ΤΑ ΜΕΓΑΛΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΚΑΤΑΓΩΓΗ
Η καταγωγή των θολωτών τάφων αποτελεί ως σήμερα ένα κεφάλαιο ανοιχτό στην αρχαιολογική έρευνα. Κατά την Vermeule αλλά και άλλων ,πρόκειται για την αυτόχθονα τάση των μυκηναίων προς τα ταφικά κυκλικά οικοδομήματα και τον μεγαλιθισμό με αναφορές στην Κρήτη ,αλλά και σε συνδυασμό με μια νέα αίσθηση πολιτικού ανταγωνισμού των μυκηναίων βασιλέων όλα αυτά σε συνδυασμό παραγόντων.
Η ταφική αρχιτεκτονική των μυκηναϊκών θολωτών τάφων ακολουθεί τη μινωικό. Ο τάφος στο Καμιλάρι της Μεσσαράς θεωρείται πρόδρομος των μεγαλόπρεπων μυκηναϊκών τάφων. Αντίθετα όμως με τους μινωικούς, που είναι υπέργειοι και δεν καλύπτονται με τύμβο, οι μυκηναϊκοί θολωτοί τάφοι της Αργολίδας είναι υπόγειοι, διαθέτουν δρόμο και καλύπτονται με τεχνητή επίχωση, τον τύμβο. Ανήκουν σε μια μόνο οικογένεια και μπορούν να θεωρηθούν τάφοι ατομικοί, προορισμένοι για τον ηγεμόνα και τα μέλη της οικογένειας του.
ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ
Οι περισσότεροι τάφοι ιδρύθηκαν σε Πρωτοελλαδικό ΙΙ περιβάλλον. Χρονολογικά ανήκουν στην Υστεροελλαδική ΙΙΙ Α-Β περίοδο, και στους πιο πολλούς παρατηρήθηκε μεταγενέστερη χρήση ή και λατρεία (ευρήματα πρωτογεωμετρικών, κλασικών και ρωμαϊκών χρόνων). Θολωτοί τάφοι απαντούν ήδη στην κεντρική Κρήτη κατά την Πρωτομινωική Περίοδο και στη Μεσσηνία κατά τη Μεσοελλαδική ΙΙΙ. Στην Αργολίδα εμφανίζονται κατά την Υστεροελλαδική ΙΙ περίοδο.
Οι τάφοι των Μυκηναίων παρουσιάζονται όπως αναφέραμε με τρεις διαφορετικούς τύπους: τους λακκοειδείς, τους θαλαμωτούς και τους θολωτούς. Οι πρώτοι, οι απλούστεροι, αποτελούνται από ένα μακρόστενο κάθετο άνοιγμα που σκεπαζόταν με ακατέργαστες λίθινες πλάκες. Οι θαλαμωτοί λαξεύονται στο μαλακό πέτρωμα στις πλαγιές υψωμάτων και αποτελούνται από δύο τμήματα, τον δρόμο και τον κυρίως θάλαμο και καμιά φορά και από πλευρικό ταφικό δωμάτιο. Στους θαλάμους έφθανε κανείς μέσα από έναν κατηφορικό δρόμο που κατέληγε στη θύρα με το υπέρθυρο που οδηγούσε μέσα στο θάλαμο. Μετά την ταφή έφραζαν το στόμιο με ξερολιθιά. Τα λαμπρότερα αρχιτεκτονικά επιτεύγματα αποτελούν οι θολωτοί τάφοι.
Πρόκειται για υπόγεια κυκλικά κτίσματα με ισόδομους λίθους και σχήμα κωνικό. Διαθέτουν και αυτοί δρόμο, θύρα και στόμιο. Ο μακρύς δρόμος είναι σκαμμένος οριζόντια στη πλαγιά λόφου (όχι επικλινής), που μέσω του στομίου οδηγεί σ’ ένα θάλαμο κυκλικής κάτοψης, στεγασμένο με θόλο. Ο δρόμος ήταν διαμορφωμένος ανάλογα με το μέγεθος και την ποιότητα της κατασκευής των τάφων, ως μια μικρή δίοδος λαξεμένη στο βράχο ή μια επιμελημένη λιθόκτιστη κατασκευή. Τα τοιχώματά του είναι κάθετα, ενώ η είσοδος και ο θάλαμος είναι οικοδομημένος με ογκόλιθους, άλλοτε πάνω από την επιφάνεια του εδάφους (σκεπαζόταν με χώμα δίνοντας την όψη τύμβου) και άλλοτε σε βαθύ κυκλικό σκάμμα ανοιγμένο στην πλαγιά ενός λόφου. Η διάμετρος ποικίλλει από τα 3,50 μ. έως τα 14,50 μ. του θησαυρού του Ατρέως.
Η θόλος είναι κατασκευασμένη από πάνω σαν πηγάδι και οι πλευρές της χτίζονταν με ογκόλιθους τοποθετημένους κατά στρώσεις με τέτοιο τρόπο, ώστε κάθε στρώση να εξέχει λίγο περισσότερο προς το εσωτερικό της θόλου από την αμέσως κατώτερή της (εκφορικό σύστημα), έτσι ώστε το άνοιγμα να στενεύει προς τα πάνω, έως ότου έμενε μόνο μια οπή. Ο μεγάλος λίθος της κορυφής του θόλου, που έκλεινε την οπή, λέγεται «κλειδί», επειδή εξασφαλίζει τη συνοχή σ’ ολόκληρο το οικοδόμημα. Οι θόλοι είναι κυκλικοί στην κάτοψη κι επειδή θυμίζουν εσωτερικά κυψέλη, συχνά αναφέρονται και ως κυψελόσχημοι.
ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ
Συνολικά, οι θολωτοί τάφοι που έχουν βρεθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα είναι 120. Από αυτούς, οι 14 μεγαλύτεροι θεωρούνται σημαντικά αρχιτεκτονικά επιτεύγματα, καθώς οι θολωτές κατασκευές αντιμετώπιζαν σοβαρά στατικά προβλήματα, όταν η διάμετρός τους ξεπερνούσε τα 6 μ. Συγκεκριμένα το στόμιό τους κινδύνευε να καταρρεύσει από το υπερβολικό βάρος του υπέρθυρου, όπως το συμπαγές υπέρθυρο του Ατρέα που ζυγίζει 120 τόνους. Μια προστατευτική τεχνική που εφαρμόστηκε για να αποφευχθεί αυτό το πρόβλημα ήταν η επινόηση του ανακουφιστικού τριγώνου που μετέφερε το βάρος του υπέρθυρου στις παραστάδες και τις πλευρές της θόλου.
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΜΕΡΙΚΩΝ ΜΝΗΜΕΙΩΝ
ΜΥΚΗΝΩΝ
Ο τάφος της «Κλυταιμνήστρας» βρίσκεται έξω από την Ακρόπολη των Μυκηνών και χτίστηκε γύρω στα 1220 π. Χ. . Ο δρόμος του τάφου έχει μήκος 37 μέτρα και πλάτος 6. Ελάχιστα στοιχεία σώζονται από τον γλυπτό διάκοσμο της πρόσοψης. Η διάμετρος του θαλάμου του τάφου είναι 13,5 μέτρα.
Ο θολωτός τάφος του Ατρέως δέσποζε στη δυτική πλαγιά της ράχης της Παναγίτσας, στα ΝΔ της ακρόπολης των Μυκηνών και επάνω στον οδικό άξονα, που συνέδεε τις Μυκήνες με το Ηραίο του Άργους. Πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους και τελειότερους μυκηναϊκούς θολωτούς τάφους και τον πιο εντυπωσιακό από τους 9, που συνολικά έχουν βρεθεί στις Μυκήνες.
Η πρόσβαση στον τάφο γινόταν μέσω του δρόμου, μήκους 36 μ. και πλάτους 6 μ, που είναι λαξευμένος στο βράχο και επενδυμένος με λείους επιμήκεις λίθους από αμυγδαλόπετρα, τοποθετημένους σε οριζόντιες στρώσεις, κατά το ψευδοϊσόδομο σύστημα. Στο ανατολικό του άκρο εδράζεται σε άνδηρο και ορίζεται από τοίχο κτισμένο με πώρινους λίθους. Ο δρόμος οδηγεί στο στόμιο του τάφου, που έχει μήκος 5,40 μ. Ήταν φραγμένο με συσσωρευμένες μικρές πέτρες έως την ξύλινη, δίφυλλη και πιθανόν επενδυμένη με χαλκό θύρα, ύψους 5,40 μ. και πλάτους 2,40 μ.
Ο κυκλικός θάλαμος του τάφου, διαμέτρου 14,60 μ. και ύψους 13,40 μ., καλύπτεται με κυψελοειδή θόλο και είναι κτισμένος με 33 αλλεπάλληλες σειρές από λείους επιμήκεις αμυγδαλόλιθους, τέλεια συναρμολογημένους, ώστε ο καθένας να εξέχει ελάχιστα από τον κατώτερο. Ο τελευταίος λίθος, το «κλειδί», φράζει την οπή στην κορυφή της θόλου εξασφαλίζοντας την ισορροπία και τη συνοχή της και είναι το μόνο στοιχείο όλης της κατασκευής που έχει αντικατασταθεί στη σύγχρονη εποχή. Το εσωτερικό της θόλου διακοσμούσαν χάλκινοι ρόδακες στους αρμούς των λίθων, από τους οποίους έχουν παραμείνει στη θέση τους μόνο τα καρφιά από την τρίτη σειρά και επάνω.
Μετά τη μυκηναϊκή εποχή, το μνημείο δεν χρησιμοποιήθηκε πια ως τάφος. Αγγεία αρχαϊκής εποχής, που βρέθηκαν απέναντι από τον τοίχο που στήριζε τον τύμβο, αποτελούν πιθανόν ίχνη προγονολατρείας. Ο τάφος είχε ήδη λεηλατηθεί το 2ο αιώνα μ.Χ., όταν τον επισκέφθηκε ο Παυσανίας και ήταν εν μέρει καταχωμένος, όταν στους περασμένους αιώνες βοσκοί τον χρησιμοποιούσαν ως καταφύγιο, αφαιρώντας το «κλειδί», προκειμένου να έχει διέξοδο ο καπνός από τις φωτιές τους, που άφησε τα ίχνη του στις παρειές της θόλου.
ΑΧΑΡΝΩΝ - ΑΤΤΙΚΗ
Στις Αχαρνές βρίσκεται ο επιβλητικότερος και ο καλύτερα διατηρημένος μυκηναϊκός θολωτός τάφος της Αττικής. Ο τάφος των Αχαρνών ανασκάφηκε στα 1879 από Γερμανούς αρχαιολόγους, στην πλαγιά τεχνητού λόφου. Ο τάφος χρονολογείται στην Υστεροελλαδική III εποχή (14ος-13ος αιώνας π.Χ.). Αποτελείται από το δρόμο, δηλαδή το διάδρομο που οδηγούσε στον τάφο, το στόμιο και το θάλαμο. Είναι υπόγειος, κτισμένος µε σχετικά μικρές πέτρες ακανόνιστου σχήματος. Ο δρόμος έχει μήκος 27 μ. και πλάτος 3 μ. Το σχήμα του θαλάμου είναι κωνικό και θυμίζει τεράστια κυψέλη. Η διάμετρος της θόλου είναι 8,35 µ. και το ύψος της 8,74 µ.
Πρόκειται για τον τάφο σημαντικού προσώπου της περιοχής, όπως πιστοποιούν το είδος του τάφου και τα πολυάριθμα κοσμήματα άριστης καλλιτεχνικής ποιότητας. Ιδιαίτερα πλούσιος, ο τάφος περιείχε πήλινα και λίθινα αγγεία, χάλκινα όπλα, ελεφάντινα αντικείμενα, σφραγιδόλιθους, κοσμήματα από χρυσό, άργυρο, χαλκό, υαλόμαζα και φαγεντιανή. Τα μοτίβα των κοσμημάτων και των αγγείων είναι γνωστά μυκηναϊκά-μινωικά σχέδια.
Άλλο αξιόλογο εύρημα είναι μια ελεφάντινη κυλινδρική πυξίδα µε πώμα. Η πυξίδα είναι διακοσμημένη µε ανάγλυφα κριάρια σε δύο ζώνες, ενώ το πώμα µε τέσσερα κριάρια σε ακτινωτή διάταξη. Τα ευρήματα δείχνουν την οικονομική ευρωστία των κατόχων του τάφου, το επίπεδο πολιτισμού και την υψηλή κοινωνική τους θέση.
ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΗΛΕΙΑ
Πολιτιστική και Πολιτική Εξέλιξη, Εθνολογικά Δεδομένα και Προβλήματα
Για την επίτευξη των παραπάνω βασιστήκαμε στην περιγραφή, καταγραφή και μελέτη αδημοσίευτου υλικού, κυρίως ακέραιων αγγείων, από πέντε ταφικά σύνολα ή νεκροταφεία (Διάσελλα, Μακρίσια, Στραβοκέφαλο, Νέο Μουσείο, Στρέφι), την αναδημοσίευση παλαιοτέρων ανασκαφών, όπως για παράδειγμα στον Κακόβατο, καθώς και την αξιοποίηση του συνόλου των βιβλιογραφικών πηγών.
Γεωγραφικές και Πολιτιστικές Ενότητες
Κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, στην Ηλεία διαμορφώνονται τρεις γεωγραφικές και πολιτιστικές ενότητες: η βόρεια Τριφυλία, η περιοχή της Αρχαίας Ολυμπίας, του Πύργου και της Κεντρικής Ηλείας και τέλος η βορειοανατολική Ηλεία μαζί με την Αχαΐα. Τα οικιστικά κατάλοιπα υπήρξαν ελάχιστα. Ωστόσο, ο εντοπισμός και η έρευνα δεκάδων ταφικών μνημείων –τύμβων, θολωτών, θαλαμωτών, λακκοειδών και των λεγόμενων «υβριδικών», δηλαδή ημιτελών θαλαμωτών– παρέχει τη δυνατότητα εκτίμησης της πληθυσμιακής πυκνότητας και της χωρικής εξάπλωσης των οικισμών κατά τη μυκηναϊκή περίοδο.
Στη διάρκεια της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, το οικιστικό πλέγμα διαμορφώνεται κατά μήκος σημαντικών συγκοινωνιακών αξόνων, που σχετίζονται με:
α) χερσαία «περάσματα», από τη βόρεια προς τη νότια Πελοπόννησο (Επιτάλιο, Σαμικό, Κακόβατος, Λέπρεο).
β) ποταμούς, οι οποίοι, κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία, πιθανώς υπήρξαν στο σύνολό τους ή εν μέρει πλωτοί. Πληθυσμιακή συγκέντρωση παρατηρείται κατά μήκος του Αλφειού (Διάσελλα, Νέο Μουσείο, Στρέφι, Μακρίσια, Μιράκα) ή των παραποτάμων του (Κλαδέος, Στραβοκέφαλο, Καυκανιά). Σημαντικός ποταμός, κατά μήκος του οποίου συγκροτήθηκαν οικιστικά σύνολα, υπήρξε και ο Πηνειός (Κλινδιάς, Αγραπιδοχώρι, Αγ. Τριάδα). Και στις δύο περιπτώσεις διευκολυνόταν η πρόσβαση προς το εσωτερικό της Πελοποννήσου αλλά και προς τις ακτές του Ιονίου.
Πρώιμοι Μυκηναϊκοί Χρόνοι
Υστεροελλαδική (ΥΕ) Ι–ΙΙ περίοδος: Οι πρώιμοι μυκηναϊκοί χρόνοι περιορίζονται γεωγραφικά στην περιοχή της βόρειας Τριφυλίας, δηλαδή την Ηλεία στα νότια του Αλφειού. Τα χαρακτηριστικά της περιόδου συνοψίζονται στα εξής :
α) Συναντάται γενικευμένη χρήση ταφικών τύμβων (Σαμικό, Προφήτης Ηλίας Μακρισίων. Στην περίπτωση της Ηλείας, όπως και της Μεσσηνίας, οι τύμβοι δέχονται περισσότερες από μία ταφές, λειτουργώντας ως οικογενειακοί τάφοι.
β) Χτίζονται εντυπωσιακοί, ως προς το μέγεθος (Κακόβατος) ή και μικρότεροι (Σαμικό) θολωτοί τάφοι (εικ. 4). Ο αρχιτεκτονικός τύπος απαντά με αυξημένη συχνότητα στη Μεσσηνία, όπου σπανίζουν οι θαλαμωτοί, ενώ το ίδιο επισημαίνεται και στην Τριφυλία.
γ) Τα ανασκαμμένα ταφικά μνημεία, οι θολωτοί Α, Β και C του Κακοβάτου (εικ. 6-10), και ιδίως ο C (εικ. 7, 10), παρουσιάζουν πληθώρα αρχιτεκτονικών «αρχαϊσμών», όπως η χρήση μικρών διαστάσεων λίθων, η απουσία δρόμου και διαμορφωμένου στομίου και ένα ελάχιστα σκαμμένο όρυγμα αντιστήριξης στο φυσικό έδαφος, χαρακτηριστικά που δηλώνουν ότι η περιοχή εντάσσεται σε μία διοικητική ή πολιτειακή οντότητα, στο πλαίσιο της οποίας ο θολωτός τάφος έχει υιοθετηθεί ως πρακτική ταφής, και ότι έχουν πραγματοποιηθεί πειραματισμοί και έχουν εξαχθεί συμπεράσματα για την εξασφάλιση της στατικότητάς του. Είναι φανερό πως η κατασκευή των τάφων αυτών απαιτεί εξειδικευμένα συνεργεία, απασχόληση δεκάδων ανθρώπων και επένδυση χρόνου και χρήματος. Στην ουσία λοιπόν η ανέγερση ενός μνημείου με διάμετρο και ύψος περίπου 12 μ., αντικατοπτρίζει τη δύναμη, τον πλούτο αλλά και την ανάγκη προπαγάνδας και εμπέδωσης της κρατικής εξουσίας και της κοινωνικοοικονομικής ιεραρχίας.
δ) Η ένταξη της βόρειας Τριφυλίας στη μεσσηνιακή πολιτισμική και πολιτική ενότητα μαρτυρείται όχι μόνο από την κατασκευή τύμβων και θολωτών τάφων, αλλά και από την εκτέλεση παρόμοιων ταφικών πρακτικών, όπως για παράδειγμα η παρουσία κεκαμμένου ξίφους στον τάφο Β του Κακοβάτου, την προσφορά παραπλήσιων κτερισμάτων μικροτεχνίας και μεταλλοτεχνίας (χρυσό περίαπτο γλαυκός, ήλεκτρο, ψήφοι αμέθυστου, ξίφος τύπου Α – εικ. 12-13), την απόθεση αγγείων, όμοιων είτε ως προς το σχήμα είτε ως προς το διάκοσμο. Αναφέρονται ενδεικτικά η αμφίπροχος κύλικα, αμφορείς με ελλειπτικό στόμιο, πιθοειδή, κάνθαρος, ανακτορικοί πιθαμφορείς.
ε) Ο Κακόβατος, θέση στρατηγικής σημασίας, αναπτύσσεται γοργά και εξελίσσεται σε οικονομικό και διοικητικό κέντρο ή ηγεμονία της ευρύτερης περιοχής. Οι κάτοικοί του κτίζουν θολωτούς τάφους, μνημειοποιώντας την είσοδο του οικισμού και διατρανώνοντας τη δύναμη του τοπικού ηγεμόνα ή της οικογένειάς του. Ασχολούνται με τη γεωργία και ιδιαίτερα με την εντατική καλλιέργεια σύκων, η οποία υπήρξε εξαιρετικά διαδεδομένη σε ολόκληρη τη νοτιοδυτική Πελοπόννησο, και σχηματίζεται ένα κοινωνικό μόρφωμα με «εξειδίκευση εργασίας». Ακόμη, από τα ταφικά κτερίσματα διαπιστώνεται ότι κάποιοι από τους κατοίκους ασχολήθηκαν ενεργά και με το εμπόριο.
στ) Η χρήση λάκκων εντός των θολωτών ή των τύμβων ανατρέχει στη Μέση Εποχή του Χαλκού και συνδυάζει την υλοποίηση πολλαπλών ενταφιασμών αλλά και την εξασφάλιση της ατομικότητας των νεκρών.
ζ) Η Τριφυλία είναι ενταγμένη στον μυκηναϊκό κόσμο. Δεν βρίσκεται στην περιφέρειά του αλλά αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της όμορης Μεσσηνίας, η οποία κατέστη το δεύτερο, μετά την Αργολίδα, κέντρο διαμόρφωσης του αποκαλούμενου μυκηναϊκού πολιτισμού.
Ύστεροι Μυκηναϊκοί Χρόνοι
ΥΕ ΙΙΙΑ/Β: Κατά την περίοδο αυτή η κατάσταση αλλάζει και το πληθυσμιακό, οικονομικό και πολιτικό κέντρο βάρους μετατοπίζεται βορειότερα. Οι οικισμοί του Κακοβάτου και του Σαμικού σταδιακά εγκαταλείπονται. Ο τύμβος στο Σαμικό εξακολουθεί να δέχεται ταφές μέχρι και την ΥΕ ΙΙΙΒ, οι οποίες είναι ελάχιστες και με κτερίσματα μεσσηνιακής προέλευσης, όπως ραμφόστομη πρόχου και κωνικό ρυτό. Κατά μήκος του Αλφειού και των παραπόταμων του αναδύονται νέα οικιστικά σύνολα, το κράτος της Πύλου ακμάζει επεκτείνοντας ίσως γεωγραφικά τον έλεγχό του προς τον Αλφειό, ενώ παράλληλα, αποκτώντας συγκεντρωτικό γραφειοκρατικό σύστημα, οδηγεί σε οικονομικό μαρασμό τα περιφερειακά «βασίλεια–ηγεμονίες», όπως για παράδειγμα τον Κακόβατο.
Οι νεκροί ενταφιάζονται σε θαλαμωτούς, λακκοειδείς και «υβριδικούς» τάφους (δηλαδή ταφικά μνημεία που διαθέτουν στοιχεία των θαλαμωτών, όπως ο δρόμος και ο θάλαμος, ο οποίος όμως εδώ είναι εξαιρετικά μικρός, αλλά που έμειναν ημιτελή και δεν χρησιμοποιήθηκαν όπως οι θαλαμωτοί και των οποίων οι αιτίες κατασκευής παραμένουν ασαφείς – αδυναμία ολοκλήρωσης, αιφνίδιος θάνατος πολλών μελών της κοινότητας, κατασκευαστικές αδυναμίες;) και όχι σε θολωτούς τάφους. Στην περίπτωση των θαλαμωτών τάφων εξακολουθούν όμως να χρησιμοποιούνται ταφικοί λάκκοι ή πλευρικές κόγχες, προκειμένου να ταφεί το σύνολο της οικογένειας σε ένα μνημείο.
Οι «ακρίτες» της περιοχής της Ολυμπίας εξακολουθούν να διατηρούν στενές σχέσεις με τη Μεσσηνία, κάποια ταφικά κτερίσματα είναι μάλλον μεσσηνιακής προέλευσης, ενώ εμφανίζονται και σχήματα όπως για παράδειγμα οι τρίωτοι αμφορείς, τα οποία επιχωριάζουν στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο και δεν απαντούν συχνά εκτός αυτής. Στο σχηματολόγιο της περιόδου κυριαρχούν τα αλάβαστρα, οι ψευδόστομοι και οι απιόσχημοι πιθαμφορίσκοι.
Ο διάκοσμος περιορίζεται σε γραμμικά και αφηρημένα σχέδια, όπως αγκώνες σε ψευδοστόμους και τρίωτους αμφορείς, δικτυωτό σε αλάβαστρα και απιόσχημους πιθαμφορίσκους και σπάνια σε ψευδόστομους, ενάλληλες γωνίες, φυλλοφόρος σε πιθαμφορίσκους, ψευδόστομους και αλάβαστρα, σχηματοποιημένο μυκηναϊκό άνθος, αχιβάδα κ.λπ..
Στιλιστικά, η Ηλειακή κεραμική κατά την ΥΕ ΙΙΙΑ/Β διαχωρίζεται σε δύο κατηγορίες αγγείων. Η πρώτη περιλαμβάνει σχήματα κλειστών, τα οποία δεν φέρουν εξεζητημένη διακόσμηση και συνήθως αποδίδονται ολόβαφα, όπως οι δίωτοι αμφορείς και τα άωτα αλαβαστροειδή. Στην ίδια ομάδα πρέπει να ενσωματωθούν και τα αγγεία πόσεως, όπως τα κυάθια.
Στη δεύτερη ομάδα ανήκουν οι ψευδόστομοι, οι αμφορείς, οι απιόσχημοι πιθαμφορίσκοι. Τα συγκεκριμένα αγγεία διακοσμούνται με τα συνήθη για την υπόλοιπη μυκηναϊκή επικράτεια μοτίβα, ο πηλός και το επίχρισμά τους είναι καλύτερης ποιότητας, ενώ το σχήμα αποδίδεται προσεκτικά.
Συγκεκριμένα διακρίνονται:
- Ταυτόσημη ταφική πρακτική. Οι νεκροί ενταφιάζονται σε θαλαμωτούς τάφους, αποτίθενται επί του φυσικού εδάφους (σποραδικά σε λάκκους και σπάνια σε κόγχες του δρόμου), οι δευτερογενείς ταφές (ανακομιδές) παραμερίζονται και εάν απαιτηθεί η διενέργεια πρόσθετων ταφών, λαξεύονται παραθάλαμοι (Αγία Τριάδα). Όστρακα, προερχόμενα από τα νεκροταφεία της Αγίας Τριάδας και του Κλαδέου, απεικονίζουν την πρόθεση και την εκφορά των νεκρών, αποκαλύπτοντας με λεπτομέρειες την ταφική πρακτική. Στο κέντρο της σκηνής πρόθεσης στο όστρακο από την Αγία Τριάδα, εικονίζεται ανδρική μορφή, ξαπλωμένη σε νεκρική κλίνη. Κάτω από την κλίνη κείται, με όρθιο το κεφάλι, κάποιο κατοικίδιο, πιθανώς σκύλος ή γάτα. Στα δεξιά της κλίνης έχει αποδοθεί ανδρική μορφή, με σαφή υποδήλωση του φύλου και σε μετωπική στάση, ενώ στα αριστερά έχουν τοποθετηθεί δύο γυναίκες–θρηνωδοί, σε μετωπική στάση και με το κεφάλι τους στραμμένο προς το νεκρό.
- Στις ορεινές κοινότητες παραμένει η έννοια της κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Οι πλουσιότεροι σε κτερίσματα και πλέον επιμελώς λαξευμένοι τάφοι καταλαμβάνουν το κέντρο του νεκροταφείου, ενώ οι φτωχότεροι και πρόχειρα κατασκευασμένοι την περιφέρειά του. Κάποιοι θαλαμωτοί τάφοι περιέχουν αποκλειστικά κεραμική, σε άλλες περιπτώσεις τα αγγεία συνυπάρχουν με ευρήματα από υαλόμαζα, ημιπολύτιμους λίθους, φαγεντιανή, οστό και σπανιότερα από μέταλλο. Τα ευρήματα από το Στραβοκέφαλο και πρόσφατα από τη θέση «Καραβά» Καυκανιάς δηλώνουν τη χρήση των πλακιδίων υαλόμαζας για την κατασκευή νεκρικών διαδημάτων.
- Οι ταφές «πολεμιστών» είναι σπάνιες. Ουσιαστικά, μόνο ένας τάφος της Αγίας Τριάδας μπορεί να χαρακτηρισθεί ως τέτοιος. Αντίθετα, αρκετοί τάφοι που περιέχουν ως κτερίσματα πληθώρα και ποικιλία αμυντικών και επιθετικών όπλων, έχουν εντοπισθεί και ερευνηθεί στην Αχαΐα, όπως στην Κρήνη και την Καλλιθέα. Ίσως λοιπόν η ένταξη της κοινότητας της Αγίας Τριάδας στο πολιτικό και διοικητικό σύστημα της Αχαΐας εξασφάλιζε την ασφάλεια των κατοίκων της πρώτης.
- Διαμορφώνονται ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κεραμικής, που απαντούν αρκετά συχνά στη βορειοδυτική Πελοπόννησο, την Κεφαλονιά και την Κεντρική–Ανατολική Στερεά Ελλάδα (εικ. 25-27), όπως :
α) Ο εντοπισμός δίωτων και τετράωτων αμφορέων μεγάλων διαστάσεων. Αντίθετα, δεν κατασκευάζονται τρίωτοι ούτε δίωτοι αμφορείς με τις λαβές στον ώμο, σχήματα που απαντούν συχνά κυρίως στην κεντρική Ηλεία. Επισημαίνονται επίσης πτηνόσχημοι ασκοί (μόνο ένας στην κεντρική Ηλεία) καθώς και κυλινδρικά ή τριποδικά αλάβαστρα. Επιπλέον, παρατηρούνται μικρά ποσοστά αγγείων πόσεως. Η προσφορά μεγάλων αμφορέων στους νεκρούς ίσως δηλώνει μεταβολή στην οικονομία αλλά και στις ταφικές πρακτικές. Όσοι βίωσαν την καταστροφή των ανακτορικών κέντρων επιθυμούν την αποθησαύριση υλικών αγαθών, και οι αμφορείς συμβάλλουν στην εξασφάλιση εφοδίων για το «ταξίδι» των νεκρών προς την αιωνιότητα.
β) Η παρουσία προχοϊκών κυάθων στην Κεφαλονιά, την Ιθάκη και την Ηλεία (ορισμένα ηλειακά εντάσσονται στην ΥΕ ΙΙΙΒ).
γ) Ο διάκοσμος του σώματος διαφοροποιείται έντονα συγκριτικά με τα αντίστοιχα δείγματα της ΥΕ ΙΙΙΑ/Β. Ο κεραμέας τείνει είτε να αποδώσει ολόβαφο το μέγιστο τμήμα του αγγείου πλην του ώμου είτε να το καλύψει με ισομεγέθεις και σε ίσες αποστάσεις τοποθετημένες ταινίες, όπως παρατηρείται σε ψευδόστομους, δίωτους και τετράωτους αμφορείς και σε ληκύθους.
δ) Ο ώμος διακοσμείται με γραμμικά ή αφηρημένα μοτίβα, ενώ γίνονται δημοφιλή τα πολλαπλά επάλληλα ημικύκλια, που αποδίδονται σε διάφορες παραλλαγές (περίστικτα, κροσσωτά).
ε) Η χρήση αποκομμένων βάσεων κυλίκων ή κρατήρων ως πώματα αγγείων. Το φαινόμενο παρατηρείται στη διάρκεια της ΥΕ ΙΙΙ και επιχωριάζει στην Ηλεία.
στ) Δεν εντοπίζονται σκύφοι ή κύλικες, που είχαν γίνει εξαιρετικά δημοφιλείς στη βορειοανατολική Πελοπόννησο.
Επίλογος
Το τέλος κάθε επιστημονικής μελέτης αφήνει ανοιχτά ερωτήματα, τα οποία θα κληθούν επόμενοι ερευνητές να απαντήσουν, έχοντας πιθανώς στη διάθεσή τους νεότερα αρχαιολογικά δεδομένα, πληρέστερη στρωματογραφική τεκμηρίωση και ικανοποιητική διεπιστημονική υποστήριξη. Η Ηλεία τα τελευταία είκοσι χρόνια έχει αποδώσει σημαντικά ταφικά σύνολα, τα οποία έχουν αλλάξει την άποψή μας για το ρόλο της περιοχής κατά τη διάρκεια της Ύστερης Εποχής του Χαλκού.
Η έρευνα όμως, όπως και η ζωή, συνεχίζεται προσφέροντας πάντα νέα, επιστημονικά τεκμηριωμένα αποτελέσματα.
ΘΟΛΩΤΟΙ ΤΑΦΟΙ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ
Οι θολωτοί τάφοι, εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στην επικράτεια του βασιλείου του Νέστορα στη Μεσσηνία, που θεωρείται «η πατρίδα του θολωτού τάφου», πριν εξαπλωθούν στην υπόλοιπη Ελλάδα. Στη Μεσσηνία υπάρχουν οι περισσότεροι θολωτοί τάφοι όλης της Ελλάδας, που χρονολογούνται από τα τέλη του 17ου αιώνα π.Χ. και εδώ συναντάται όλη η αλυσίδα της αρχιτεκτονικής τους εξέλιξης ως το 1200 π.Χ., οπότε έπαψε η κατασκευή των πολυτελών μνημείων. Πρόσφατες αρχιτεκτονικές μελέτες και φωτογραφικές αποτυπώσεις της κατάστασης και της παθολογίας των 33 θολωτών τάφων της Μεσσηνίας δεν υπάρχουν. Σε αρκετούς, η εικόνα που υπάρχει είναι αποσπασματική και χρειάζονται πρόσθετες ανασκαφές.
ΕΓΚΛΙΑΝΟΥ - ΠΑΛΑΤΙ ΤΟΥ ΝΕΣΤΩΡΑ
Ο ένας (Θολωτός τάφος ΙΙΙ), στον Κάτω Εγκλιανό, είναι ορατός δίπλα σε παλαιό αγροτικό οικίσκο, 35 μ. περίπου ΒΔ του δρόμου Χώρας-Πύλου και βρίσκεται 1 χλμ. περίπου ΝΔ του λόφου του Εγκλιανού. Αποκαλύφθηκε το 1939, από την Elizabeth Pierce-Blegen και δημοσιεύθηκε το 1973, από τον Carl Blegen. Ο τάφος φαίνεται ότι κτίσθηκε το α’ ήμισυ του 15ου αιώνα π.Χ. και παρέμεινε σε χρήση, πιθανότατα από τη βασιλική οικογένεια του Εγκλιανού μέχρι και τον 13ο αιώνα π.Χ. Έχει δρόμο μήκους 8,10 μ., είσοδο ύψους 3,10 μ. και ταφικό θάλαμο διαμέτρου 7,66 μ. Σώζεται σε ύψος μόλις 30 εκ.
Ο δρόμος του έχει μήκος 10,50 μ., το στόμιο του έχει ύψος 4,55 μ. και βάθος 4,62 μ. και η διάμετρος του θαλάμου του είναι 9,35 μ. Στο δάπεδο του θαλάμου βρέθηκαν ένας μεγάλος ημικυκλικός λάκκος προορισμένος για ταφές (ανακομιδές) και ένας κτιστός τάφος («σαρκοφάγος»). Υπολογίζεται ότι στο θάλαμο θα είχαν ενταφιασθεί τουλάχιστον 17 άτομα της άρχουσας τάξης, άνδρες και γυναίκες. Ο ταφικός θάλαμος είχε βάναυσα συληθεί ήδη κατά την Αρχαιότητα και τα πάντα στο εσωτερικό του βρέθηκαν διασκορπισμένα.
Περιλαμβάνουν ένα σημαντικό αριθμό κοσμημάτων και άλλων αντικειμένων από χρυσό, ανάμεσα τους 4 χρυσές γλαύκες, 4 σφραγιδόλιθους, μια χρυσή βασιλική σφραγίδα με παράσταση πτερωτού γρύπα εμβληματικού χαρακτήρα, πλήθος ψήφων, κυρίως από αμέθυστο και ένα χρυσό δακτυλίδι με απεικόνιση ιερού κορυφής Μινωικού τύπου.
Στον επιβλητικό λόφο της Περιστεριάς, που απέχει 1-1,5 χλμ. βόρεια από το χωριό Μύρο, ΒΑ της Κυπαρισσίας, βρίσκεται ο μεγαλύτερος θολωτός τάφος της Μεσσηνίας του 16ου αιώνα π.Χ. Πρόκειται για ένα σπουδαίο αρχαιολογικό χώρο τον οποίο οι αρχαιολόγοι αποκαλούν «Μυκήνες της Δυτικής Πελοποννήσου» για τον πλούτο των ευρημάτων και το μέγεθος των κτισμάτων του, που ανάγονται στην 2η χιλιετία π.Χ. Ανήκει σε μεγάλη μυκηναϊκή πόλη που δεν έχει ανασκαφεί ακόμη και βρίσκεται σε θέση που κατοπτεύει τη θάλασσα.
Ο οχυρός λόφος της Περιστεριάς υψώνεται απότομος από τις 3 πλευρές του, με ομαλή πρόσβαση μόνον από τη νότια, όπου δεν αποκλείεται να είχε δημιουργηθεί οχύρωση στους Μυκηναϊκούς χρόνους. Μέχρι σήμερα, στο λόφο έχουν ανασκαφεί 3 θολωτοί μυκηναϊκοί τάφοι, τμήμα ανακτόρου και έχουν αποκαλυφθεί κατάλοιπα οικιών και περιβόλου, ενώ ένας 4ος θολωτός τάφος, ο λεγόμενος Νότιος Θολωτός τάφος 1, βρέθηκε σε οικόπεδο νότια του λόφου, έξω από τον περιφραγμένο αρχαιολογικό χώρο.
Οι αρχαιότερες κατασκευές πάνω στο λόφο, που χρονολογούνται στο τέλος της Μεσοελλαδικής εποχής, εντοπίζονται στην περιοχή γύρω από το μεγάλο θολωτό τάφο 1 (αναστηλωμένο σήμερα).
Πρόκειται για:Το μικρό χρυσοφόρο τάφο, που αποκαλύφθηκε στα δυτικά, δίπλα και πιο χαμηλά από την εξωτερική πλευρά του δυτικού τμήματος του περιβόλου του τύμβου του θολωτού τάφου 1, αμέσως κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Ο τάφος είναι μικρού ύψους, ακανόνιστου σχήματος, σχεδόν τετράγωνος, με στρογγυλεμένες γωνίες, κτισμένος με πλακωτούς ασβεστολιθικούς λίθους και πολύ λεπτές ασβεστολιθικές καλυπτήριες πλάκες, που υποστηρίζονταν από ξύλινες δοκούς. Στο Α, Β, Δ-ΝΔ τμήμα του είχαν συγκεντρωθεί με ανακομιδή τα οστά των παλαιότερων ταφών, ενώ το Β τμήμα του καταλάμβανε διπλή ταφή.
Σύγχρονη με τον χρυσοφόρο τάφο (στα ανατολικά), είναι η λεγόμενη Ανατολική Οικία, όπως δείχνουν τα ευρήματα αμαυρόχρωμης κεραμικής της τελευταίας φάσης της Μεσοελλαδικής εποχής. Το κτίσμα αποτελείται από πολλούς χώρους, που οι τοίχοι τους σώθηκαν σε ύψος ως και 1 μ., επειδή χρησιμοποιήθηκαν ως αναλημματικοί τοίχοι για τον τύμβο του μεταγενέστερου διπλανού θολωτού τάφου 1. Βασικά, βρέθηκαν αντικείμενα οικιακής χρήσης ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει ένα πήλινο κύπελλο, τύπου Κεφτί, με γραπτή διακόσμηση. Κάτω από τα δάπεδα των δωματίων και των αυλών της, εντοπίστηκαν 7 μικροί κιβωτιόσχημοι τάφοι με πολλαπλές παιδικές ταφές, χωρίς κτερίσματα.
Στην ίδια φάση οικοδομείται και ο αρχαιότερος από τους θολωτούς τάφους του λόφου, ο θολωτός τάφος 3, στη δυτική παρυφή του λόφου. Είναι ο μικρότερος σε μέγεθος, αλλά διατήρησε πολλά από τα χρυσά κτερίσματα, που είχαν εναποτεθεί στις λιγοστές ταφές του ταφικού του θαλάμου. Τα ευρήματα και τα στοιχεία πρωιμότητας στην κατασκευή του (μικροί πλακωτοί ασβεστόλιθοι στην πρόσοψη, στο στόμιο και στο θάλαμο, δύο μεγάλες πλάκες για θεμέλιο στις γωνίες της πρόσοψης, που εξείχαν ελαφρά), χρονολογούν το μνημείο στην πρώιμη Υστεροελλαδική Ι φάση.
Κατά την ίδια Υστεροελλαδική Ι φάση οικοδομήθηκε και ο νότιος θολωτός τάφος 1, σε απόσταση 100 μ. νοτιότερα του «Κύκλου». Ήταν ελεύθερος, δηλαδή χωρίς τύμβο, ωστόσο η θόλος έφερε πιθανότατα επικάλυψη από υδατοστεγή πηλό.
Ο οικογενειακός αυτός τάφος είχε χρησιμοποιηθεί για παραπάνω από 15 ταφές, με την αρχαιότερη να ανάγεται στην αρχή της Μυκηναϊκής εποχής (Υστεροελλαδική Ι) και την τελική φάση χρήσης να εκτείνεται ως την Υστεροελλαδική ΙΙΙ-Α1 φάση, δηλαδή χρησιμοποιήθηκε κατά το 16ο και το 15ο αιώνα π.Χ. Εκτός από αγγεία δεν βρέθηκαν μεταλλικά αντικείμενα στον τάφο. Φαίνεται πως αποτέλεσε το νεκροταφείο του πληθυσμού της Περιστεριάς.
Στο τέλος της Υστεροελλαδικής Ι και στην αρχή της Υστεροελλαδικής ΙΙ, δημιουργούνται δύο νέα ταφικά κτίσματα κατασκευάζονται, οι θολωτοί τάφοι 1 και 2. Ο θολωτός τάφος 2 είναι λίγο προγενέστερος του 1 και ανάγεται στα τέλη της Υστεροελλαδικής Ι φάσης. Ήταν σε χρήση κατά την Υστεροελλαδική ΙΙ περίοδο, αλλά κατέρρευσε η θόλος του, γεγονός που τερμάτισε τη λειτουργία του.
Ο νεότερος από τους δυναστικούς θολωτούς τάφους είναι ο θολωτός τάφος 1 (Υστεροελλαδική ΙΙ), στο κέντρο σχεδόν του λόφου. Είναι ο μεγαλύτερος σε μέγεθος από τους θολωτούς τάφους. Έχει επιμελημένη πρόσοψη με λίθινη επένδυση από πωρόλιθο σε όλο της το ύψος. Το στόμιο ιδιαίτερα επιβλητικό, ύψους 5,10 μ., πλάτους 2,33 μ., μήκους 6 μ., ήταν κλειστό με αργολιθοδομή. Στην αριστερή πλευρά της πώρινης πρόσοψης είναι χαραγμένα 2 Κνωσιακά λατομικά σημεία: κλαδί και διπλός πέλεκυς. Το ανώφλι του στομίου αποτελείται από τρία μεγάλα μέρη βάρους μέχρι 22 τόνων το καθένα (από πωρόλιθο ή αμυγδαλίτη), ενώ πιστεύεται ότι υπήρχε και ανακουφιστικό τρίγωνο ώστε το υπερκείμενο βάρος να κατανέμεται στις δύο πλευρικές παραστάδες.
Αν και οι τάφοι της Περιστεριάς είχαν συληθεί ήδη από τη Μυκηναϊκή εποχή, όμως από τα διασωθέντα αντικείμενα μπορούμε να συμπεράνουμε τον πλούτο των πολύτιμων κτερισμάτων. Στο θολωτό τάφο 1 βρέθηκαν χρυσά φυλλάρια, χρυσά κοσμήματα, χρυσά λεπτά δισκάρια με οπή που συνδέονταν με άλλα καρδιόσχημα ελάσματα με έκτυπη διακόσμηση, περιδέραια από χάνδρες αμέθυστου και σκαραβαίος από αμέθυστο.
ΜΑΛΘΗ - ΒΑΣΙΛΙΚΟ – ΟΡΟΣ ΡΑΜΟΒΟΥΝΙ Ή ΛΟΦΟΣ ΜΑΛΘΗ
Η ιστορία των ανασκαφών στο θεωρούμενο αρχαίο Δώριο άρχισε το Πάσχα του 1926 όταν ο τότε δημοδιδάσκαλος στο χωριό Βυδίσοβα (Κόκλα) Σωτήρης Παπαδόπουλος, ευαίσθητος στα θέματα της τοπικής Ιστορίας, υπόδειξε στο Σουηδό Αρχαιολόγο Ν. Valmin, που ερευνούσε στη Μεσσηνία, την ύπαρξη αρχαιοτήτων στην κορυφή του λόφου Μάλθη, που βρίσκεται μεταξύ Βασιλικού και Κόκλας, νοτίως του δρόμου για την Κυπαρισσία.
Ο Ν. Valmin, με οδηγό τις περιηγήσεις του Παυσανία ,ταύτισε το ποτάμι Ηλέκτρα με το ρέμα που περνάει δυτικά του Βασιλικού και το ποτάμι Κοίο με το ρέμα που κατεβαίνει από το τωρινό χωριό Μάλθη, για να ενωθεί με το προηγούμενο, πλησίον του οικισμού Ακρόπολις.
Αυτό το ρέμα δέχεται τα νερά μιας πηγής προς τη δυτική πλευρά του λόφου με τις αρχαιότητες που ο Ν. Valmin, θεώρησε ότι είναι η πηγή Αχαΐα του Παυσανία.
Σύμφωνα με τα παραπάνω σε συνδυασμό και με άλλες ενδείξεις από αρχαία κείμενα και χωρίς να βρεθεί καμιά γραπτή απόδειξη οΝ. Valmin, υποστήριξε ότι οι αρχαιότητες στην κορυφή του λόφου Μάλθη, σχετίζονται με το αρχαίο Δώριο.
Η άποψη αυτή έχει γίνει μέχρι σήμερα γενικά αποδεκτή. Τα ευρήματα και συμπεράσματα των ανασκαφών καταγράφονται λεπτομερειακά στο βιβλίο-έκθεση του Ν. Valmin,, προς το Πανεπιστήμιο της LUND, που χρηματοδότησε τις έρευνες. Το βιβλίο κυκλοφόρησε στα Αγγλικά το 1938 με τίτλο the Swedish Messenian expedition και δυστυχώς δεν έχει μεταφραστεί ακόμη στα Ελληνικά. Υπάρχει όμως στη Βιβλιοθήκη της Αρχαιολογικής Εταιρείας στην Αθήνα.
Περιληπτικές αναφορές στο έργο του Ν. Valmin, σε συνδυασμό με λεπτομερή σχόλια στα αρχαία κείμενα, περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Νικ. Παπαχατζή βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών με τίτλο «Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησης-Μεσσηνιακά - Ηλειακά» 3ος Τόμος (Εκδοτικής Αθηνών).
Σύμφωνα με τα παραπάνω η κατοίκηση του Λόφου έγινε όχι αργότερα από τη ύστερη Νεολιθική εποχή, που για τη περιοχή αυτή τερματίζεται στα 2500 π.X.
Ακολουθεί η Πρωτοελλαδική εποχή έως το 2200 π.Χ και η Μεσοελλαδική, έως το 1800 π.Χ . Στη Μεσοελλαδική περίοδο είναι γνωστό ότι η Πελοπόννησος οικίστηκε από τους Αχαιούς που βαθμιαία την κατέκλυσαν τον χώρο , άλλοτε ειρηνικά και άλλοτε βίαια, υποτάσσοντας τους πρώτους κατοίκους, τους Πελασγούς.
Οι ανασκαφές του Σουηδού αρχαιολόγου Mattias Natan Valmin, που ξεκίνησαν στο λόφο της Μάλθης (δυτικά του χωριού Βασιλικό) το 1927 και ολοκληρώθηκαν το 1934, έφεραν στο φως έναν οχυρωμένο οικισμό (ακρόπολη), μήκους 138 μ. και πλάτους 82 μ. Το όνομα Μάλθη, όπως και το κοντινό ομώνυμο χωριό, σημαίνει όρος και πιθανά να προέρχεται από την αλβανική λέξη Malith. Η ακρόπολη της Μάλθης αποτελεί τον μεγαλύτερο και καλύτερα γνωστό έως σήμερα αγροτικό οικισμό της Μεσοελλαδικής εποχής στη Μεσσηνία που άκμασε από το 2050 έως το 1680 π.Χ.
Έχει 4 ή 5 στενές διόδους. Οι κύριες πύλες βρίσκονται στα βόρεια και νότια. Ένα μεγάλο τμήμα του τείχους δεν σώζεται: χρησιμοποιήθηκε σαν εκ νέου υλικό ή κατρακύλησε κάτω από το λόφο. Ό,τι έχει απομείνει ποικίλλει σε πάχος από 3,50 μ. ως και 1,60 μ. Σε μερικές σημεία δηλαδή το τείχος αποκτά μεγαλύτερο πάχος ή προεξέχει σχηματίζοντας αιχμηρές προβολές που μάλλον χρησιμοποιούνταν ως αμυντικοί εξώστες.
Το τείχος περιέκλειε δύο οικιστικά σύνολα: Ένα κεντρικό προς την κορυφή της ακρόπολης, που αποτελούσε το διοικητικό κέντρο, με οικίες και βιοτεχνικά εργαστήρια και ένα περιφερειακό με κατοικίες, αποθήκες και στάβλους σε επαφή με τον περίβολο. Τα τείχη της ακρόπολης δεν προστατεύουν τόσο θησαυρούς, όσο κοπάδια και μια γη, που είναι έτοιμη να δεχτεί νέους κατοίκους από Βορρά και Ανατολή. Μέσα στην ακρόπολη, ανάμεσα στις κατοικίες ή κάτω από αυτές, αποκαλύφθηκαν 47 τάφοι λακκοειδείς και κιβωτιόσχημοι κι ένας ταφικό πίθο με σκελετό παιδιού. Οι πιο πολλοί από τους τάφους αυτούς είχαν μία ταφή, υπήρχαν όμως και κάποιοι με περισσότερες.
Εκτός από τους τάφους μέσα στα τείχη, με τα πολύ φτωχά κτερίσματα, ιδιαίτερα ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι τρεις θολωτοί τάφοι στους δυτικούς πρόποδες του λόφου. Είναι πιθανότατα οι τάφοι των τοπικών ηγεμόνων του βασιλείου του Νέστορα. Οι τάφοι ήταν ουσιαστικά υπέργειοι κι είχαν σκεπαστεί για να σχηματιστούν τεχνητοί τύμβοι. Έχουν συληθεί από τα αρχαία χρόνια και οι δύο απ’ αυτούς, είναι σχεδόν κατεστραμμένοι. Ο καλύτερα διατηρημένος είναι ο θολωτός τάφος I, που είναι και επισκέψιμος κατασκευαστικά και θυμίζει τους γνωστούς τάφους των Μυκηνών, χωρίς όμως τη γνωστή μεγαλοπρέπεια με τους τεράστιους ογκόλιθους στην είσοδο και τον εντυπωσιακό θόλο.
Δύο σημαντικοί θολωτοί τάφοι της Μυκηναϊκής εποχής έχουν έλθει στο φως στην τοποθεσία Βιγλίτσα, στο νότιο άκρο μιας πλαγιάς πάνω στην οποία βρίσκεται και το χωριό Τραγάνα, λίγο βορειότερα. Στη Βιγλίτσα φθάνει κανείς ακολουθώντας την παράκαμψη προς Τραγάνα, από διασταύρωση πάνω στον κύριο δρόμο για την Πύλο. Οι πρώτες έρευνες στο χώρο πραγματοποιήθηκαν την περίοδο 1909-1912 από τους αρχαιολόγους Α. Σκιά και Κ. Κουρουνιώτη, ενώ συστηματική ανασκαφή έγινε αργότερα από τον Σπ. Μαρινάτο (δεκαετία 1950).
Ο Τάφος 2, με διάμετρο θαλάμου 7,20 μ., κτίσθηκε πιθανότατα κατά την πρώτη Μυκηναϊκή φάση (1550-1500 π.Χ.) και χρησιμοποιήθηκε σχεδόν μέχρι τα τέλη της Μυκηναϊκής εποχής. Το εσωτερικό του τάφου είχε διαταραχθεί από τη μετατροπή του σε κατοικία ή αγροικία κατά την Ελληνιστική εποχή (323-31π.Χ.), όπως μαρτυρούν η κτιστή εστία και τα οικιακά και αποθηκευτικά αγγεία, που βρέθηκαν στο εσωτερικό του. Ένας όμως από τους λάκκους του δαπέδου του περιείχε δύο άθικτες καύσεις νεκρών του προχωρημένου 14ου αιώνα π.Χ. Ο Τάφος 1, με διάμετρο θαλάμου 7,30 μ., είναι περισσότερο επιμελημένης κατασκευής. Φαίνεται να είναι ελαφρώς μεταγενέστερος από τον Τάφο 2, ιδρυμένος λίγο μετά το 1500 π.Χ. Χρησιμοποιήθηκε, με κάποια διακοπή, μέχρι και την Πρωτογεωμετρική εποχή.
Τα ευρήματα των τάφων ήταν πλουσιότατα: δύο θησαυροί χάλκινων σκευών, οπλισμός, σφραγιδόλιθοι, μυκηναϊκή κεραμική, χρυσό περιδέραιο και άλλα μικροαντικείμενα. Εντυπωσιακά είναι τα ίχνη από αρματοτροχιές, πιθανότατα της ταφικής άμαξας, που βρέθηκαν στο δρόμο του Τάφου 1. Από τα ευρήματα του Τάφου 1 που βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο Χώρας, ξεχωρίζουν ένα μεγάλο χάλκινο δίωτο αγγείο και τρεις πιθαμφορείς με φυτικά θέματα (φυλλωσιές κισσού, αλυσίδες φύλλων κισσού και κρίνα) από την εποχή της αρχικής χρήσης του τάφου. Από τον Τάφο 1 προέρχεται και μια πήλινη πυξίδα του 12ου αιώνα π.Χ, εκτεθειμένη σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, με σπάνια απεικόνιση ιστιοφόρου πολεμικού πλοίου. Τέλος, στα ευρήματα από την πρόσφατη έρευνα του ίδιου τάφου συγκαταλέγεται και σφραγίδα από σάρδιο, με σχηματοποιημένο πτερωτό γρύπα.
Σε διάφορα σημεία του σύγχρονου χωριού Τραγάνα βρέθηκαν αποσπασματικά λείψανα του Μυκηναϊκού οικισμού στον οποίο ανήκαν οι τάφοι, ενώ στη θέση «Βορούλια» αποκαλύφθηκε κτίριο, σύγχρονο των θολωτών τάφων με αποθηκευτική προφανώς χρήση, αφού μέσα σε αυτό βρέθηκαν περισσότερα από 100 ακέραια αγγεία Μυκηναϊκών χρόνων για την αποθήκευση τροφών.
ΒΑΦΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗ
Ο θολωτός τάφος του Βαφειού ανεσκάφη από τον αρχαιολόγο Χρήστο Τσούντα, το έτος 1889. Χρονολογείται στην πρώιμη μυκηναϊκή εποχή (1500 π.Χ. περίπου).
Ο τάφος ήταν συλημένος αλλά περιείχε ένα στενόμακρο λάκκο, μέσα στον οποίο βρέθηκαν σπουδαία ταφικά ευρήματα (κτερίσματα): όπλα, σφραγιδόλιθοι, τα δύο περίφημα χρυσά κύπελλα με σκηνές κυνηγιού ταύρου κλπ. Η ταφή αποδόθηκε στο λεγόμενο Πρίγκηπα του Βαφειού, ο οποίος είχε θησαυρίσει αντικείμενα πολυτελείας, εισηγμένα, με ανταλλαγή το περίφημο μάρμαρο της περιοχής, γνωστό ως Lapis Lacedaemonius.
"Ο Χρήστος Τσούντας στο Βαφειό, κοντά στο Αμυκλαίο της Σπάρτης στη Λακωνία, ολοκλήρωσε τις έρευνες ενός θολωτού τάφου που είχε ανακαλυφτεί δεκαετίες ολόκληρες πριν, και ανακάλυψε μέσα σ' αυτόν ολόκληρο θησαυρό: χάλκινα ξίφη, μαχαίρια, σφραγιδόλιθους από κάθε λογής πολύτιμους λίθους, λυχνάρια, σκεύη και πολλά άλλα. Όμως τα πιο θαυμαστά ήταν δυο χρυσά κύπελλα, τα "ποτήρια του Βαφειού" που χρονολογούνται στο 15ο αι. π.Χ.
Είναι και τα δυο φτιαγμένα με μοναδική τέχνη, από τον ίδιο τεχνίτη και αποτελούν ζευγάρι. Αν και τα δυο στολίζονται με ανάγλυφες παραστάσεις βοδιών, οι σκηνές είναι πολύ αντίθετες. Η μια είναι ήρεμη και ειδυλλιακή ενώ η άλλη έντονη και άγρια.
Στο ένα κύπελο, με την ήρεμη σκηνή, ένας άντρας έχει δέσει το πόδι ενός ταύρου με σκοινί και τον απομακρύνει, ενώ στη μέση ένας ταύρος και μια αγελάδα, συναντιούνται. Στη δεξιά άκρη ένας άλλος ταύρος φαίνεται σα να 'ρχεται εκείνη τη στιγμή.
Στο άλλο κύπελο παριστάνεται το κυνήγι τριών άγριων ταύρων. Ο ένας έχει πιαστεί κιόλας στο δίχτυ της παγίδας, ενώ οι άλλοι τρέχουν να ξεφύγουν.
Και στα δυο ποτήρια έχουν παρασταθεί με εξαιρετική τέχνη οι θάμνοι, τα δέντρα, τα φυλλώματα, οι βράχοι. Τα λυγερά και νευρώδη σώματα των αντρών και η απεικόνιση της φύσης και του βίου των ζώων, όπως λέει ο Χρ. Τσούντας, φανερώνουν γνωρίσματα κρητικής τέχνης. Ο επιδέξιος τεχνίτης αυτών των περίφημων ποτηριών πρέπει να ήταν Μινωίτης."
Ο Μυκηναϊκός θολωτός τάφος, γνωστός ως τάφος του Μινύα, του μυθικού βασιλιά του Ορχομενού, είναι ένα από τα μεγαλύτερα και πιο σημαντικά μνημεία του είδους του. Βρίσκεται κοντά στα ερείπια του προϊστορικού οικισμού που αναπτύχθηκε στον Ορχομενό και κοντά στο μεταγενέστερο θέατρο της πόλης. Υπολογίζεται ότι κατασκευάσθηκε κατά τη 2η χιλιετηρίδα π.Χ. και σε αυτόν πρέπει να είχαν ταφεί μέλη της βασιλικής οικογένειας του μυκηναϊκού οικισμού. Το μνημείο ήταν ορατό και φημισμένο για πολλούς αιώνες μετά την αρχική του χρήση και φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκε ως τόπος λατρείας κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους.
Το μνημείο έφεραν στο φως οι ανασκαφές του Ερρίκου Σλήμαν στα 1881-1885, αν και πρώτος επιχείρησε το 1803, χωρίς επιτυχία, ο γνωστός Άγγλος Έλγιν. Όταν ανασκάφηκε από τον Σλήμαν δεν είχε γλυτώσει από τους τυμβωρύχους και γι’ αυτό δεν βρέθηκαν αντικείμενα χάλκινα ή ασημένια ή χρυσά, όπως σε άλλους θολωτούς μινυακούς τάφους. Μετά τον Σλήμαν ανασκαφές έκαναν το 1893 η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή και στη συνέχεια η Βαυαρική Ακαδημία Επιστημών με επικεφαλείς τους Γερμανούς αρχαιολόγους H. Bulle και A. Furtwängler, στα 1903 και 1905, ενώ το 1914 έγινε η αναστήλωση του μνημείου από τον Αναστάσιο Ορλάνδο.Κατασκευαστές του τάφου φέρονται οι Τροφώνιος και Αγαμήδης, γιοι του βασιλιά του Ορχομενού Εργίνου.
Ο τάφος είναι υπέργειος, μαρμάρινος και αποτελείται από 4 μέρη, το δρόμο (μία τάφρο), το στόμιο (είσοδος), τη θόλο (πελώριο κυκλικό οικοδόμημα με κωνική στέγη), και το θάλαμο (ορθογώνιο πλευρικό μικρό δωμάτιο). Ο δρόμος του αρχικά είχε μήκος 30 μ. Η είσοδος, μεγαλοπρεπής και επιβλητική, είναι κατασκευασμένη από ασβεστόλιθο. Η πόρτα της μεγάλης αίθουσας έχει ύψος 5,46 μ., πλάτος 2,70 μ. στο κατώτερο και 2,43 μ. στο ανώτερο μέρος και έκλεινε με ξύλινη θύρα.
Η είσοδος του τάφου και το εσωτερικό του τάφου πρέπει να είχαν διακοσμηθεί με χάλκινα και χρυσά κοσμήματα και χαλκοστρωμένο δάπεδο, όπως βεβαιώνεται από τις οπές στους τοίχους για την προσάρτησή τους κι από ένα απομεινάρι πλάκας χαλκού σφηνωμένο ανάμεσα στο δάπεδο και τον τοίχο αριστερά της εισόδου. Στη θόλο γίνονταν οι θυσίες και οι νεκρικές τελετές. Στη ΒΑ πλευρά της θόλου υπάρχει μικρή πόρτα ύψους 2,12 μ. και πλάτους 1,44 μ. που συγκοινωνεί με το θάλαμο (μικρό ορθογώνιο τετράπλευρο δωμάτιο) όπου γινόταν η ταφή των νεκρών.
Από απομεινάρια που βρέθηκαν, φαίνεται ότι και οι 4 κατακόρυφοι τοίχοι του θαλάμου, ήταν καλυμμένοι με παρόμοιες πλάκες που έφεραν περίτεχνη και πλούσια διακόσμηση. Στο κέντρο του θαλάμου σώζεται μαρμάρινο βάθρο μήκους 5,73 μ., που προστέθηκε κατά την ελληνιστική εποχή και επάνω του ήταν στημένα αγάλματα των θεών.
Σε απόσταση 400 μ. από το μεσοελλαδικό νεκροταφείο του Βρανά σώζεται πλήρης θολωτός μυκηναϊκός τάφος εσωτερικού ύψους 7,20 μ., αναστηλωμένος και στεγασμένος. Στο εσωτερικό του βρέθηκαν χρυσό αγγείο και κύπελλο, καθώς επίσης και τάφος με δύο σκελετούς αλόγων σε πλάγια στάση. Ο θολωτός τάφος του Μαραθώνα είναι μια σπάνια ταφική κατασκευή στην Αττική και χρονολογείται στο 1450-1380 π.Χ. Είχε ερευνηθεί το 1933-1935 από τον καθηγητή Γ. Σωτηριάδη και αναστηλώθηκε το 1958.
Στην ίδια περιοχή βρέθηκε κλασικός τύμβος ύψους άνω των 3 μ. και διαμέτρου 30 μ., που ερευνήθηκε μερικώς από τον Σπ. Μαρινάτο. Βρέθηκαν 11 ταφές, από τις οποίες οι δύο ήταν καύσεις. Ο Μαρινάτος υπέθεσε ότι ο τύμβος ανήκει στους πεσόντες Πλαταιείς της μάχης του Μαραθώνα.
Ο θολωτός τάφος του Αρνού, στην πεδιάδα του Βρανά στο Μαραθώνα είναι ένας από τους εντυπωσιακότερους μυκηναϊκός θολωτούς τάφους στην Ελλάδα, αποδεικνύοντας έτσι την παρουσία ενός τοπικού ισχυρού Μυκηναίου Ηγεμόνα.
Οι θολωτοί τάφοι χτιζόντουσαν συνήθως κοντά στο ανάκτορο του ηγεμόνα ως σύμβολο της δύναμης και του πλούτου του. Ατυχώς δεν έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα ο σχετικός οικισμός ή ανάκτορο. Έχει εντοπιστεί όμως στους πρόποδες του λόφου Κοράκι, τοίχος ύψους 1,5μ, μυκηναϊκό αντιπλημμυρικό έργο που διοχέτευε κατάλληλα τα νερά του κάμπου.
Ο θολωτός τάφος βρίσκεται 400μ μακριά από το Αρχαιολογικό Μουσείο του Μαραθώνα. Εκτός από αυτόν, στην Αττική έχουν εντοπιστεί μόνο άλλοι 2 θολωτοί τάφοι στο Μενίδι και στο Θορικό.
Ανακαλύφθηκε και ανασκάφηκε από τον Γέωργιο Σωτηριάδη κατά τα έτη 1933-35 και ανασκάφηκε εκ νέου, αναστηλώθηκε και στεγάστηκε το 1958 από τον Ιωάννη Παπαδημητρίου. Η χρήση του χρονολογείται μεταξύ 1450-1380 κατά την ύστερη εποχή του Χαλκού (Υστεροελλαδική ΙΙΙΑ και ΙΙΙΒ).
Είναι κτιστός και όχι λαξευμένος και έχει μνημειακές διαστάσεις: 7μ διάμετρο και 7,20μ ύψος.
Την μεγαλειώδη είσοδο του τάφου κοσμούν ιδιαίτερα το μονόλιθο υπέρθυρο και το ανακουφιστικό της τρίγωνο. Στην είσοδο οδηγούσε μακρύς 25μ επικληνής διάδρομος ( με μικρή κλίση) ο οποίος μετά την ταφή επιχωνώταν.
Ο θολωτός τάφος του Αρνού κοσμείται από ένα μοναδικό στον Ελλαδικό χώρο εύρημα (1958): στην είσοδο του διαδρόμου 2 άλογα έχουν ταφεί αντικρυστά, πιθανώς από το άρμα του ηγεμόνα που τον συνόδευσε στο θάνατο.
Το έθιμο απαντάται στους βασιλικούς τάφους της Μεσσοποταμίας και στην Κύπρο και δεν μπορεί παρά να συσχετιστεί με τον Όμηρο, όπου στη νεκρική πυρά του Πατρόκλου ο Αχιλλέας θυσιάζει 12 Τρωαδίτες νέους, πρόβατα, βόδια, σκυλιά και φυσικά άλογα.
Η ταφή του Πατρόκλου ίσως να είναι ένας καλός οδηγός της τελετής που προηγήθηκε του εντιαφιασμού των Μυκηναίων ηγεμόνων στον Αρνό: την ετοιμασία του νεκρού ακολουθεί η εκφορά του με μεγαλοπρεπή πομπή. Οι Μυριμιδόνες σκεπάζουν τον νεκρό με βοστρύχους από τα μαλλιά τους και ο Αχιλλέας αφήνει τα ξανθά μαλλία του στα χέρια του αγαπημένου του συντρόφου.
Ακολουθεί η νεκρική πυρά, η ξαγρύπνια και ο θρήνος του Αχιλλέα δίπλα στη φωτιά. Τελευταία πράξη, την επόμενη ημέρα, η περισυλλογή των οστών, η κατασκευή του τάφου και η διοργάνωση των επικήδειων αθλητικών αγώνων.
Στο εσωτερικό της θόλου βρέθηκαν 2 λακκοειδής τάφοι που σκεπάζονταν από μεγάλες λίθινες πλάκες. Κόκκαλα και κάρβουνα βρέθηκαν πάνω στις λίθινες πλάκες δείγμα τέλεσης θυσιών και συνεπώς πιθανής απόδοσης θεικών τιμών στους ήρωες της Μυκηναικής εποχής.
Σε έναν από τους τάφους βρέθηκε ένα ολόχρυσο ακόσμητο κύπελλο (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο), αδιάψευστο δείγμα του πλούτου και της δύναμης του τοπικού ηγεμόνα. Εκτός αυτού ευρέθησαν τυπικά μυκηναϊκά αγγεία και ψευδόστομοι αμφορείς που εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Μαραθώνα .
ΔΙΜΗΝΙ - ΘΟΛΩΤΟΣ ΤΑΦΟΣ «ΤΟΥΜΠΑ»
Ο επιβλητικός θολωτός τάφος, που είναι γνωστός και ως «Τούμπα», βρίσκεται στο Διμήνι, στις δυτικές παρυφές του λόφου με τα νεολιθικά ερείπια. Μαζί με το δεύτερο, μικρότερο θολωτό τάφο, που φέρει την ονομασία «Λαμιόσπιτο», αποτελούν σπουδαία μνημεία στην περιοχή και αποδίδονται χωρίς καμία αμφιβολία στους βασιλείς του μυκηναϊκού οικισμού του Διμηνίου. Σύμφωνα με την αρχιτεκτονική του μορφή, αλλά και με βάση τα ελάχιστα δείγματα κεραμικής που βρέθηκαν κατά τον καθαρισμό του δρόμου του, ο τάφος «Τούμπα» χρονολογείται λίγο αργότερα από τον τάφο «Λαμιόσπιτο», στο 13ο αιώνα π.Χ. (Υστεροελλαδική ΙΙΙ-Β περίοδος).
Το μνημείο είναι μεγάλο σε διαστάσεις και αποτελείται από το μακρύ δρόμο, το στόμιο και τη θόλο. Ο δρόμος έχει μήκος 16,5 μ. και πλάτος 2,30 μ. και οι άκρες του συγκρατούνται από λιθόκτιστους αναλημματικούς τοίχους, που συγκλίνουν ελαφρά προς το στόμιο. Στη συμβολή τους με τη θόλο έχουν ύψος 4 μ. και σώζονται σε άριστη κατάσταση. Στο τέλος του δρόμου σώζεται ο τοίχος φραγής του τάφου. Η είσοδος στη θόλο του τάφου γινόταν μέσω ενός στομίου με μήκος 3,25 μ., ύψος 3,15 μ. και πλάτος 1,60 μ., που καλύπτεται από 3 μεγάλες λαξευμένες πέτρες πάχους 0,45 μ., που αποτελούν το υπέρθυρό του.
Ο θολωτός τάφος «Τούμπα» ανασκάφηκε το 1892 από το Β. Στάη. Οι εργασίες για την ανάδειξη του μνημείου (δενδροφύτευση, διάδρομοι πρόσβασης, ενημερωτικές πινακίδες) εντάσσονται στις εργασίες ανάδειξης, που αφορούν ολόκληρο τον αρχαιολογικό χώρο του Διμηνίου.
Ο μικρότερος και αρχαιότερος από τους δύο σημαντικούς μυκηναϊκούς θολωτούς τάφους που έχουν βρεθεί στο Διμήνι είναι ο λεγόμενος «Λαμιόσπιτο». Βρίσκεται 300 μ. δυτικά του λόφου με τα ερείπια του νεολιθικού οικισμού, κτισμένος σε επικλινή βουνοπλαγιά. Με βάση την αρχιτεκτονική του μορφή χρονολογείται στο 14ο αιώνα π.Χ. (Υστεροελλαδική ΙΙΙ-Α2 περίοδος).
Η πρόσβαση στον τάφο γινόταν μέσω ενός ελαφρώς κατηφορικού δρόμου, με μήκος 14,50 μ. και πλάτος 3,30 μ. Οι παρειές του δρόμου συγκρατούνται από λιθόκτιστους αναλημματικούς τοίχους πλάτους 1 μ., που συγκλίνουν ελαφρώς προς το στόμιο του τάφου και στη συμβολή τους με τη θόλο φθάνουν τα 5,70 μ. σε ύψος. Το τέλος του δρόμου, μετά την ταφή φρασσόταν με λιθόκτιστο τοίχο, πλάτους 2,00 μ. Η είσοδος στη θόλο γινόταν μέσω του στομίου (ύψους 3 μ., μήκους 2,20 μ. και πλάτους 1,90 μ.), που στενεύει εσωτερικά και καλύπτεται με τέσσερις μεγάλες πλάκες, που αποτελούν το υπέρθυρό του, επάνω από το οποίο υπήρχε το ανακουφιστικό τρίγωνο.
Θολωτός μυκηναϊκός τάφος Βρίσκεται στα ΒΔ του λόφου με το νεολιθικό οικισμό. Πρέπει ασφαλώς να αποδοθεί στους βασιλείς του μυκηναϊκού οικισμού. Αρκετά μεγάλος, καλοκτισμένος, με ανακουφιστικό τρίγωνο και κτιστή λάρνακα στο εσωτερικό του. Λείπει το άνω μέρος του τάφου που έχει καταρρεύσει. Χρονολογείται στην ΥΕ ΙΙΙΒ2 περίοδο (δεύτερο μισό του 13ου αιώνα π.Χ.).
Στη ρωμαϊκή εποχή, στην κορυφή του τύμβου και σε επαφή με τη λιθοδομή της θόλου κατασκευάσθηκε μία ασβεστοκάμινος για τις ανάγκες του ρωμαϊκού αγωγού ύδρευσης, που μετέφερε νερό στην αρχαία Δημητριάδα. Η ασβεστοκάμινος αποκαλύφθηκε κατά τις πρόσφατες εργασίες στερέωσης της θόλου και επικαλύφθηκε με χώμα, αφού πρώτα έγιναν εργασίες στεγανοποίησης. Είναι πιθανόν να ευθύνεται αυτή για τις φθορές του τάφου με τη διέλευση όμβριων υδάτων στο χώρο της θόλου.
Το μνημείο ερευνήθηκε αρχικά το 1886 με πρωτοβουλία του τότε νομάρχη Μαγνησίας Ι. Κονδάκη και του γυμνασιάρχη Ε. Κούση, και με τη συνεργασία των αρχαιολόγων Π. Καββαδία, P. Wolter και H. Lolling. Για την ανάδειξή του έχουν γίνει κατά καιρούς διάφορες εργασίες στερέωσης και αναστήλωσης.
Θολωτός μυκηναϊκός τάφος ("Λαμιόσπιτο") Βρίσκεται 300μ. δυτικά του λόφου με το νεολιθικό οικισμό. Σώζεται σε καλύτερη κατάσταση από τον προηγούμενο. Αν και συλημένος είχε αρκετά πλούσια ευρήματα, όπως χρυσά κοσμήματα, χάντρες και περιδέραια από υαλόμαζα, ελεφαντοστών εξαρτήματα και χάλκινα όπλα. Χρονολογείται στην ΥΕ ΙΙΙΑ2 περίοδο (δεύτερο μισό του 14ου αιώνα π.Χ.
ΤΡΟΙΖΗΝΑ
Πάνω στο λόφο της Μεγάλης Μαγούλας έχει βρεθεί Μεσοελλαδική Ακρόπολη μικρής έκτασης. Οι τάφοι βρίσκονται στο δυτικό άκρο της. Ο παλιότερος (16ου αι. π.Χ.) σχηματίζει εσωτερικά έναν κύκλο με διάμετρο 5 μ. και έχει μεγαλιθική είσοδο χωρίς τον χαρακτηριστικό δρόμο των θολωτών μυκηναϊκών τάφων. Ο δεύτερος είναι μικρότερος (3,80 μ.) και ο τρίτος είναι πολύ μεγάλος (11 μ.).
Μυκηναϊκοί θολωτοί τάφοι και Μεσοελλαδική ακρόπολη στη Μαγούλα Γαλατά. Οι Βασιλικοί τάφοι της Μαγουλάς στο νησί Πόρος είναι ένα από τα πιο αξιόλογα ιστορικά αξιοθέατα και αρχαιολογικά ευρήματα που αφορούν την αρχαία Ελλάδα. Ξεκινώντας από το Γαλατά και παίρνοντας το δρόμο για την Τροιζήνα σε τρία χιλιόμετρα περίπου βρίσκονται οι Βασιλικοί τάφοι της Μαγουλάς. Πρόκειται για τάφους των Μυκηναϊκών χρόνων, οι οποίοι είναι θολωτοί. Συνεχίζοντας, έξω από το χωριό της Τροιζήνας, βρίσκονται τα ερείπια της Αρχαίας Τροιζήνας, πατρίδας του μυθολογικού ήρωα Θησέα. Τα αρχαιολογικά ευρήματα βρίσκονται στο Μουσείο του Πόρου.
Στη Μαγούλα Γαλατά βρέθηκαν τρεις μυκηναϊκοί θολωτοί τάφοι. Ο παλαιότερος είναι του 16ου αιώνα π.Χ., ο δεύτερος ανήκει στην Πρώιμη Μυκηναϊκή περίοδο του 15ου π.Χ.. και ο τρίτος είναι του 13ου π.Χ. Μέσα υπήρχαν πολλά αντικείμενα των περιόδων εκείνων.
Στους Αδέρες ερείπια του αρχαίου Φορβαντίου (1400 -1300 π.Χ.) -Στο Μόδι εντοπίστηκαν ερείπια κτισμάτων μυκηναϊκής εποχής (1300 - 1200 π.Χ). και τάφοι μικρών παιδιών
ΤΙΡΥΝΘΑ
Πλησιάζοντας στο Δημοτικό Διαμέρισμα Νέας Τίρυνθας (Κοφίνι), έδρα του ομώνυμου Δήμου, συναντάμε μια πινακίδα, που μας κατευθύνει προς το σημείο που βρίσκεται θολωτός Μυκηναϊκός τάφος. Το 1913 ανασκάφηκε ένας θολωτός τάφος στη δυτική κλιτύ του λόφου του Προφήτη Ηλία, σε απόσταση 1 περίπου χιλιομέτρου από την ακρόπολη της Τίρυνθας.
Στον τάφο δεν βρέθηκε καθόλου μυκηναϊκή κεραμική. Είναι πιθανό πως το περιεχόμενό του απομακρύνθηκε κατά τη ρωμαϊκή εποχή χωρίς να αποκλείεται και το ενδεχόμενο να μην χρησιμοποιήθηκε ποτέ.
Όπως βεβαιώνουν πρωτοκορινθιακά και μελανόμορφα όστρακα που βρέθηκαν στο λάκκο του τάφου και στο δρόμο, ο τάφος πρέπει να ήταν ήδη ανοιχτός σ' αυτή την εποχή. Το είδος των ευρημάτων συνηγορεί για μια λατρεία ήρωα. Στη ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο το εσωτερικό του μετατράπηκε σε ελαιοτριβείο. Το μαρτυρά το αρχαίο πέτρινο τριβείο – συλλεκτήρας, που βρίσκεται εντός του.
Ένας δεύτερος θολωτός τάφος, που ο δρόμος του προφανώς είχε ήδη εντοπισθεί το 1913(!) έχει… εν μέρει ανασκαφεί από την Δ' Εφορεία Αρχαιοτήτων στη δεκαετία του 1980, στα ΝΔ του πρώτου.
Η περιοχή του Λαυρίου συνδέεται με αρκετούς μύθους. Ο Θορικός υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς οικισμούς της Λαυρεωτικής και ένα από τα μυκηναϊκά βασίλεια της Αττικής. Γνωστός βασιλιάς του Θορικού ήταν ο Κέφαλος που σκότωσε κατά λάθος τη γυναίκα του Προκρίδα με ένα δόρυ που δεν έχανε ποτέ τον στόχο, δώρο του Δία. Σήμερα, από τον αρχαίο αυτό δήμο σώζονται αρκετά κατάλοιπα. Από τα πιο εντυπωσιακά, είναι η στοά, η αρχαιότερη μεταλλευτική στοά της περιοχής (3000 π.Χ.), ο οικισμός, γνωστός και ως «βιομηχανική πόλη», καθώς και το θέατρο που θεωρείται μοναδικό για το ιδιόμορφο ελλειψοειδές σχήμα του (τέλη 6ου-5ου αι. π.Χ.).
Ο δήμος της Κερατέας απλώνεται σε μεγάλο μέρος της Ν. Αττικής και διαθέτει πλήθος μνημείων όλων σχεδόν των περιόδων του πολιτισμού που αναπτύχθηκε στον Ελλαδικό χώρο. Η αρχαιότερη κατοίκηση στην περιοχή έχει εντοπιστεί στο Σπήλαιο του Κίτσου, στην ανατολική πλευρά του υψώματος Μικρό Ριμπάρι, του οποίου η πρώτη χρήση και κατοίκηση χρονολογείται στη νεολιθική περίοδο (5300 - 4300 π.Χ.).Στο Βελατούρι, στο μικρό λόφο δυτικά του δημοτικού σταδίου και απέναντι από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας ήδη από το 1962,
Κατά τα αρχαϊκά χρόνια (700-500) τεκμηριώνεται η ύπαρξη στην περιοχή ισχυρών και πλούσιων οικογενειών, που έστησαν στους τάφους των νεκρών τους μεγάλα γλυπτά. Τα σημαντικότερα είναι ο Κούρος της Κερατέας που αποκαλύφθηκε στη θέση Ντάρδεζα, ένα γυναικείο άγαλμα θεότητας, εξαιρετικής τεχνικής και διατήρησης, το οποίο έχει επικρατήσει στη βιβλιογραφία ως «θεά του Βερολίνου» και ο περίφημος Αριστόδικος Κούρος που βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Αλλά και ο Θορικός υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους και αρχαιότερους οικισμούς της Αττικής. Το κέντρο του Θορικού είναι ο διπλός λόφος Βελατούρι όπου η κατοίκηση υπήρξε μακραίωνη και πυκνή. Στην κορυφή του σώζονται τα ερείπια της ακρόπολης με ίχνη εγκατάστασης από τα τέλη της νεολιθικής, σπίτια της ΠΕ και ΜΕ περιόδου και 5 θολωτοί και θαλαμωτοί τάφοι της μυκηναϊκής περιόδου. Η κατοίκηση συνεχίστηκε ως την ύστερη κλασική περίοδο. Η ζωή στον αρχαίο δήμο ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την μεταλλουργία. Ανάμεσα στα σπίτια συναντά κανείς εργαστήρια με πλυντήρια μεταλλεύματος, στοές εξόρυξης και μεταλλευτικά φρέατα. Το θέατρο του Θορικού ανήκει στον 6° αιώνα, αποτελεί το αρχαιότερο θέατρο και είναι μοναδικό για το ιδιόμορφο ελλειψοειδές σχήμα του.
Την περίοδο ακμής του αρχαίου Δήμου Κεφαλής, αποτελούν οι κλασικοί χρόνοι. Στη Μεγάλη Αυλή, υπάρχει άφθονο οικοδομικό υλικό και τμήματα αγγείων κλασικών χρόνων, ενώ από νεκροταφείο στο Ρουτζέρι προέρχονται μαρμάρινες λήκυθοι, μια λουτροφόρος και επιτύμβια στήλη.
Στις ίδιες περιοχές, όπου άνθισε η ζωή κατά τους κλασικούς χρόνους, συνεχίσθηκε η κατοίκηση και στους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς που ακολούθησαν. Είναι φανερό ότι η περιοχή της Κερατέας, όπως και η ευρύτερη Λαυρεωτική είναι ένας τόπος πλούσιος σε ιστορία και μνημεία. Δυστυχώς όμως κανένα μνημείο δεν έχει αναδειχθεί. Ελάχιστες έρευνες έχουν γίνει και λίγα έχουν γραφτεί και το κυριότερο, έχουν γίνει πολλές καταστροφές στο διάβα των αιώνων..
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΛΛΩΝ ΘΟΛΩΤΩΝ ΤΑΦΩΝ
ΠΗΓΕΣ :
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου