλεως, συμπεριλαμβανομένου και του Παρθενώνος, ήταν ένα πολύ σπουδαίο μέρος των, απαιτούμενο από τις ιδιαίτερες παραδόσεις του ιερού και κυρίως από τη διατήρηση λατρειών παλαιοτέρων της λατρείας των θεών του Ολύμπου.
Αλλά τότε τι απομένει από το περίφημο πολιτικό περιεχόμενο του Παρθενώνος;
Απομένουν περίπου όλα όσα έχουν λεχθεί γι’ αυτό (δημιουργία θέσεων εργασίας, προβολή πολιτικών και πολιτιστικών αξιών, επίδειξη δυνάμεως κ.ά.)! Με τα προηγούμενα δεν επιχειρήθηκε η άρνηση του πολιτικού περιεχομένου, αλλά μόνον ο αντίλoγος στον ισχυρισμό περί απουσίας θρησκευτικού περιεχομένου. Η συνύπαρξη θρησκευτικού και πολιτικού περιεχομένου δεν είναι ένα ζήτημα ειδικώς του Παρθενώνος.
Η επισκόπηση των τοπογραφικών ζητημάτων του κεντρικού ιερού της Ακροπόλεως ας κλείσει με μια σημείωση για τις τωρινές δυνατότητες εμπλουτισμού των παλαιοτέρων γνώσεων. Η γενική εντύπωση ότι η αρχαιολογική ανασκαφή της Ακροπόλεως υπήρξε εξαντλητική δεν ανταποκρίνεται ακριβώς στην πραγματικότητα.
(ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΟΡΡΕΣ
ΑΡΧΙΤΕΚΤΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ)
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ
* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ : ΜΕΡΟΣ Α' - ΜΕΡΟΣ Β'
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου