Greek English German Russian

ΟΙ ΝΑΥΜΑΧΙΕΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΤΟΥ ΜΠΑΡΕΝΤΣ (1942) ΚΑΙ ΤΟΥ ΒΟΡΕΙΟΥ ΑΚΡΩΤΗΡΙΟΥ (1943)


Ναυμαχία της Θάλασσας του Μπάρεντς 

Γενικά

Η Ναυμαχία της Θάλασσας του Μπάρεντς διεξήχθη στις 31 Δεκεμβρίου 1942 στην ομώνυμη Θάλασσα, βορείως της Νορβηγίας, μεταξύ Γερμανικών και Βρετανικών σκαφών επιφανείας, τα τελευταία των οποίων συνόδευαν την νηοπομπή JW-51B η οποία κατευθυνόταν προς την χερσόνησο Κόλα της Σοβιετικής Ενώσεως. Σε αντίθεση με όσες ναυμαχίες είχαν διεξαχθεί μέχρι τότε στο Δυτικό Μέτωπο, ήταν η πρώτη μεγάλης κλίμακας ναυμαχία από την Γερμανική πλευρά, η οποία βασιζόταν σε ένα τακτικό σχέδιο μάχης και περιελάμβανε σημαντικό αριθμό βαρέων και ελαφρών σκαφών επιφανείας...


Θάλασσα Μπάρεντς

Θάλασσα Μπάρεντς ή Θάλασσα του Μπάρεντς ονομάζεται στον ανατολικό Αρκτικό Ωκεανό ολόκληρη η θαλάσσια έκταση που περιλαμβάνεται μεταξύ των παραλλήλων βορείου πλάτους 67 και 80 μοιρών και ανατολικών γεωγραφικών μεσημβρινών 18 και 68 μοιρών ανατολικού μήκους. Δηλαδή από βόρεια των Σκανδιναβικών Χωρών μέχρι του 68ου ανατολικού μεσημβρινού.

Το όνομά της οφείλει στον Γουλιέλμο Μπάρεντς, Ολλανδό θαλασσοπόρο που εξερεύνησε τη περιοχή. Το σχετικά θερμό Βορειοατλαντικό θαλάσσιο ρεύμα, που αποτελεί συνέχεια του ρεύματος του Κόλπου του Μεξικού (Γκολφ Στρημ), συντελεί στo να μην παγώνει το μεγαλύτερο μέρος της θάλασσας αυτής, πράγμα που επιτρέπει σχεδόν καθ' όλο το έτος τη λειτουργία του λιμένος Μουρμάνσκ.

Κατά την διάρκεια του θέρους όμως, στη θάλασσα αυτή εμφανίζονται πολλά παγόβουνα (ιδίως στο βόρειο και ανατολικό τμήμα της), που αποτελούν θαλάσσιους κινδύνους. Στη θάλασσα Μπάρεντς επίσης πραγματοποιείται εντατική αλιεία μπακαλιάρου.

Η Κατάσταση στον Αρκτικό Ωκεανό κατά το Δεύτερο Ήμισυ του 1942

Περί τα μέσα του 1942 οι Γερμανοί ήταν οι αδιαμφισβήτητοι κυρίαρχοι του Αρκτικού Ωκεανού. Με τα αεροσκάφη και τα υποβρύχια τους να επιχειρούν από τις βάσεις της Νορβηγίας, αποδεκάτιζαν τις Συμμαχικές νηοπομπές οι οποίες εφοδίαζαν την Σοβιετική Ρωσία. Σε εκείνες τις νίκες όμως, τα Γερμανικά θωρηκτά δεν είχαν το παραμικρό μερίδιο. Ο Αρχηγός του Γερμανικού Ναυτικού, Αρχιναύαρχος Καρλ Ντένιτς αναζητούσε μία ευκαιρία για να εξαπολύσει τα βαρέα σκάφη του σε μία επιχείρηση, αλλά η μόνιμη φοβία του Χίτλερ για την απώλεια κάποιου θωρηκτού του, τα κρατούσε καθηλωμένα στα Νορβηγικά φιόρδ. 

«Στην ξηρά είμαι λιοντάρι. Στην θάλασσα είμαι ένα βάρος περιττό», είχε ομολογήσει ο ίδιος ο Χίτλερ, ο οποίος διατηρούσε πάντοτε μία επιφυλακτική στάση απέναντι στο Ναυτικό. Του ήταν αδύνατον να σβήσει από το μυαλό του την εικόνα του θωρηκτού τσέπης Γκραφ Σπέε (Graf Spee) να ανατινάζεται έξω από το λιμάνι του Μοντεβιδέο τον Δεκέμβριο του 1939 μετά τη Ναυμαχία του Ρίο ντε Λα Πλάτα ή, πολύ περισσότερο, να ξεχάσει τα τελευταία δραματικά σήματα του Βίσμαρκ (Bismarck) τον Μάιο του 1941, καθώς υπέκυπτε στους κανονιοβολισμούς του Βρετανικού στόλου, ολομόναχο και αβοήθητο. 

Τα γεγονότα αυτά θα χαράσσονταν βαθιά μέσα του, καθορίζοντας για πάντα τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετώπιζε έκτοτε κάθε ναυτική επιχείρηση. Όποιες επιτυχίες είχε να επιδείξει η Γερμανία στον κατά θάλασσα πόλεμο, είχαν επιτευχθεί στην Βόρεια Θάλασσα κατά των Συμμαχικών αρκτικών νηοπομπών τα μέσα του 1942, από τη συνδυασμένη δράση των υποβρυχίων της (U-Boοte) και της Luftwaffe, καταφέρνοντας να μειώσουν δραματικά την αποστολή στρατιωτικού υλικού προς τη Σοβιετική Ένωση στο ελάχιστο. 

Όμως, όλο εκείνο το διάστημα, τα υπερήφανα Γερμανικά θωρηκτά είχαν παραμείνει απλοί, απομεμακρυσμένοι ακροατές εκείνων των νικών. Ο Χίτλερ δεν αποτολμούσε να εκθέσει τα πανάκριβα πλοία του σε οποιονδήποτε κίνδυνο. Στην Βρετανική πλευρά επικρατούσε ο ίδιος ακριβώς φόβος για μία ενδεχόμενη έξοδο των βαρέων Γερμανικών μονάδων. Όμως, με τις μάχες στο ανατολικό μέτωπο να αγγίζουν δραματικά ύψη, απορροφώντας τεράστιες ποσότητες ανθρώπινου δυναμικού και υλικών, η επιμονή του Στάλιν στην λήψη βοήθειας μέσω των Βρετανικών νηοπομπών γινόταν ολοένα πιεστικότερη. 


Παρότι η Αγγλία εκείνη την εποχή αντιμετώπιζε οξύτατη έλλειψη τροφίμων και πολεμικού υλικού, ο Τσώρτσιλ επέμεινε στην συνέχιση των νηοπομπών, έστω κι αν όλοι τις θεωρούσαν ανέκαθεν μία καταδικασμένη υπόθεση, η οποία δεν θα έπρεπε ποτέ να είχε αρχίσει. Οι δυσβάσταχτες απώλειες της άνοιξης και του θέρους του 1942 επέφεραν ριζική αλλαγή στις τακτικές των αρκτικών νηοπομπών. 

Από τον Νοέμβριο του ίδιου έτους οι νηοπομπές θα ταξίδευαν μόνο κατά τη διάρκεια των χειμερινών μηνών, εκμεταλλευόμενες την πολική νύχτα που επικρατούσε από τα τέλη Νοεμβρίου μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου. Το διάστημα εκείνο στον Αρκτικό Ωκεανό ο ήλιος δεν ανατέλλει ποτέ πάνω από τον ορίζοντα. Αγγίζοντας μία γωνία μόλις 6ο κάτω από αυτόν, σκορπίζει ένα αχνό και ανεπαίσθητο λυκόφως από τις 09.00 μέχρι τις 12.00, για να δύσει και πάλι, παραχωρώντας τη θέση του στο πολικό σκοτάδι. 

Έτσι, σε συνδυασμό με τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν πάντοτε στην περιοχή, οι νηοπομπές είχαν αρκετές πιθανότητες να περάσουν αθέατες κάτω από τα μάτια του εχθρού. Δεδομένων και των υπολοίπων συνηθισμένων δυσμενών καιρικών συνθηκών της περιοχής, ο εντοπισμός μίας νηοπομπής καθίστατο σχεδόν αδύνατος από τα εχθρικά αεροσκάφη και τα υποβρύχια, αφήνοντας ανοικτό το περιθώριο μόνο για μία επίθεση πλοίων επιφανείας.

Στις 15 Δεκεμβρίου 1942 η νηοπομπή JW-51A απέπλευσε από την Σκωτία με προορισμό το Μουρμάνσκ της Ρωσίας, μεταφέροντας 100.000 τόνους πολεμοφοδίων. Την ημέρα των Χριστουγέννων είχε καταφθάσει σώα και αβλαβής στον προορισμό της, χωρίς να έχει γίνει αντιληπτή από τις γερμανικές δυνάμεις. Η είδηση έκανε τον Χίτλερ να εκραγεί κατά του Αρχηγού του Πολεμικού Ναυτικού, Αρχιναύαρχου Έριχ Ρέντερ (Erich Raeder) και των πλοίων του, τα οποία «…κάθονταν άχρηστα στα φιόρδ» - αν και στην πραγματικότητα ήταν εκείνος ο οποίος περιόριζε την ανάληψη επιχειρήσεων από το ναυτικό.

Η επόμενη προγραμματισμένη νηοπομπή προς το Μουρμάνσκ ήταν η JW-51Β, η οποία απέπλευσε από την Σκωτία στις 22 Δεκεμβρίου1942. Αντίθετα όμως από την προηγούμενη, ο απόπλους της έγινε σύντομα αντιληπτός. Στις 30 Δεκεμβρίου η νηοπομπή εθεάθη από το U-354 του ανθυποπλοίαρχου Χέρσελμπ, ο οποίος ανέφερε ότι η νηοπομπή προστατευόταν «…μόνο από ελαφρά σκάφη, χωρίς την παρουσία βαρέων μονάδων».

Ήταν η ευκαιρία που αναζητούσε επιμόνως ο Ραίντερ, για να αποδείξει στον Φύρερ την εσφαλμένη εντύπωση που είχε σχηματίσει για τον στόλο του. Με τις προοπτικές μίας επίθεσης να δείχνουν ενθαρρυντικές, εξασφάλισε την συγκατάθεση του Χίτλερ και ανέθεσε το σχέδιο δράσης στον διακεκριμένο υποναύαρχο Όσκαρ Κούμμετς (Oskar Kummetz). Το μεσημέρι της 30ης Δεκεμβρίου ο Κούμμετς έθεσε την δύναμή του σε ετοιμότητα τριών ωρών και κάλεσε τους κυβερνήτες των πλοίων του για την ενημέρωση του σχεδίου επίθεσης.

Επιχείρηση «Ουράνιο Τόξο»: το Γερμανικό Σχέδιο Μάχης

Στην ιστορία των ναυτικών επιχειρήσεων, ελάχιστα σχέδια υπήρξαν τόσο ευφυή όσο εκείνο της επιχείρησης «Ουράνιο Τόξο» (Regenbogen). Στην επίθεση θα ελάμβαναν μέρος δύο από τα βαρέα πλοία επιφανείας του γερμανικού στόλου, το βαρύ καταδρομικό Hipper και το θωρηκτό «τσέπης» "Λύτσοβ" (Lützow), υπό την συνοδεία έξι αντιτορπιλικών. Ο Κούμμετς χώρισε τη δύναμή του σε δύο ομάδες. Η πρώτη αποτελείτο από το Hipper, ως ναυαρχίδα του, συνοδευόμενο από τα αντιτορπιλικά Friedrich Eckholdt, Richard Beitzen και Z-29. 


Η δεύτερη αποτελείτο από το Lützow, και τα αντιτορπιλικά Z-30, Z-31 και Theodor Riedel. Θέλοντας να αποφύγει την επίθεση Βρετανικών αντιτορπιλικών κατά τη διάρκεια της νύκτας, όταν τα ίχνη των τορπιλών είναι δυσδιάκριτα, ο Κούμμετς αποφάσισε να διεξαγάγει την επίθεση κατά τη διάρκεια των τριών ωρών του πολικού λυκόφωτος, όταν η ορατότητα θα άγγιζε περίπου τα 16 χλμ.

Η επίθεση θα είχε την μορφή κυκλωτικής κίνησης «τανάλιας»: Οι δύο ομάδες θα πλησίαζαν την νηοπομπή από τα νώτα (νοτιοδυτικά) με κατεύθυνση ανατολική. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα εκμεταλλευόταν το λιγοστό διαθέσιμο φως το οποίο θα του επέτρεπε να διακρίνει τις σιλουέτες των εχθρικών πλοίων να διαγράφονται επάνω στον ανατολικό ορίζοντα. Η ομάδα του "Χίππερ" (Hipper) θα προπορευόταν, και λειτουργώντας σαν δόλωμα, θα άνοιγε πρώτη την επίθεση από το βόρειο πλευρό, προσελκύοντας επάνω της τα αντιτορπιλικά συνοδείας. 

Τα μεταγωγικά της νηοπομπής θα απομακρύνονταν από τον εχθρό στρεφόμενα νότια, και απροστάτευτα πλέον, θα οδηγούντο αναπόφευκτα, επάνω στην ομάδα του Lützow και των βαρέων πυροβόλων του, η οποία θα πλησίαζε από εκείνη την κατεύθυνση.

Το Βρετανικό Σχέδιο Μάχης

Η νηοπομπή JW-51B αποτελείτο από 14 φορτηγά σκάφη τα οποία μετέφεραν 2.046 οχήματα, 202 άρματα μάχης, 87 μαχητικά, 33 βομβαρδιστικά, 24.150 τόνους καυσίμων και 54.321 τόνους άλλων εφοδίων. Την δύναμη προστασίας της αποτελούσαν πέντε αντιτορπιλικά, τα HMS Onslow, HMS Obedient, HMS Obdurate, HMS Orwell και HMS Achates. Διοικητής της δύναμης ήταν ο πλοίαρχος Ρόμπερτ Σαιντ Βίνσεντ Σέρμπρουκ (Robert Saint Vincent Sherbrooke), με ναυαρχίδα του το HMS Onslow, στην πρώτη του Αρκτική αποστολή. 

Ο Γερμανός αντίπαλός του δεν θα μπορούσε να είχε εμπνευσθεί ένα καλύτερο επιθετικό σχέδιο ακόμα κι αν βρισκόταν στο μυαλό του Σέρμπρουκ, αφού το αντίστοιχο σχέδιο αμύνης του Άγγλου πλοίαρχου προέβλεπε εκείνες ακριβώς τις κινήσεις που επιθυμούσε ο Κούμμετς: Στην περίπτωση επίθεσης εχθρικών σκαφών επιφανείας το αντίστοιχο σχέδιο αμύνης του Σέρμπρουκ προέβλεπε την απόσπαση των αντιτορπιλικών Onslow, Obedient, Orwell και Obdurate, από την προστασία της νηοπομπής ώστε αυτά να επιτεθούν κατά του εχθρού. 

Ταυτόχρονα, το Achates θα παρέμενε με τα μεταγωγικά, εξαπολύοντας προπέτασμα καπνού για να καλύψει την απομάκρυνσή τους. Τα τέσσερα αντιτορπιλικά, τα οποία θα αναλάμβαναν να αποκρούσουν την επίθεση, θα είχαν να επιτελέσουν το δυσκολότερο καθήκον. Ευάλωτα στα βαρύτερα Γερμανικά πυροβόλα και με περιορισμένο αριθμό τορπιλών, θα έπρεπε να περιορίζονται μόνο σε προσποιήσεις επιθέσεων τορπιλισμού, χωρίς όμως πραγματικά να εξαπολύουν τις τορπίλες τους. 

Πραγματικές επιθέσεις θα διεξάγονταν μόνο σε μικρή απόσταση από τα εχθρικά πλοία, μόνο όταν μία βολή θα είχε τις μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας. Οι Βρετανοί γνώριζαν την επιφυλακτικότητα των αντιπάλων τους για την απειλή τορπιλισμών κατά τη διάρκεια της νύχτας και αυτό ήταν το μοναδικό πλεονέκτημα που διέθεταν. Εάν όμως, εξαπέλυαν τις τορπίλες τους χωρίς επιτυχία θα έχαναν αυτοστιγμεί το πλεονέκτημά τους, απομένοντας ουσιαστικά, άοπλα απέναντι στα βαρέα Γερμανικά καταδρομικά.


Εκτός όμως, από την δύναμη κλειστής συνοδείας της νηοπομπής, υπήρχε και η «Δύναμη R», αποτελούμενη από τα ελαφρά καταδρομικά HMS Sheffield (ναυαρχίδα) και HMS Jamaica, υπό την διοίκηση του Υποναύαρχου Ρόμπερτ Μπέρνετ (Robert Burnett), ενός βετεράνου των αρκτικών νηοπομπών. Η δύναμη αυτή θα ακολουθούσε την νηοπομπή από βορειότερη θέση και απόσταση 30-55 μίλια (ν.μ.), παρέχοντας απομεμακρυσμένη κάλυψη, ώστε η παρουσία της να μη γίνει άμεσα αντιληπτή από τον εχθρό. 

Βέβαια ο οπλισμός και η θωράκιση των δύο Βρετανικών καταδρομικών υπολείπονταν κατά πολύ εκείνων των Hipper και Lützow, οπότε η επέμβαση τους θα ήταν περισσότερο ένα έσχατο μέτρο άμυνας, παρά ένας «άσσος στο μανίκι». Παρόλα αυτά, η παρουσία της παρέμενε άγνωστη στους Γερμανούς, οπότε υπήρχε πάντα η ελπίδα μίας αριθμητικής εξισορρόπησης των δυνάμεων και ενός τακτικού αιφνιδιασμού.

Απόπλους της Γερμανικής Δύναμης - Δεσμευτικές Διαταγές

Η Γερμανική δύναμη απέπλευσε από το Άλτενφιορντ της Νορβηγίας στις 17.45 της 30ης Δεκεμβρίου με κατεύθυνση βορειοανατολική και τα έξι αντιτορπιλικά ανεπτυγμένα μπροστά από τα Hipper και Lützow. Όμως πριν ακόμα αποπλεύσει, ο Κούμμετς είχε ήδη αρχίσει να βομβαρδίζεται με σήματα περιοριστικών διαταγών σε ότι αφορούσε στον τρόπο δράσης του. 

Στις 15.00: «Αποφύγετε εμπλοκή με ανώτερες δυνάμεις, ειδάλλως επιτεθείτε εκμεταλλευόμενοι την πλεονεκτική σας θέση». Και λίγο αργότερα, στις 18.00, ενώ βρισκόταν ήδη εν πλω: «Παρά τις ισχύουσες επιχειρησιακές διαταγές, συνιστάται σύνεση ακόμη και εναντίον ισοδύναμων αντιπάλων. Κρίνεται σκόπιμο να αποφευχθούν περιττοί κίνδυνοι». Ήταν τα λόγια που θα σφράγιζαν την έκβαση της επιχείρησης. 

Η αμφίσημη φράση περί «…ισοδύναμων αντιπάλων», έμενε αδιευκρίνιστη. «Ισοδύναμος αντίπαλος» θα μπορούσε να σημαίνει οτιδήποτε, ανάλογα με την εκάστοτε τακτική κατάσταση και τις συνθήκες εμπλοκής, αφού σε μία μάχη τα πάντα εξαρτώνται από τον τρόπο δράσης, την επιθετική πρωτοβουλία των διοικητών και τις ικανότητες εκάστου. Στο μυαλό οποιουδήποτε διοικητή, τα λόγια αυτά μπορούσαν να ερμηνευθούν μόνο ως επιφυλακτικότητα και περιορισμό ελευθερίας δράσης και ανάληψης πρωτοβουλίας. 

Πόσο δε μάλλον, όταν αυτά τα λόγια προέρχονταν από τον ίδιο τον Φύρερ, ο οποίος, όπως γνώριζαν όλοι πολύ καλά στο ναυτικό «…δεν μπορούσε να κλείσει μάτι όταν τα πλοία του βρίσκονταν στη θάλασσα». Αν αυτά τα λόγια βάραιναν στη σκέψη ενός εμπειροπόλεμου και διακεκριμένου ναυάρχου όπως ο Κούμμετς, μπορούμε εύκολα να φαντασθούμε τι επίδραση θα είχαν στην κρίση του πλοίαρχου Ρούντολφ Στάνγκε (Rudolf Stange), κυβερνήτη του Lützow, για τον οποίον ήταν η πρώτη μάχιμη διοίκηση και μάλιστα ενός θωρηκτού.

Α΄ Φάση της Μάχης - Το “Hipper” Επιτίθεται

Καθώς το σκοτάδι της 30ης Δεκεμβρίου παραχωρούσε αργά τη θέση του στο αχνό, αρκτικό λυκόφως της Παραμονής της Πρωτοχρονιάς του 1942, στη Θάλασσα Μπάρεντς άρχισαν να συγκεντρώνονται οι αντίπαλες δυνάμεις: Η Γερμανική Ομάδα Μάχης περνούσε το γεωγραφικό πλάτος του Βορείου Ακρωτηρίου, ακολουθώντας το ίχνος του χάρτη το οποίο, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Κούμμετς, αντιπροσώπευε την πορεία της JW-51Β. 


Η νηοπομπή ακολουθούσε συγκροτημένη την ανατολική πορεία της, υπό την προστασία των αντιτορπιλικών του Σέρμπρουκ, ενώ η Δύναμη R του Μπέρνετ απείχε 30 ν.μ. βόρεια της νηοπομπής. Ο καιρός ήταν σχετικά καθαρός, με χαμηλή νέφωση και αραιά διαστήματα χιονόπτωσης. Η ορατότητα κυμαινόταν μεταξύ 14-18 χλμ. Ο άνεμος ήταν βορειοδυτικός, έντασης τριών Μποφόρ και η θάλασσα ταραγμένη με την θερμοκρασία -16ο C.

Στις 07.53 της 31ης Δεκεμβρίου ο Κούμμετς εντόπισε τις σιλουέτες εννέα σκαφών στα δεξιά του και τα Βρετανικά αντιτορπιλικά αντελήφθησαν την εχθρική παρουσία στις 08.30, όταν το Obdurate εντόπισε δύο άγνωστα αντιτορπιλικά. Ήταν τα αντιτορπιλικά της Ομάδας Μάχης του Hipper: Friedrich Eckholdt, Richard Beitzen και Z-29, τα οποία στις 09.15 άνοιξαν πυρ εναντίον του. Είχαν εμφανιστεί στα νώτα της νηοπομπής, προσελκύοντας την προσοχή των Βρετανικών αντιτορπιλικών, ακριβώς όπως είχε σχεδιάσει ο Κούμμετς. 

Το Obdurate επεχείρησε να πλησιάσει τα επιτιθέμενα σκάφη, αλλά δέχθηκε πυρά από το Friedrich Eckholdt και απομακρύνθηκε προς την κατεύθυνση του Onslow. Καθώς τα τέσσερα Βρετανικά αντιτορπιλικά έστρεφαν όλα βορειοδυτικά για να αντιμετωπίσουν την επίθεση, το Achates, πιστό τις διαταγές του, άρχισε να προβάλει προπέτασμα καπνού καλύπτοντας τα φορτηγά. Λίγο αργότερα οι οπτήρες του Onslow διέκριναν μία τεράστια σκοτεινή σιλουέτα να ξεπροβάλει μέσα από το λευκό, διάστικτο πέπλο του χιονιού. 

Τα δύο πλοία απείχαν ελάχιστα και βρίσκονταν σε πορεία μετωπικής σύγκρουσης. Ο Σέρμπρουκ δεν θα μπορούσε να μην αναγνωρίσει ένα σκάφος επτά φορές μεγαλύτερο από το δικό του. Ήταν το Hipper το οποίο ετοιμαζόταν να εξαπολύσει την πρώτη του ομοβροντία. O Kούμμετς είχε εντοπίσει την νηοπομπή και είχε ανοίξει την επίθεση στις 09.00 με το πρώτο φως, όπως ακριβώς προέβλεπε το σχέδιό του. Στις 09.36 εξέπεμψε το μήνυμα «Εμπλέκομαι με τον εχθρό», το οποίο έγινε δεκτό με ενθουσιασμό στο διοικητήριο του Χίτλερ στο Ράστενμπουργκ, όπου ετοιμαζόταν ο εορτασμός της Πρωτοχρονιάς.

Οι πρώτοι κανονιοβολισμοί του Γερμανικού καταδρομικού είχαν στόχο το Achates, του οποίου η σιλουέτα διακρινόταν ολοκάθαρα επάνω στο μαύρο προπέτασμα καπνού που άφηνε για να καλύψει την νηοπομπή. Παρότι καμία από τις βολές δεν είχε άμεση ευστοχία, οι ζημιές που προκάλεσαν τα θραύσματα των εκρήξεων στις λεπτές λαμαρίνες του αντιτορπιλικού ήταν κρίσιμες. Τα ηλεκτρικά κυκλώματα διεκόπησαν και 40 νεκροί και τραυματίες, ανάμεσά τους και ο ίδιος ο κυβερνήτης του σκάφους, κείτονταν στους χώρους του πλοίου, καθώς αυτό κλυδωνιζόταν από τις ομοβροντίες και τα κύματα. Η άμεση επέμβαση των Onslow και Orwell έδωσαν στο Achatesτον χρόνο που χρειαζόταν για να απομακρυνθεί.

Τα Onslow, Orwell και Obedient τοποθετήθηκαν ανάμεσα στο Hipper και την νηοπομπή, προτάσσοντας τους εαυτούς τους σαν ασπίδα στα γερμανικά πυρά. Το «Hipper» αντίστοιχα, αναπροσάρμοσε γρήγορα την τακτική του, στρέφοντας τον δευτερεύοντα οπλισμό κατά των αντιτορπιλικών και τα κύρια πυροβόλα εναντίον της νηοπομπής. Ο Σέρμπρουκ χρειαζόταν επειγόντως την επέμβαση των καταδρομικών της «Δύναμης R», η οποία όμως απείχε περίπου 100 ν.μ. και θα χρειαζόταν σχεδόν 2-3 ώρες για να αφιχθεί στο σημείο της συμπλοκής.

Ο Άγγλος πλοίαρχος αποφάσισε να θέσει σε εφαρμογή την τακτική της παραπλάνησης. Το Onslow πλησίασε το αντίπαλο καταδρομικό προσποιούμενο μία επίθεση τορπιλισμού. Πράγματι, το είδε να απομακρύνεται βόρεια, στρέφοντας την πρύμνη του στα βρετανικά σκάφη για να παρουσιάζει μικρότερο στόχο. Στις 09.55 ο Σέρμπρουκ έλαβε το πρώτο ενθαρρυντικό σήμα από την έναρξη της μάχης. Προερχόταν από τον Υποναύαρχο Μπέρνετ και το HMS Sheffield: «Πλησιάζω με πορεία 170ο».


Ο Κούμμετς έστρεψε τώρα την προσοχή του στα Βρετανικά αντιτορπιλικά που του έκλειναν τον δρόμο. Η δύο επόμενες ομοβροντίες του έπεσαν κοντά στο Onslow. Στις 10.30 εκκωφαντικοί κρότοι συγκλόνισαν το πλοίο, όταν μία από τις οβίδες της πέμπτης ομοβροντίας του Hipper εξερράγη κοντά στο μηχανοστάσιο. Η Γερμανική οβίδα διέλυσε την καπνοδόχο και τα θραύσματα τραυμάτισαν τον Σέρμπρουκ στο πρόσωπο και τον αριστερό οφθαλμό. 

Η επόμενη Γερμανική ομοβροντία εξερράγη ανάμεσα στους πύργους «Α» και «Β». Ολόκληρο το πρόσθιο μέρος του καταστρώματος τυλίχθηκε στις φλόγες. Ο Αξιωματικός γέφυρας του Onslow προσπάθησε να απομακρύνει τον Σέρμπρουκ, αλλά εκείνος, καταπνίγοντας τον πόνο και διατηρώντας την ψυχραιμία του, αρνήθηκε να μετακινηθεί και παρέμεινε στη θέση του συνεχίζοντας να δίνει διαταγές. 

Με το σκάφος του να απομακρύνεται φλεγόμενο πίσω από ένα προπέτασμα καπνού, ο Σέρμπρουκ παρέδωσε την διοίκηση στον αντιπλοίαρχο Κίνλοχ του Obedient και μόνο τότε δέχθηκε να απομακρυνθεί και να λάβει τις πρώτες βοήθειες. Με τα Onslow και Achates εκτός μάχης, η μόνη προστασία που διέθετε πλέον η νηοπομπή ήταν τα Obedient, Orwell και Obdurate. Στις 10.42 οι βολές του Hipper προκάλεσαν μοιραία πλήγματα στο ναρκαλιευτικό Bramble και ανέθεσε στα αντιτορπιλικά του Friedrich Eckholdt, Richard Beitzen να αποτελειώσουν το άτυχο σκάφος. 

Το Bramble μαχόμενο μέχρι τέλους με τον πενιχρό οπλισμό του, θα βυθιζόταν αύτανδρο λίγο μετά τις 10.50. Την ίδια τύχη είχε στη συνέχεια και το ήδη τραυματισμένο Achates, το οποίο δέχθηκε δύο διαδοχικά πλήγματα στη γέφυρά του από το Hipper. Με μία αυξανόμενη κλίση 60ο το μικρό αντιτορπιλικό βυθίστηκε στις 13.14. Έχοντας σαρώσει κάθε αντίσταση από μπροστά του, το Hipper ανέμενε τώρα από στιγμή σε στιγμή την άφιξη του Lutzow, το οποίο θα έκλεινε την παγίδα από τα νότια.

Το "Lützow" Ολιγωρεί

Αυτό που δεν γνώριζε ο Κούμμετς ήταν ότι μέχρι τις 11.30 το Lützow είχε ήδη φθάσει δύο φορές σε απόσταση βολής από την απροστάτευτη πλέον νηοπομπή, αλλά ο άπειρος κυβερνήτης του, Πλοίαρχος Ρούντολφ Στάνγκε είχε διστάσει και στις δύο περιπτώσεις να δράσει αποφασιστικά. Την πρώτη φορά, στις 09.22, είχε πλησιάσει σε απόσταση πέντε μιλίων, αλλά η ορατότητα ήταν μειωμένη εξ αιτίας της χιονόπτωσης και των προπετασμάτων καπνού των αντιτορπιλικών. 

Τότε αποφάσισε να παρακάμψει την χιονόπτωση από τα ανατολικά, ελπίζοντας να εξασφαλίσει καλύτερη ορατότητα από εκείνη την κατεύθυνση. Την δεύτερη φορά, στις 11.36, εντόπισε καθαρά την νηοπομπή, καθώς και την παρουσία εχθρικών αντιτορπιλικών στα αριστερά του. Ακόμη και τότε όμως, απέφυγε να εμπλακεί. 

Επιλέγοντας να ακολουθήσει τις διαταγές οι οποίες καλούσαν τους διοικητές να επιδείξουν σύνεση, αποφάσισε να κρατήσει τα αντιτορπιλικά του δεσμευμένα κοντά του για να μην αφήσει το θωρηκτό του απροστάτευτο. Ταυτόχρονα όμως, θεώρησε ότι οποιαδήποτε συμπλοκή εκείνη τη στιγμή θα ήταν παρακινδυνευμένη εξ αιτίας της αύξησης του επερχόμενου σκότους και της επιδείνωσης των καιρικών συνθηκών, οι οποίες καθιστούσαν δύσκολη την αναγνώριση μεταξύ φίλιων και εχθρικών αντιτορπιλικών. 


Η στρατηγική του Κούμμετς είχε λειτουργήσει τέλεια, αλλά η χρυσή ευκαιρία είχε χαθεί: το Hipper είχε προσελκύσει επάνω του την προσοχή των Βρετανικών αντιτορπιλικών, καθώς η απροστάτευτη νηοπομπή κατευθυνόταν νότια προς την κατεύθυνση του Lutzow, μόνο που ο Στάνγκε την άφησε δύο φορές να περάσει από μπροστά του, χωρίς να ρίξει έναν κανονιοβολισμό ή να εξαπολύσει μία τορπίλη. 

Η ολιγωρία του Στάνγκε θα απέβαινε μοιραία. Το Hipper χωρίς κανένα ίχνος της παρουσίας του Lützow, ετοιμαζόταν να κατευθύνει τα πυρά του κατά του Obedient, όταν στις 11.36, ανυποψίαστο για τον κίνδυνο που πλησίαζε, δέχθηκε γύρω του μία ομοβροντία 24 οβίδων. Προερχόταν από μία απόσταση οκτώ μιλίων στα δεξιά του. Η Δύναμη R είχε καταφθάσει, ανατρέποντας τα πάντα.

Β΄ Φάση της Μάχης - Επέμβαση της Δύναμης “R”

Από όσο μπορούσε να γνωρίζει ο Κούμμετς, η δύναμη του Μπέρνετ είχε εμφανιστεί από το πουθενά επιτυγχάνοντας απόλυτο αιφνιδιασμό. Στις 11.05 το ραντάρ του Sheffield είχε καταδείξει το στίγμα ενός σκάφους μεγαλύτερου από αντιτορπιλικό και ταχύτερου από μεταγωγικό και στις 11.28 ο Μπέρνετ διέκρινε τις λάμψεις των κανονιοβολισμών του Hipper, όταν εκείνο βύθιζε τοAchates. Με την διαταγή του, τα Sheffield και Jamaica άνοιξαν ταυτόχρονα πυρ κατά του Γερμανικού καταδρομικού. 

Η πέμπτη ομοβροντία του Sheffieldέπληξε το Hipper στην δεξιά πλευρά, ανάμεσα στην καπνοδόχο και τον κύριο ιστό, 3,5 m. κάτω από την ίσαλο γραμμή, πλημμυρίζοντας το τρίτο λεβητοστάσιο. Με την ταχύτητά του μειωμένη στους 28 κόμβους, το χτυπημένοHipper έστρεψε δεξιά για να αντιμετωπίσει τον απροσδόκητο κίνδυνο, ανταπαντώντας στα πυρά. Όμως η ανωτερότητα του Βρετανικού ραντάρ έδινε το πλεονέκτημα στις Βρετανικές βολές. καταφέρνοντας στο Γερμανικό σκάφος δύο ακόμα πλήγματα. 

Χωρίς κανένα ίχνος από την αναμενόμενη επέμβαση τουLützow που θα μπορούσε εύκολα να αναστρέψει την κατάσταση προς όφελός της Γερμανικής πλευράς, ο Κούμμετς, στις 11.37, κάλεσε αμέσως τα αντιτορπιλικά να ενωθούν μαζί του. Έχοντας πλήρη άγνοια της παρουσίας των Βρετανικών καταδρομικών, τα Friedrich Eckholdt και Richard Beitzen κατευθύνθηκαν βόρεια, διακρίνοντας δύο φιγούρες τα οποία λανθασμένα εξέλαβαν ως τα Hipper και Ζ-29. 

Φθάνοντας σε απόσταση μικρότερη των δύο μιλίων, τα δύο αντιτορπιλικά έπεσαν κυριολεκτικά επάνω στα πυροβόλα του Sheffield, το οποίο άνοιξε πυρ με όλο του τον οπλισμό. Στο Friedrich Eckholdt επικράτησε πανικός, πιστεύοντας ότι δέχονταν φίλια πυρά του Hipper, το οποίο δεν τους είχε αναγνωρίσει. Οι σηματωροίεξέπεμψαν απεγνωσμένα σήματα. «Eckholdt προς Hipper: Με βομβαρδίζεις!» 

Πριν το Γερμανικό αντιτορπιλικό συνειδητοποιήσει το σφάλμα του, το Sheffield του επέφερε τρία εύστοχα πλήγματα. Από εκείνη την απόσταση δεν υπήρχε σωτηρία: η τρίτη ομοβροντία το έκοψε στα δύο και σε λιγότερο από δύο λεπτά βυθιζόταν αύτανδρο με τους 340 άνδρες του. Το Richard Beitzen μετά βίας πρόλαβε να διαφύγει αλλάζοντας γρήγορα πορεία.


Επίθεση του “Lützow” και Απεμπλοκή

Εν τω μεταξύ, στο Ράστενμπουργκ της ανατολικής Πρωσίας, ο Χίτλερ αγωνιούσε για κάποια είδηση για την πρόοδο της μάχης. Αυτή ήλθε στις 11.45 από το U-354, το οποίο βρισκόταν ακόμα στην περιοχή: «Η μάχη έχει αγγίξει το αποκορύφωμά της. Όλος ο ορίζοντας είναι κόκκινος». Για τον Χίτλερ η φρασεολογία του ανθυποπλοίαρχου Χέρσελμπ μπορούσε να σημαίνει μόνο ένα πράγμα: η νηοπομπή βρισκόταν στο έλεος των πανίσχυρων πυροβόλων του Κούμμετς. 

Μαζί με τις ευχές για την είσοδο του Νέου Έτους, βιάστηκε να ανακοινώσει στους καλεσμένους του: «Το Γερμανικό Ναυτικό μόλις σημείωσε μία μεγαλειώδη νίκη!». Μόνο το επόμενο απόγευμα θα μάθαινε την ταπεινωτική αλήθεια. Την ίδια ώρα, και μετά από δύο αποτυχημένες απόπειρες, το Lützow έκανε επιτέλους την πολυαναμενόμενη, αλλά αποκαρδιωτική εμφάνισή του. 

Ο Στάνγκε, αντί να ορμήσει κατευθείαν ανάμεσα στις τάξεις των ανίσχυρων φορτηγών, προτίμησε να διατηρήσει απόσταση ασφαλείας, ανοίγοντας πυρ με τον δευτερεύοντα οπλισμό των 6΄΄, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Η παγίδα είχε κλείσει, αλλά όλοι δίσταζαν να πλήξουν αποφασιστικά τον κυκλωμένο και αδύναμο αντίπαλο. 

Η εμφάνιση των τριών Βρετανικών αντιτορπιλικών αποθάρρυνε τον Στάνγκε, ο οποίος προτίμησε να ενώσει τις δυνάμεις του με το Hipper στην εξουδετέρωση των αντιτορπιλικών. Σύντομα όμως, τα Sheffieldκαι Jamaica επενέβησαν και πάλι, σώζοντας την κατάσταση. Τα σκάφη αντάλλαξαν πυρά μεταξύ τους, με το Hipper να προκαλεί κάποιες ζημιές στα καταδρομικά του Μπέρνετ, όταν αμφότεροι οι αντίπαλοι αποφάσισαν να διακόψουν την σύγκρουση επειδή θεωρούσαν ότι μειονεκτούσαν έναντι του αντιπάλου τους.

Ο Μπέρνετ, κυκλωμένος από τα Hipper και Lützow, και την μαχητική ισορροπία να κλίνει προς χάριν των Γερμανών, απομακρύνθηκε προς βορρά. Ο Κούμμετς εξακολουθούσε να διαθέτει το τακτικό πλεονέκτημα, αλλά δυστυχώς, δεν το γνώριζε. Αντιθέτως μάλιστα, οι περιοριστικές διαταγές στοίχειωναν την σκέψη του: μετά την απώλεια ενός αντιτορπιλικού του, τα πλήγματα που είχε δεχθεί το Hipperκαι την ορατότητα μειωμένη στο ελάχιστο, θεώρησε ότι είχε ήδη διακινδυνεύσει περισσότερο από όσο του επέτρεπαν οι διαταγές. Διέταξε απεμπλοκή και επιστροφή στην Νορβηγία.

Στις 3 Ιανουαρίου 1943 τα φορτηγά πλοία της JW-51B αφίχθησαν άθικτα στο Μουρμάνσκ της Ρωσίας. Μετά την επιστροφή του στην Αγγλία, ο Πλοίαρχος Ρόμπερτ Σαιντ Βίνσεντ Σέρμπρουκ τιμήθηκε με τον Σταυρό της Βικτορίας για την ανδρεία του κατά τη διάρκεια της μάχης, καθώς και την διεξαγωγή της.

Συνέπειες

Αν και από άποψη αριθμών, η ναυμαχία είχε καταλήξει σαν μία τακτική νίκη των Γερμανών, στην πραγματικότητα ήταν μία ταπεινωτική στρατηγική ήττα, η οποία αντανακλούσε την έλλειψη επιθετικού πνεύματος. Ένα Γερμανικό αντιτορπιλικό είχε βυθιστεί εξ αιτίας ενός τραγικού σφάλματος αναγνώρισης, το Hipper είχε υποστεί σοβαρές ζημιές και το Lützow, παρά την στιβαρή παρουσία του, δεν είχε επιδείξει τίποτα περισσότερο από μία έλλειψη τόλμης, η οποία άγγιζε τα όρια της δειλίας.

Τα δε Γερμανικά αντιτορπιλικά, αν και από μόνα τους ήταν απόλυτα ικανά να θέσουν εκτός μάχης τα τρία εναπομείναντα Βρετανικά, ο Κούμμετς και ο Στάνγκε τα κρατούσαν διαρκώς κοντά τους για να εξασφαλίσουν την δική τους προστασία. Ακόμη και οι αντίπαλες απώλειες ενός αντιτορπιλικού, ενός ναρκαλιευτικού και οι βαριές ζημιές που είχαν υποστεί τα Onslow και Obdurate, ήταν αδύνατον να μειώσουν το αίσθημα του όνειδους.

Αργότερα ο Κούμμετς κατακρίθηκε για την εκπόνηση ενός σχεδίου το οποίο απαιτούσε την συνεργασία και τον συντονισμό μονάδων οι οποίες απείχαν 150 χιλιόμετρα μεταξύ τους, μέσα στο σκοτάδι, υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες, ωστόσο, τα γεγονότα είχαν αποδείξει ότι το σχέδιο είχε πετύχει ως ελιγμός.

Ο Χίτλερ ξέσπασε την οργή του πάνω στον Ρέντερ, με έναν εκρηκτικό μονόλογο 90 λεπτών. Η απόφασή του ήταν αμετάκλητη: όλα τα θωρηκτά θα μετατρέπονταν σε παλιοσίδερα, τα πυροβόλα τους θα μεταφέρονταν στην παράκτια άμυνα και το μέταλλο θα ανακυκλωνόταν για να μετατραπεί σε κάποιο χρησιμότερο όπλο. Ο Ρέντερ διαμαρτυρήθηκε, επισημαίνοντας ορθώς, ότι ο Αρχηγός του Γερμανικού Κράτουςαπαιτούσε από το ναυτικό του νίκες χωρίς να διακινδυνεύει απώλειες. 

Οι αυστηρές και ηττοπαθείς διαταγές του στερούσαν την νίκη από τους κυβερνήτες των πλοίων του, οι οποίοι έτρεμαν την οργή του περισσότερο από τον εχθρό. Παρότι το δράμα και η απώλεια 230.000 στρατιωτών του στον θύλακα του Στάλινγκραντ δεν φαινόταν να βαραίνει ιδιαίτερα τη συνείδησή του, ο Χίτλερ έδειχνε μία ανεξήγητη ευαισθησία στην πιθανή απώλεια ενός καταδρομικού του.

Πριν υποβάλει την παραίτησή του, ο Ρέντερ του παρέδωσε ένα υπόμνημα στο οποίο ανέφερε ότι η καταστροφή του στόλου επιφανείας θα έκανε τους Βρετανούς να «…ξεσπάσουν σε κραυγές θριάμβου», όταν μάθαιναν ότι είχαν κερδίσει «…τη μεγαλύτερη αναίμακτη νίκη της ιστορίας τους». Ο Χίτλερ έκανε κάποιο σαρκαστικό σχόλιο και δέχθηκε την παραίτηση, αλλά κατά βάθος προβληματίστηκε. Ωστόσο, οι παθολογικές φοβίες του δεν τον εγκατέλειψαν. 

Ακριβώς έναν χρόνο αργότερα ο αντικαταστάτης του Ρέντερ, Αρχιναύαρχος Καρλ Ντένιτς, θα αποτολμούσε μία τελευταία επιχείρηση με σκάφη επιφανείας, στην οποία ο Χίτλερ θα διέπραττε τα ίδια ακριβώς σφάλματα. Στις 26 Δεκεμβρίου 1943, το βαρύ καταδρομικό Σάρνχορστ (Scharnhorst) κατεδίωξε μία νηοπομπή κάτω από πανομοιότυπες δεσμεύσεις και βυθίστηκε μαχόμενο εναντίον συντριπτικά ανώτερων βρετανικών δυνάμεων, στην Ναυμαχία της Θάλασσας του Βόρειου Ακρωτηρίου (North Cape).


Ναυμαχία στο Βόρειο Ακρωτήριο 

Γενικά

Η Ναυμαχία στο Βόρειο Ακρωτήριο ήταν μια ναυτική αποτυχία του Χίτλερπου σφράγισε την μοίρα των πλοίων επιφανείας της Γερμανίας στα τέλη του 1943. Μπορεί να θεωρηθεί σαν συνέχεια της Ναυμαχίας στη Θάλασσα του Μπάρεντς αφού είχε το ίδιο αντικείμενο και κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα και με βάση την ίδια Χιτλερική στρατηγική.

Το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό στα Μέσα του 1943

Μετά την παταγώδη αποτυχία της ναυμαχίας της Θάλασσα Μπάρεντς στις 31 Δεκεμβρίου 1942, όταν δύο βαριά Γερμανικά σκάφη έχασαν μέσα από τα χέρια τους την μοναδική ευκαιρία να αποδεκατίσουν την απροστάτευτη νηοπομπή JW-51B, το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό επικέντρωσε την προσοχή του στην καταστροφή της επόμενης αρκτικής νηοπομπής προς την Σοβιετική Ένωση, προκειμένου το ίδιο να δικαιολογήσει την ύπαρξή του, αλλά και να αποφύγει την αυτοκαταστροφή του από τον ωρυόμενο Χίτλερ, ο οποίος απειλούσε να μετατρέψει τα θωρηκτά του σε παλιοσίδερα και να μεταφέρει τα βαριά πυροβόλα τους στην παράκτια άμυνα. 


Μία από τις συνέπειες εκείνης της αποτυχίας ήταν και η παραίτηση του Μέγα Ναυάρχου Έριχ Ρέντερ (Erich Raeder) από την ηγεσία του Γερμανικού Ναυτικού και την αντικατάστασή του από τον ομοιόβαθμό του Καρλ Ντένιτς (Karl Doenitz), στις 30 Ιανουαρίου 1943. Ο Ντένιτς, αν και φανατικός υποστηρικτής του υποβρυχιακού πολέμου και ένθερμος πολέμιος των σκαφών επιφανείας, έσπευσε να μεταπείσει τον Χίτλερ. Ο τελευταίος δέχθηκε διστακτικά, θέτοντας όμως στον Ντένιτς ένα σκληρό τελεσίγραφο: «Περιμένω αποτελέσματα εντός έξι μηνών».

Επιχείρηση «Ανατολικό Μέτωπο» (Ostfront)

Για ολόκληρη την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1943 καμία νηοπομπή δεν διέσχισε τον Αρκτικό Ωκεανό. Οι Βρετανοί έχοντας υποστεί βαριές απώλειες κατά το προηγούμενο έτος είχαν διακόψει τις αποστολές νηοπομπών προς την Ρωσία κατά την διάρκεια των θερινών μηνών, προτιμώντας πλέον την μυστικότητα του σκοτεινού Αρκτικού χειμώνα που τους προφύλασσε από τα ενοχλητικά Γερμανικά βλέμματα. 

Με τα περισσότερα Γερμανικά θωρηκτά ακινητοποιημένα στα ναυπηγεία για επισκευές, τα μόνα αξιόμαχα πλοία που είχαν απομείνει στις Γερμανικές βάσεις της Νορβηγίας ήταν εκείνα της Βόρειας Ομάδας Μάχης, αποτελούμενη από το βαρύ καταδρομικό μάχης Σάρνχορστ (Scharnhorst) και πέντε αντιτορπιλικά του 4ου Στολίσκου. Η διοίκησή της είχε ανατεθεί στον υποναύαρχο Έριχ Μπάϋ (Erich Bey), έναν έμπειρο διοικητή, παρασημοφορημένο με τον Σταυρό των Ιπποτών. 

Έχοντας πλήρη συναίσθηση των ευθυνών της νέας του διοίκησης σε μία τόσο κρίσιμη περίοδο, παρέδωσε στον Ντένιτς μία αναφορά με τις αδυναμίες του στόλου στην Νορβηγία, προβάλλοντας τρία σημεία ζωτικής σημασίας σε περίπτωση που μία έξοδος του Σάρνχορστ κρινόταν αναγκαία:

  • Το Σάρνχορστ δεν θα έπρεπε ποτέ να διακινδυνεύσει μόνο του μία επιχείρηση εναντίον συμμαχικής νηοπομπής πριν την επισκευή του Τίρπιτς.
  • Σε περίπτωση εξόδου του στόλου κρινόταν απαραίτητη η πλήρης δύναμη των 10 αντιτορπιλικών του 4ου Στολίσκου, όταν εκείνη την στιγμή τα πέντε από αυτά βρίσκονταν αποσπασμένα σε λιμένες της Γερμανίας.
  • Τέλος, δεδομένης της τεχνολογικής υπεροχής των Βρετανικών ραντάρ και των δυσχερών καιρικών συνθηκών του πολικού χειμώνα που απέκλειαν την αεροπορική υποστήριξη, το Σάρνχορστ θα μειονεκτούσε δραματικά εναντίον οποιουδήποτε Βρετανικού σκάφους σε ενδεχόμενο ναυμαχίας.

Η αναφορά του Μπάϋ ωστόσο, πέρασε απαρατήρητη. Ο Ντένιτς ήταν αποφασισμένος να προβεί σε μία κίνηση για να μην θιγεί το γόητρό του. Με την έλευση του χειμώνα το Βρετανικό ναυτικό είχε αρχίσει τις αποστολές πολεμικού υλικού στην Ρωσία, ενώ οι Γερμανικές στρατιές στο ανατολικό μέτωπο πιέζονταν σκληρά. Η καταστροφή αυτών των εφοδίων θα χάριζε μία ανακούφιση στο γερμανικό στρατό και μία νίκη στο γερμανικό ναυτικό την οποία χρειαζόταν απελπισμένα για να αποφύγει την ατίμωση και την αυτοκαταστροφή του. 


Παρά τους προφανείς κινδύνους, o Ντένιτς, στις 19 Δεκεμβρίου, έλαβε την απρόθυμη συγκατάθεση του Χίτλερ για μία έξοδο της Βόρειας Ομάδας Μάχης εναντίον της επόμενης Βρετανικής νηοπομπής. Η επιχείρηση έλαβε την κωδική ονομασία «Ανατολικό Μέτωπο» (Ostfront). Την επόμενη ημέρα, (20 Δεκεμβρίου), το Γερμανικό Επιτελείο Ναυτικού πληροφορήθηκε από την Λουφτβάφε τον απόπλου της αρκτικής νηοπομπής JW-55B, από την δυτική ακτή της Σκωτίας με προορισμό το Μουρμάνσκ της Σοβιετικής Ένωσης. 

Την ίδια ημέρα ο Μπάϋ δήλωσε εγγράφως στον Ντένιτς την εκτίμησή του για την έξοδο του στόλου: «Φοβάμαι πως οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας θα πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στην τύχη ή κάποιο σοβαρό σφάλμα του αντιπάλου».

Το Βρετανικό Σχέδιο Μάχης

Οι Βρετανοί γνωρίζοντας ότι ο Γερμανικός στόλος στη Νορβηγία είχε περιοριστεί πλέον μόνο στο Σάρνχορστ και μερικά αντιτορπιλικά, ένιωθαν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν και τον τελευταίο αυτό κίνδυνο μόλις παρουσιαζόταν η ευκαιρία. Ήταν ένα καθήκον το οποίο θα ανελάμβανε ο ίδιος ο διοικητής του Βρετανικού Μητροπολιτικού Στόλου, ο 55χρονος ναύαρχος Σερ Μπρους Φρέιζερ (Sir Bruce Fraser). Έχοντας υιοθετήσει μία στρατηγική επιθετικότερη από εκείνη των προκατόχων του, ο Φρέιζερ είχε ενισχύσει τις δυνάμεις προστασίας των αρκτικών νηοπομπών και αναζητούσε την ευκαιρία να προκαλέσει τον γερμανικό στόλο σε ανοικτή ναυμαχία. 

Παρότι κόντευε να εξαντλήσει την ιεραρχία του Βρετανικού Ναυτικού, ούτε μία φορά δεν του είχε δοθεί η ευκαιρία να επισφραγίσει τις ικανότητές του με τις δάφνες μίας προσωπικής επιτυχίας που θα συνόδευε πάντα το όνομά του. Ως εκ τούτου, η βύθιση του τελευταίου αξιόμαχου Γερμανικού σκάφους αντιπροσώπευε για εκείνον την ευκαιρία να επιτύχει αυτή την προσωπική νίκη.

Έχοντας την πεποίθηση ότι το Γερμανικό ναυτικό, μετά από αδράνεια ενός έτους, θα σχεδίαζε μία επιθετική επιχείρηση στον Αρκτικό Ωκεανό, είχε προετοιμάσει ένα σχέδιο μάχης κατά του Σάρνχορστ, χρησιμοποιώντας σαν δόλωμα την νηοπομπή JW-55Β, η οποία θα βρισκόταν μονίμως κάτω από την άγρυπνη επιτήρηση του στόλου του.

«Θωρηκτό» για τους Γερμανούς, ή «καταδρομικό μάχης» για τους Βρετανούς, το Σάρνχορστ ουσιαστικά αποτελούσε την «χρυσή τομή» ανάμεσα στα δύο, συνδυάζοντας τα πυροβόλα και την θωράκιση ενός θωρηκτού με την ταχύτητα ενός καταδρομικού. Όντας ταχύτερο από οποιοδήποτε Βρετανικό πλοίο και με εμβέλεια πυρός 45 χλμ, σε μία ναυμαχία κάτω από συνθήκες έντονης θαλασσοταραχής θα είχε την δυνατότητα να πλησιάσει γρήγορα την νηοπομπή, να ανοίξει πυρ από μεγάλη απόσταση και να εμπλέκεται ή να απεμπλέκεται από τη μάχη κατά την κρίση του. 

Βασικός αντικειμενικός σκοπός λοιπόν, του Φρέιζερ ήταν πρώτα να του στερήσει το πλεονέκτημα της ταχύτητας, πλήττοντάς το με τορπίλες από τα μικρότερα σκάφη και κατόπιν να εμπλακεί μαζί του, όπου τα βαρύτερα πυροβόλα των 14 in του θωρηκτού HMS Duke of York θα του χάριζαν το πλεονέκτημα.


Για την τακτική εφαρμογή του σχεδίου του, ο Φρέιζερ είχε διαιρέσει τον στόλο του σε δύο δυνάμεις. Η «Δύναμη 1», αποτελούμενη από τα καταδρομικά HMS Belfast, Sheffield και Norfolk, υπό την διοίκηση του αντιναυάρχου Ρόμπερτ Μπάρνετ (Rοbert Burnett), θα παρέπλεε σε μία παράλληλη πορεία με την νηοπομπή, καλύπτοντας το νότιο πλευρό της, δηλαδή την πιθανότερη κατεύθυνση από όπου θα εκδηλωνόταν μία Γερμανική επίθεση. 

Η «Δύναμη 2», αποτελούμενη από την ναυαρχίδα του Φρέιζερ, το θωρηκτό Duke of York, το καταδρομικό Jamaica και τα αντιτορπιλικά Saumarez, Savage, Scorpion και Sword, θα παρείχε την βαριά κάλυψη της νηοπομπής, η οποία θα παραμόνευε περίπου 250 χλμ μακρύτερα από την «Δύναμη 1» και θα είχε τον κύριο ρόλο στην βύθιση του Σάρνχορστ. Οι δύο δυνάμεις θα συνέκλιναν στην περιοχή της Θάλασσας Μπάρεντς, ανατολικότερα της Νήσου των Άρκτων, που αποτελούσε την περιοχή υψηλού κινδύνου των νηοπομπών. 

Μόλις τα σκάφη της «Δύναμης 1» αντιλαμβάνονταν την παρουσία του Γερμανικού καταδρομικού θα διενεργούσαν την πρώτη κρούση με τις τορπίλες τους και ταυτόχρονα θα καλούσαν την «Δύναμη 2» να σπεύσει στο σημείο για να καταφέρει τα βαριά πλήγματα.

Η Μάχη

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα της 25ης Δεκεμβρίου, καθώς το Scharnhoprst απέπλεε υπό την συνοδεία των αντιτορπιλικών Ζ 29, Ζ 30, Ζ 33, Ζ 34 και Ζ 38, ο Ντένιτς διεμήνυσε στον Μπάϋ τις τελευταίες οδηγίες του για την εκτέλεση της επιχείρησης: «Εκμεταλλευθείτε τα τακτικά πλεονεκτήματα με επιδεξιότητα και τόλμη. Η μάχη να διακοπεί μόνο εφόσον έχει επιτευχθεί πλήρης επιτυχία. Η ισχύς πυρός του Scharnhorst είναι ζωτικής σημασίας. Διακόψατε την συμπλοκή κατά την κρίση σας, και χωρίς άλλη προειδοποίηση, εάν αντιμετωπίσετε βαριές μονάδες».

Παρά τα πομπώδη λόγια, ουσιαστικά, η κατάσταση επέστρεφε και πάλι στην παλαιά πολιτική της «αποφυγής περιττών κινδύνων» του Χίτλερ, την οποία υιοθετούσε τώρα με διπλωματική τέχνη ο Ντένιτς, έχοντας φροντίσει να καλύψει τον εαυτό του ανεξάρτητα από την έκβαση της μάχης: ναι μεν απαιτούσε ολοκληρωτική νίκη, αλλά ταυτόχρονα απαγόρευε στον Μπάϋ να εμπλακεί με βαριές μονάδες. Όπως αρκετοί άλλοι άτυχοι συνάδελφοι του στο παρελθόν, έτσι και αυτός, έπλεε τώρα προς το πεδίο της μάχης με το ένα χέρι δεμένο πίσω από την πλάτη.

Οι πρώτες πρωινές ώρες της 26ης Δεκεμβρίου ξημέρωσαν με μία θύελλα η οποία άγγιζε τα οκτώ Μπωφόρ και την ορατότητα να περιορίζεται στα 1.600 m, καθώς τα κύματα της βροχής εναλλάσσονταν με κύματα χιονόπτωσης. Το Scharnhorst, υπό την συνοδεία των αντιτορπιλικών του και αγνοώντας την ύπαρξη των δύο ισχυρών Βρετανικών δυνάμεων, κατευθυνόταν βορειοανατολικά προς αναζήτηση της νηοπομπής. 

Ο Γερμανός διοικητής υπολόγιζε να συναντήσει την νηοπομπή μεταξύ 11.00-13.00, όταν το αμυδρό λυκόφως που επικρατούσε θα του έδινε πλεονέκτημα στον εντοπισμό και την σκόπευση. Περί τις 07.30, προκειμένου να διευρύνει την περιοχή έρευνας, διέταξε τα αντιτορπιλικά του να ερευνήσουν προς νότο, ενώ εκείνος διατήρησε την αρχική πορεία του.


Οι υπολογισμοί και η πορεία έρευνάς του ήταν σωστά, αλλά ο Μπέρνετ είχε ευφυώς παρεμβάλει την δύναμή του μεταξύ του Scharnhorst και της νηοπομπής. Η μεγαλύτερη εμβέλεια των Βρετανικών ραντάρ έδωσε το πλεονέκτημα στα Βρετανικά καταδρομικά και στις 08.35 το Belfast εντόπισε το στίγμα ενός μεγάλου σκάφους σε απόσταση 35 χλμ στα νότια να τον πλησιάζει. Όταν η απόσταση μειώθηκε στα 13 χλμ, τα τρία καταδρομικά αναπτύχθηκαν κατά μέτωπο και στις 09.30 το Norfolk, το βαρύτερο από τα τρία, άνοιξε πρώτο πυρ με καταπληκτική ευστοχία. 

Μία από τις οβίδες των 8 in της δεύτερης ομοβροντίας του κατέστρεψε ολοκληρωτικά το πρωτεύον ραντάρ του Scharnhorst -το κυριότερο μέσο σκόπευσης των πυροβόλων- αφήνοντας το πλοίο να βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στα οπτικά μέσα «τυφλής σκόπευσης», δηλαδή στοχεύοντας τις λάμψεις των αντίπαλων πυροβόλων. Εκείνη η βολή του Norfolk θα έκρινε την έκβαση της μάχης σε μεγάλο βαθμό -σε έναν τομέα 180 μοιρών στο μέτωπό του, το Scharnhorst ήταν κυριολεκτικά τυφλό. 

Χωρίς την προστασία των καταδρομικών του τη στιγμή που τα χρειαζόταν, ο Μπάϋ είχε αιφνιδιαστεί από την ασπίδα των Βρετανικών καταδρομικών στην προσπάθειά του να προσεγγίσει την νηοπομπή. Ωστόσο, διατηρούσε ακόμη αρκετά πλεονεκτήματα και κυρίως την ταχύτητά του. Ανακαλώντας τα αντιτορπιλικά να ενωθούν μαζί του, άφησε πίσω του ένα πυκνό προπέτασμα καπνού για να καλύψει την υποχώρησή του και αγγίζοντας την μέγιστη ταχύτητά των 30 κόμβων έστρεψε νότια, υποκρινόμενο ότι τρεπόταν σε φυγή. 

Υπολόγιζε ότι με αυτό το τέχνασμα θα παρέσυρε τα εχθρικά σκάφη σε καταδίωξη και όταν θα βρισκόταν σε απόσταση ασφαλείας από τους διώκτες του θα έστρεφε πάλι βόρεια, διαγράφοντας ένα ημικύκλιο για να επιχειρήσει δεύτερη επίθεση κατά της νηοπομπής.

Το Scharnhorst βεβαίως, πλεονεκτούσε των Βρετανικών καταδρομικών στην ταχύτητα κατά 6 κόμβους, αλλά δεν μπορούσε να ξεφύγει και από την εμβέλεια των ραντάρ τους. Στις 10.35, όταν το ίχνος του Γερμανικού σκάφους βρισκόταν στην οριακή απόσταση των 35 χλμ και ήταν έτοιμο να χαθεί από τις Βρετανικές οθόνες, το Belfast είδε το ασθενές στίγμα του να μεταβάλλει πορεία, στρεφόμενο βόρεια. Ο Μπέρνετ έστρεψε κι αυτός βορειοανατολικά για να παρεμβάλλει και πάλι την δύναμή του ανάμεσα στην JW-55B και το Scharnhorst, κλείνοντάς του τον δρόμο.

Στις 11.00 ο Μπάϋ έλαβε μία ασαφή αναφορά της Luftwaffe για την παρουσία πέντε σκαφών σε απόσταση 270 km βορειοδυτικά Βορείου Ακρωτηρίου. Το σήμα δεν διευκρίνιζε την ταυτότητα των πλοίων, αλλά ο Γερμανός ναύαρχος υποπτεύθηκε αμέσως την ύπαρξη μίας Βρετανικής Ομάδας Μάχης με ένα βαρύ σκάφος και την συνοδεία του. Τώρα ήταν σαφές ότι υστερούσε δραματικά των αντιπάλων του σε αριθμούς και ισχύ πυρός. 


Όσο για τα αντιτορπιλικά του, αυτά παρότι κινούνταν στο μέγιστο της ταχύτητάς τους, αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν στις συνθήκες της σφοδρής θαλασσοταραχής και ο Μπάϋ γρήγορα συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να προλάβουν να ενωθούν μαζί του μέχρι τη στιγμή της επόμενης συμπλοκής. Οποιαδήποτε κίνηση θα έπρεπε να βασιστεί αποκλειστικά και μόνο στη δράση του Scharnhorst. 

Αναλογιζόμενος τα δεδομένα, πήρε την σκληρή απόφαση να τηρήσει το αρχικό σχέδιο: η δεύτερη εχθρική Ομάδα Μάχης βρισκόταν ακόμα μακρυά για να αποτελέσει άμεσο κίνδυνο, οπότε είχε τον χρόνο με το μέρος του για να διακινδυνεύσει μία δεύτερη προσέγγιση της νηοπομπής, χωρίς την κάλυψη των αντιτορπιλικών του.

Στις 12.20 τα καταδρομικά του Μπέρνετ ήλθαν και πάλι σε επαφή με το Scharnhorst, το οποίο τώρα άνοιξε πρώτο πυρ με επιτυχία. Τα Norfolk και Sheffield δέχθηκαν τα βαρύτερα πλήγματα και σύντομα ετέθησαν εκτός μάχης. Μετά την δεύτερη συμπλοκή του με την Βρετανική δύναμη, ο Μπάϋ όφειλε να παραδεχθεί ότι, ναι μεν είχε καταφέρει σοβαρά πλήγματα στους αντιπάλους του, αλλά ουσιαστικά, είχε αποτύχει στον σκοπό του να πλήξει την νηοπομπή. 

Η υπεροχή των Βρετανικών ραντάρ τους έδινε την δυνατότητα να προλαμβάνουν την κάθε του κίνηση, ενώ η απώλεια του δικού του τού αφαιρούσε την δυνατότητα να εκμεταλλευτεί το πλεονέκτημα της ισχύος πυρός του. Έχοντας πλέον απομακρυνθεί υπερβολικά από τα αντιτορπιλικά του μετά τον ελιγμό που είχε επιχειρήσει, έκρινε ότι οποιαδήποτε περαιτέρω συμπλοκή θα ευνοούσε αποκλειστικά τον αντίπαλο, οπότε διέταξε απεμπλοκή και επιστροφή στη Νορβηγία.

Με τα Norfolk και Sheffield ανίκανα πλέον να λάβουν μέρος στον αγώνα ταχύτητας καταδίωξης του Scharnhorst, ο Μπέρνετ είχε απομείνει μόνος με το Belfast, να το παρακολουθεί να απομακρύνεται στα νοτιοανατολικά, μεταβιβάζοντας κάθε 15 λεπτά τις πληροφορίες του στον Φραίηζερ, ο οποίος πλησίαζε ολοταχώς από δυτικά για να αποκόψει την οδό υποχώρησης του προς την Νορβηγία.

Στις 16.48 το Duke of York είχε μειώσει την απόσταση που τον χώριζε από τον Μπέρνετ και σε απόσταση 12 χλμ εντόπισε με τα κυάλια του την στενόμακρη επιθετική σιλουέτα του Scharnhorst, με την πλώρη του κάτασπρη από τον πάγο, να γλιστράει πάνω στα σκοτεινά κύματα με ένα αξεπέραστο μεγαλείο που άφησε τους πάντες εκστατικούς: «…Σαν ένα τεράστιο ασημένιο φάντασμα που ερχόταν καταπάνω σου!», όπως την περιέγραψε ένας αξιωματικός από την γέφυρα του θωρηκτού.

Το Scharnhorst παγιδευμένο ανάμεσα σε δύο Βρετανικές δυνάμεις, ετοιμάστηκε για την τελευταία του μάχη. Διαθέτοντας το πλεονέκτημα της ταχύτητας, κατάφερε να αυξήσει την απόσταση που τον χώριζε από τα Βρετανικά σκάφη, ανοίγοντας πυρ εναντίον τους. Το Duke of York ανταπέδωσε, βάλλοντας στο μέγιστο της εμβέλειας των πυροβόλων του, προκειμένου να έχει μία ευκαιρία να πλήξει τον απομακρυσμένο αντίπαλο. 


Ωστόσο, τα βαρύτερα πυροβόλα του, σε συνδυασμό με την ακρίβεια του ραντάρ του, τού χάριζαν την υπεροχή. Οι χειριστές του Duke of York διέκριναν ολοκάθαρα στις οθόνες τους τούς πίδακες νερού που σήκωναν οι άστοχες βολές δίπλα στο Scharnhorst, δίνοντας αμέσως τις ανάλογες οδηγίες για την διόρθωση της επόμενης βολής. Το Γερμανικό καταδρομικό σημείωσε δύο επιτυχή πλήγματα κατά της ναυαρχίδας του Φραίηζερ, αλλά στις 18.20 το τελευταίο τού κατάφερε δύο μοιραία πλήγματα, καταστρέφοντας αρχικά τον πύργο «Α» και στη συνέχεια το Νο 1 λεβητοστάσιο. 

Η ταχύτητά του έπεσε απότομα στους 22 κόμβους –ήταν η ευκαιρία που αναζητούσε ο Φραίηζερ για να βάλει στη μάχη τα αντιτορπιλικά του. Τα Βρετανικά σκάφη πλησίασαν το Scharnhorst, και από απόσταση μικρότερη των 2 χλμ, εξαπέλυσαν 24 τορπίλες σε «άνοιγμα βεντάλιας». Στις 18.50 πέντε εκρήξεις συντάραξαν το καταδρομικό από την πλώρη μέχρι την πρύμνη, αφήνοντάς το πρακτικά ακίνητο. 

Το Duke of York μαζί με τρία καταδρομικά και οκτώ αντιτορπιλικά κύκλωσαν το πληγωμένο και ακινητοποιημένο σκάφος και, μετά από αλλεπάλληλα πλήγματα τορπιλών και βαρέων οβίδων, η ναυμαχία κατέληξε σε έναν διαγωνισμό σκοποβολής. Ο πύργος «B» είχε πια σιωπήσει από έλλειψη πυρομαχικών και από τα δευτερεύοντα πυροβόλα μόνο τα μισά λειτουργούσαν, βάλλοντας κατά των αντιτορπιλικών. Ο πύργος «C» ήταν ο μόνος ο οποίος ανταπέδιδε πυρά προς το Duke of York. 

Στις 19.00 ο κυβερνήτης του Scharnhorst, πλοίαρχος Φριτς Χίντσε (Fritz Hintze) έστειλε στο αρχηγείο το τελευταίο του μήνυμα «Μαχόμεθα μέχρι την τελευταία οβίδα. Ζήτω ο Φύρερ!». Λίγα λεπτά αργότερα ακολούθησε και η τελευταία ανακοίνωση του προς τους άνδρες του: «Σφίγγω το χέρι όλων σας για τελευταία φορά». Οι αντίστοιχες τελευταίες Λακωνικές διαταγές του Φραίηζερ προς τα σκάφη του, αποδίδουν γλαφυρά την κατάσταση της μονόπλευρης πλέον, μάχης: «Εκκενώστε την περιοχή του στόχου. Θα παραμείνουν μόνο τα αντιτορπιλικά... Αποτελειώστε το με τορπίλες!».

Από την έναρξη της ναυμαχίας το Scharnhorst είχε δεχθεί τουλάχιστον 2.195 οβίδες όλων των διαμετρημάτων αρνούμενο να βυθιστεί. Τα αντιτορπιλικά ανέλαβαν να δώσουν τις χαριστικές βολές. Εξαπέλυσαν ένα σύνολο 55 τορπιλών, εκ των οποίων οι 11 βρήκαν τον στόχο τους. Με τα πυροβόλα του πύργου «C» να βάλλουν μέχρι το τέλος, το Scharnhorst αναποδογύρισε και βυθίστηκε στις 19.45 με τους κινητήρες του να λειτουργούν ακόμα. Ο υποναύαρχος Έριχ Μπάϋ και ο πλοίαρχος Φριτς Χίντσε, αμφότεροι τραυματισμένοι, το ακολούθησαν στον υγρό του τάφο. Από τους 1.963 άνδρες του πληρώματος επέζησαν μόνο 36 οι οποίοι περισυνελέγησαν και οδηγήθηκαν στην αιχμαλωσία.

Συνέπειες και Αντίκτυπος

Αγνοώντας τις δικές του ευθύνες για την τραγωδία, ο ναύαρχος Ντένιτς απέδωσε την ήττα στην συντριπτική υπεροχή του Βρετανικού ραντάρ. Ο Χίτλερ, έχοντας εγκαταλείψει από καιρό κάθε ελπίδα νίκης από τον στόλο του επιφανείας, αντιμετώπισε το γεγονός φιλοσοφικά: αν τα εχθρικά ραντάρ ήταν τόσο καλά, τότε το Σάρνχορστ ήταν σαν έναν τυφλό που μάχεται εναντίον ενός πρωταθλητή της πυγμαχίας. 

Αμφότεροι βέβαια δεν παρέλειψαν να κατακρίνουν τον άτυχο υποναύαρχο Έριχ Μπάϋ για την έλλειψη επιθετικότητας: «Το θωρηκτό μας τράπηκε σε φυγή ενώπιον εχθρικών καταδρομικών, παρότι ήταν ανώτερο σε ισχύ πυρός και θωράκιση από εκείνα», είπε ο Ντένιτς, χωρίς, βέβαια, να αναφερθεί στις αντιφατικές διαταγές που του είχε δώσει.


Η μόνη πράξη αναγνώρισης της αξίας εκείνων των ανδρών, των οποίων η αυτοθυσία προδιδόταν πάντα από την ανικανότητα του επιτελών τους, προήλθε από τον θαυμασμό των αντιπάλων τους, το ίδιο εκείνο απόγευμα της 26ης Δεκεμβρίου. Ο Φρέιζερ, επιστρέφοντας στην Αγγλία, απευθύνθηκε στο πλήρωμά του Duke of York, παρουσία και των 36 Γερμανών επιζώντων: «Κύριοι, ελπίζω πως αν κάποιος από σας κληθεί ποτέ να κυβερνήσει ένα πλοίο στη μάχη εναντίον ενός συντριπτικά ανώτερου αντιπάλου, θα πολεμήσει τόσο γενναία όσο το Σάρνχορστ σήμερα».

Το ναυάγιο του Σάρνχορστ ανακαλύφθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2000 από τον Νορβηγό εξερευνητή Alf Jacobsen σε βάθος 300 μέτρων.

Φωτογραφικό Υλικό

Από τη Ναυμαχία της Θάλασσας του Μπάρεντς







Από τη Ναυμαχία στο Βόρειο Ακρωτήριο















ΠΗΓΕΣ :

(1) :

(2) :

(3) :

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Copy Right

print and pdf

Print Friendly and PDF

Share This

Related Posts